Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Τρόπος ἡ ἀλήθεια, ἄθλημα τὸ ἀληθεύειν

    Τὸ μελέτημα τοῦ J.M. Wallace-Hadrill καθιέρωσε τὸν ὅρο The Barbarian West1 γιὰ τὸν προσδιορισμὸ τῆς Εὐρωπαϊκῆς Δύσης μετὰ τὴν ἐκεῖ κατάλυση τῆς ρωμαϊκῆς «τάξης πραγμάτων». Ἡ καινούργια αὐτὴ Δύση, ἡ βαρβαρική, εἶναι μᾶλλον σαφές (ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς πηγές) ὅτι εἶχε ἐπίγνωση τῶν ὑστερημάτων της ἔναντι τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου. Καὶ προσπάθησε, μὲ ὁρμητικὴ ἀνυπομονησία, νὰ ἀναπληρώσει τὴ μειονεξία.

    Πρῶτο βῆμα, ἀπόλυτης προτεραιότητας, ἦταν νὰ ἐκχριστιανιστοῦν οἱ βαρβαρικοὶ ἔποικοι πληθυσμοί. Στὸν ἐκχριστιανισμό τους συνέργησε ἀποφασιστικά, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ δική τους, τῶν εἰσβολέων τὴ βιάση, καὶ ἡ ἐργώδης, μεθοδικὴ ἱεραποστολικὴ προσπάθεια τοπικῶν Ἐκκλησιῶν στὴ Δύση, ὅπως τοῦ Λουγδούνου (σημερινῆς Lyon) καὶ τῆς Μασσαλίας, ἀλλὰ καὶ ἱεραποστόλων ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία. Βέβαια ὁ ἐκχριστιανισμὸς αὐτῶν τῶν πληθυσμῶν ἦταν γεγονὸς πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἐκχριστιανισμό, πρὶν μερικοὺς αἰῶνες, τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ κόσμου –ἄλλης τάξεως γεγονός, μὲ διαφορετικοὺς συντελεστές. Γιὰ τὸν ἑλληνικῆς παιδείας ἄνθρωπο ἐκείνων τῶν χρόνων τὸ ἐκκλησιαστικὸ εὐ-αγγέλιο ἦταν μιὰ προσωπικὴ εὕρεσηἔκπληξη, μιὰ ἀνακάλυψη ἀπαντήσεων σὲ ἀναπάντητα ἐρωτήματα ἢ κενὰ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ὀντολογίας: Κενά «νοήματος» τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς συνύπαρξης, ἐκκρεμότητες διλημμάτων, ὅπως ἡ ἀναφορὰ τῆς αἰτιώδους ἀρχῆς τοῦ ὑπάρχειν στὴν ἐλευθερία ἢ στὴν ἀναγκαιότητα. Καὶ ἐπειδὴ ἦταν προσωπικὴ ἡ πρόσληψη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εὐ-αγγελίου ἀπὸ τὸν Ἕλληνα, ἐκφράστηκε ἡ ἐμπειρία τῆς ἀνακάλυψης, ἀμέσως, μὲ τὴ γλώσσα τῆς ἑλληνικῆς Τέχνης –Τέχνης ποὺ παλεύει νὰ «πεῖ» τὸ ἀληθινὰ ὑπαρκτὸ μὲ τὸν τρόπο τῆς δραματουργίας, τοῦ εἰκονισμοῦ, τῆς ποίησης, τῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῆς μουσικῆς. Τὸν τρόπο τῆς ἀποκαλυπτικῆς, ὄχι διακοσμητικῆς ἢ διδακτικῆς ἢ εὐφραντικῆς τῶν ἀτομικῶν αἰσθήσεων, Τέχνης.

    Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν προσωπικό-ἐμπειρικὸ τρόπο τῶν Ἑλλήνων, ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν βάρβαρων εἰσβολέων ἦταν ὁμαδικός, μαζικός, συνήθως ἀποτέλεσμα πειθάρχησης σὲ ἐντολὴ τοῦ ἡγεμόνα –συχνὰ τὰ πλήθη βαφτίζονταν κατὰ πολυπληθεῖς ὁμάδες μέσα σὲ ποτάμια. Οἱ ἄνθρωποι ἄλλαζαν ἁπλῶς θρησκεία: ἀπὸ μιὰ παγανιστικὴ περνοῦσαν σὲ μιὰ περισσότερο «ἐξελιγμένη» μορφὴ φυσικῆς καὶ πάλι θρησκείας. Ὁ Θεὸς παρέμενε ἕνα «ἀνώτατο ὄν» νοητικὰ μόνο, δηλαδὴ ὑποθετικὰ ὁριζόμενο, ἡ πίστη ταυτιζόταν μὲ «πεποιθήσεις», ἐμπειρικὰ ἀνεξέλεγκτη παραδοχή «δογμάτων», «ἀρχῶν», «ἀξιωμάτων», ἡ ἠθικὴ συνέχιζε νὰ εἶναι συμπεριφορική, σύνολο κανονιστικῶν ἀρχῶν, κωδικῶν ἐντολῶν μὲ ὑπερφυσικὸ κύρος «θείου νόμου».
    Ἡ διαφορὰ τῶν κινήτρων ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Βαρβάρων ἀπὸ τὰ κίνητρα ἐκχριστιανισμοῦ τῶν Ἑλλήνων δὲν σημαίνει ὅτι τὸ εὐ-αγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας ἀπευθυνόταν (καὶ ἀπευθύνεται) μόνο σὲ ἀνθρώπους ὑψηλῆς καλλιέργειας, ὅτι προϋποθέτει μόνο τοὺς ἔμπειρους τῶν ἑλληνικῶν φιλοσοφικῶν ἀναζητήσεων. Ἡ ἀποφασιστικὴ διαφορὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ προαναφέρθηκε: ὁ ὑποχρεωτικός, μαζικὸς ἐκχριστιανισμὸς τῶν Βαρβάρων, δηλαδὴ ὁ ἀφετηριακός (ἐξ ὑπαρχῆς) ἐγκλωβισμὸς ἑνὸς συνόλου ἀτόμων σὲ μιὰ θρησκευτικὴ ἐκδοχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ποὺ σημαίνει: σὲ ἐκδοχὴ ἀτομοκεντρικὴ καὶ ὄχι ἐκκλησιαστική, ἐξ ὁρισμοῦ ἰδεολογική, ἠθικιστικήνομική –στοὺς ἀντίποδες τῆς αὐτοπροαίρετης προσωπικῆς μετοχῆς τοῦ Ἕλληνα στὸν κοινωνούμενο (ἐκκλησιαστικό) τρόπο ὕπαρξης καὶ συνύπαρξης.

    Οἱ Ἕλληνες εἶχαν δεδομένη στὴν παράδοσή τους (ποὺ θὰ πεῖ: σὲ ἔμπρακτη βιωματικὴ μεταβίβαση ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά) τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας ὡς ἐνεργὸ μετοχὴ σὲ κοινὸ τρόπο, κοινὸ ἄθλημα. Ἦταν ὁ τρόπος καὶ τὸ ἄθλημα τῆς πόλεως, τοῦ πολιτικοῦ βίου, τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου, ποὺ πραγμάτωνε καὶ φανέρωνε τὶς κατὰ λόγον σχέσεις, δηλαδὴ τὸ κατ’ ἀλήθειαν συνεῖναι. Ἀνάλογη ἐμπειρική-βιωματικὴ παράδοση μετοχῆς στὴν ἀλήθεια εἶχαν καὶ οἱ Ἑβραῖοι –παρ’ ὅλη τὴν ἀλλοτρίωση (θρησκειοποίηση) αὐτῆς τῆς παράδοσης, συντελεσμένη ἤδη στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ καταγγελόμενη στὸ κήρυγμά του. Ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους μιὰ ἀτομικὴ πίστη-παραδοχή-πεποίθηση, ἀλλὰ ἡ μετοχή τους στὴ βιωματικὰ μεταβιβαζόμενη ἱστορικὴ ἐμπειρία τοῦ λαοῦ τους, ἐμπειρία σχέσης τοῦ «ἐκλεκτοῦ» (ἐπιλεγμένου ἀπὸ τὸν Θεό) λαοῦ μὲ τὸν «Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς». Οἱ Ἑβραῖοι ἀναφέρονταν στὸν Θεὸ μὲ τὴ διατύπωση: «ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν» –ὁ Θεὸς ποὺ βεβαίωσε (ἐπαλήθευσε) τὴ θεότητά του μένοντας πιστὸς στὶς ἐπαγγελίες του, ἐκπληρώνοντας τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔδωσε στὸν Ἀβραάμ, στὸν Ἰσαάκ, στὸν Ἰακώβ (τοὺς «πατέρες» τοῦ Ἰσραήλ), ἀλλὰ καὶ στοὺς μεταγενέστερους ἡγέτες καὶ προφῆτες τοῦ «περιούσιου» λαοῦ.

    Τὴ μετοχὴ τῶν Ἑβραίων στὴν ἱστορικὴ ἐμπειρία τοῦ λαοῦ τους ἐξασφάλιζε ἡ τήρηση τοῦ Νόμου: ἦταν ἡ ἔμπρακτη ἀποδοχὴ καὶ βεβαίωση τοῦ ἀνήκειν στὸν «ἐκλεκτό» τοῦ Θεοῦ λαό. Ὁ Ἑβραῖος δὲν τηροῦσε τὸν Νόμο γιὰ νὰ κερδίσει ἀτομικὴ θρησκευτικὴ ἀξιομισθία, τὸν τηροῦσε γιατὶ ἡ τήρηση αὐτοῦ τοῦ Νόμου ἦταν ὁ τρόπος ποὺ βεβαίωνε τὴν ἐλεύθερη θέλησή του νὰ ἀνήκει στὸν λαὸ τὸν προικισμένο μὲ τὸ προνόμιο νὰ εἰκονίζει τὴ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ σύνολη ἀνθρωπότητα.

    Οἱ συντομογραφικὲς αὐτὲς ἀναφορὲς ὁριοθετοῦν ἑρμηνευτικὰ τὴν πιστοποίηση ὅτι ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Ἑβραίων συνιστοῦσε ἕνα γεγονὸς ριζικὰ διαφορετικὸ ἀπὸ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Βαρβάρων στὴν εὐρωπαϊκὴ Δύση. Ἕλληνες καὶ Ἑβραῖοι βίωσαν τὸν ἐκχριστιανισμό τους ὡς ἐλεύθερο προσωπικὸ πέρασμα («πάσχα») ἀπὸ ἕνα κοινὸ ἄθλημα (τῆς μετοχῆς στὴν πόλιν ἢ τῆς τήρησης τοῦ Νόμου) σὲ ἕνα ἄλλο: στὸ ἐκκλησιαστικὸ ἄθλημα –πέρασμα ἄγνωστο ἐμπειρικὰ στοὺς Βαρβάρους. Ὅμως οἱ ἱστορικὲς συγκυρίες ὁδήγησαν, πάνω σὲ αὐτὴ τὴν ἄγνοια, νὰ οἰκοδομηθεῖ ὁλόκληρο τὸ δυτικὸ πολιτισμικό «παράδειγμα». Τὸ μόνο στὴν ἀνθρώπινη Ἱστορία μὲ δυναμικὴ παγκοσμιότητας, κυριολεκτικά.

    Δημιουργεῖται πάντως ἕνα ἐρώτημα, ἂν γιὰ τὴν εἴσοδο στὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς εἶναι ἀναγκαία συνθήκη ἡ ἑλληνικὴ ἢ ἡ ἑβραϊκὴ «προπαρασκευή» –ἂν δηλαδὴ ἡ πρόσβαση στὴν Ἐκκλησία εἶναι συνάρτηση συγκεκριμένου πολιτισμικοῦ «παραδείγματος». Μιὰ κατευθυντήρια τῶν ἀναζητήσεων ἀπάντηση θὰ μποροῦσε νὰ ἀναζητηθεῖ στὴ γλωσσικὴ σημαντικὴ ποὺ χρησιμοποίησε ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ δηλώσει-γνωστοποιήσει τὸ γεγονὸς τῆς ἐνανθρώπισης τοῦ Θεοῦ: Μίλησε γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ ὡς τρόπο, ὄχι ὡς λογικὴ προϋπόθεση ἢ θεωρητικὸ συναγόμενο. Ἐλεύθερος ὁ Θεὸς νὰ ὑπάρχει χωρὶς ἀναγκαῖο προκαθορισμὸ τῆς ὕπαρξής του ἀπὸ φύση ἢ οὐσία, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει καὶ ὡς ἄνθρωπος (νὰ προσλάβει τὸν τρόποφύση τοῦ ἀνθρώπου), χωρὶς νὰ πάψει νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Ὄντας Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ θεότητά του, καὶ γινόμενος ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν ἀνθρωπότητά του. Ὁ δικός του τρόπος εἶναι νὰ πραγματώνει τὴν ὕπαρξη ὡς ἐλευθερία: νὰ ὑπάρχει ἐπειδὴ θέλει νὰ ὑπάρχει, καὶ νὰ θέλει νὰ ὑπάρχει ἐπειδὴ ἀγαπάει. Εἶναι ἡ Αἰτιώδης Ἀρχὴ τοῦ ὑπάρχειν, ἐπειδὴ εἶναι ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα: ἡ ὕπαρξη ὡς αὐθυπέρβαση καὶ αὐτοπροσφορά.

    Ἑπομένως, σαρκώνεται μὲν ἐξ Ἑβραίων ὁ Θεός, ἀλλὰ ὁ τρόπος του δὲν εἶναι ἡ ἑβραϊκότητα, εἶναι ἡ κένωση, ἡ ἀγαπητικὴ αὐτοπροσφορά. Γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεὸ δὲν προαπαιτεῖται νὰ προσλάβουμε τὴν ἑβραϊκότητά του (νὰ γίνουμε Ἑβραῖοι), ἀλλὰ νὰ μετάσχουμε ἐμπειρικά-ὑπαρκτικὰ στὸν τρόπο του, δηλαδὴ στὴν κένωση. Καὶ ἡ
    Ἐκκλησία προσλαμβάνει τὴν ἱστορικὴ σάρκα τοῦ ἑλληνικοῦ κοινωνεῖν, ἀλλὰ ὁ τρόπος τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἡ ἑλληνικότητα, εἶναι καὶ πάλι ἡ κένωση, ἡ κενὴ ἀπὸ κάθε ἰδιοτέλεια ἀγαπητικὴ αὐθυπέρβαση. Ποὺ σημαίνει ὅτι: Γιὰ νὰ γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, προαπαιτεῖται ὄχι νὰ πληροφορηθεῖ, νὰ κατανοήσει, νὰ συλλάβει τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τῶν λέξεων Θεός ἐνανθρώπηση, ἀγάπη, κ.λπ. Προαπαιτεῖται νὰ μετάσχει (ὅσο εἶναι μπορετὸ στὸν ἄνθρωπο) στὸν τρόπο τῆς κενωτικῆς ἀγάπης. Γιὰ αὐτὴ τὴ μετοχὴ μπορεῖ νὰ βοηθηθεῖ ἀπὸ τὴν ἑβραϊκότητα ἢ τὴν ἑλληνικότητα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη πολιτισμικὴ παράδοση ἱκανὴ νὰ ὑπηρετήσει τὸ ἄθλημα τῆς κένωσης (–νὰ τὸ ὑπηρετήσει, ὄχι νὰ τὸ ἀποκλείει ὅπως ὁ θρησκευτικὸς ἀτομοκεντρισμός).

    Στοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ βίου, κάποια ἀναστήματα ἔκτακτης, ὑψηλῆς καλλιέργειας ὀνομάστηκαν ἀπὸ τὴν κοινὴ συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος «πατέρες» τῆς Ἐκκλησίας. Ὀνομάστηκαν ἔτσι ὄχι εἰκονικά, εὐφημιