Ι.Κ. – Α. ΜΠΥΡΟΥ – απόσπασμα από το περιοδικό επίγνωση Τεύχος 70, Καλοκαίρι 1999

λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργηθήκαμε εἶναι νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Θεὸ καὶ μεταξύ μας μὲ ἀγνὴ καὶ καθαρὴ ἀγάπη. Κάθε τι ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό, μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ αὐτὸ τὸν στόχο καὶ εἶναι ἁμαρτία. Δὲν ἔχει σημασία ἂν μᾶς φαίνεται σωστό, θετικὸ ἢ ἠθικό. Ἐφόσον μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν παύει νὰ εἶναι ἁμαρτία.
Ἴσως εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ χάσει κανεὶς τὴν ψυχή του μέσα ἀπὸ τὶς ἀρετές, παρὰ μέσα ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες του. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἀρχικὰ στὴ Δύση καὶ κατόπιν στὴν Ἀνατολή, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ὑποβαθμίστηκε σ’ ἕναν ἠθικὸ κώδικα. Οἱ ἄνθρωποι συνήθισαν νὰ διδάσκονται ἕνα εἶδος ἠθικοῦ νόμου, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ πίστη νὰ ἀντικατασταθεῖ σταδιακὰ ἀπὸ τὸ νόμο. Ὁ ἠθικισμὸς ἦρθε ὡς ὑποκατάστατο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ ἔπεισε τοὺς ἀνθρώπους ὅτι τὸ νὰ εἶναι μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ἐξαρτιόταν ἀπὸ τὴν ἠθική τους συμπεριφορά. Ὅμως, καὶ ἕνας εἰδωλολάτρης μπορεῖ κάλλιστα νὰ εἶναι ἠθικός. Σὲ πολλὲς εἰδωλολατρικὲς κοινωνίες τὸ ἔγκλημα εἶναι ἄγνωστο καὶ οἱ νέοι σέβονται γονεῖς καὶ ἡλικιωμένους σὲ πολὺ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀπ’ ὅτι στὴ δική μας κοινωνία. Ἂν ἡ καρδιὰ τῆς πίστης μας ἦταν ἡ ἠθική μας συμπεριφορά, θὰ εἴμασταν φτωχότεροι πνευματικὰ κι ἀπὸ πολλοὺς εἰδωλολάτρες.
Οἱ ἄνθρωποι κατανόησαν τὴν ἁμαρτία ὡς τὴ συμπεριφορὰ ποὺ δὲν ἀκολουθεῖ τὸν ἠθικὸ κώδικα ποὺ δημιούργησαν. Ξέχασαν ὅτι ἡ οὐσία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Λησμόνησαν ὅτι καμία πράξη δὲν ἔχει ἠθικὴ ἀξία ἂν δὲν πηγάζει ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ δὲν ἔχει ὡς κίνητρο τὴν ἀγάπη. Ἔτσι ἄφησαν ἀπ’ ἔξω τὴν ἀγάπη καὶ υἱοθέτησαν τὴν ἔννοια τῆς ἠθικῆς. Ἀκόμα ὅμως καὶ ἡ ἠθική τους, τοὺς χώριζε ἀπὸ τὸν Θεό, γιατὶ κίνητρό της ἦταν ὁ φόβος τοῦ νόμου καὶ ὄχι ἡ ἀγάπη. Μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐπιδεικνύει μιὰ ἠθικὴ συμπεριφορὰ γιὰ πολλοὺς λόγους: Εἴτε γιατὶ ἔχει σκληρὴ καρδιά, εἴτε ἀπὸ ἐγωισμό. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ διατηροῦν τὴν παρθενία τους γιὰ μιὰ ὁλόκληρη ζωή, μόνο καὶ μόνο γιατὶ εἶναι ἀρκετὰ ἐγωϊστὲς γιὰ νὰ μοιραστοῦν τὸ σῶμα τους μὲ κάποιον ἄλλον. Ἄλλοι, ζοῦν πολὺ ἠθικὴ ζωή, γιατὶ ἔχουν πολιτικὲς φιλοδοξίες, κι ὁ τρόπος αὐτὸς τοὺς βοηθάει νὰ ἀνέλθουν γρήγορα στοὺς πολιτικούς τους στόχους. Καὶ ἄλλοι πάλι ζοῦν ἠθικὰ γιατὶ εἶναι γεμάτοι φόβο καὶ ἀνασφάλεια.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος βιώνει τὴν ἐν Χριστῷ ζωή, τότε ξεπερνάει ὅλες τὶς ἀπορίες του σχετικὰ μὲ τὴν ἠθική. Τὸ μόνο ἐρώτημα ποὺ πραγματικὰ τὸν ἐνδιαφέρει εἶναι ἂν ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του τὸν χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ κι ὄχι ἂν εἶναι σύμφωνος μὲ κάποιον κώδικα. Ἡ ἔλλειψη ἀγάπης εἶναι πραγματικὰ ἁμαρτία.
Σὲ κανέναν ὅμως ἠθικὸ κώδικα δὲν θὰ βρεῖ κανεὶς τὴν ἀναγκαιότητα γιὰ ἀληθινὴ ἀγάπη. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ νικήσει τὴ δύναμη τοῦ Διαβόλου καὶ νὰ μᾶς ἑνώσει μὲ τὸν Θεό. Μόνο μιὰ τέτοια ζωή, ποὺ ἔχει ὡς κίνητρό της τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, μπορεῖ νὰ εἶναι πραγματικὰ ἠθική.
Τί ἐννοοῦμε ἄραγε, ὅταν λέμε πὼς πρέπει νὰ μετανοήσουμε; Μετάνοια σημαίνει ἀλλαγὴ πορείας, καινούρια προοπτικὴ στὴ ζωή μας. Συχνὰ κανεὶς προσέρχεται στὴν ἐξομολόγηση νομίζοντας πὼς μετάνοια εἶναι νὰ στοχαστεῖ τὶς ἁμαρτίες του καὶ νὰ ἀπολογηθεῖ γιὰ τὶς πράξεις του. Θεωρεῖται ἡ ἁμαρτία ὡς καταπάτηση τοῦ νόμου, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ ὁδικὴ παράβαση γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἱερέας θὰ ἀπαντήσει μὲ πρόστιμο! Τὸ ἀληθινὸ ὅμως νόημα τῆς μετάνοιας εἶναι νὰ ἀλλάξει ὁ ἄνθρωπος τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται τὰ πράγματα. Νὰ σπρώξει κανεὶς τὸν ἑαυτό του μακρυὰ ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ ὥστε νὰ ἀγαπήσει ἀληθινά. Ἂν σκεφτόμαστε τὶς ἁμαρτίες μας μόνο μέσα ἀπὸ τὸν φόβο, τότε δὲν ἀπολογούμαστε ἀπὸ πραγματικὴ μετάνοια, ἀλλὰ γιατὶ φοβόμαστε πὼς δὲν μποροῦμε νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὶς συνέπειες. Κάτι τέτοιο, ἴσως νὰ εἶναι χρήσιμο στὴν ἀρχή, ἀλλὰ τὸ νὰ μένει κανεὶς σ’ αὐτό, δὲν συνιστᾶ πνευματικὴ πρόοδο. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ μετανοεῖ ἀληθινὰ νιώθει τὴν καρδιά του βαρειά, λόγῳ τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπὸ τὸν Θεό. Μετανοεῖ γιατὶ ἀγαπάει τὸν Θεὸ καὶ θέλει νὰ ὑπακούσει σ’ Αὐτόν. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν γνωρίζει τὸν Θεό, νιώθει φόβο, διότι εἶναι φυσικὸ νὰ φοβᾶται τὸ ἄγνωστο. Ὅσο ὅμως τὸν γνωρίζει, μέσῳ τοῦ Χριστοῦ, τόσο περισσότερο τὸν ἀγαπάει. Καὶ τότε ὁ φόβος ἀπομακρύνεται καὶ ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν ἀγάπη.
Δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ μᾶς χωρίζει τόσο ἀπὸ τὸν Θεό, ὅσο τὸ νὰ εἴμαστε κενοὶ ἀπὸ ἀγάπη. Ἡ ψυχὴ ποὺ κατανοεῖ τὴν ἀληθινὴ σημασία τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, γνωρίζει ὅτι ὅλο τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἀνιδιοτελοῦς καὶ συμπάσχουσας ἀγάπης. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γι΄αὐτὸ εἶναι ἡ μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ μεταμορφώσει τὴν ἀνθρώπινη ψυχή. Γιὰ νὰ προοδεύσει ὅμως κανεὶς σ΄ αὐτὴν ἀπαιτεῖται ὁ ἀγώνας μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς.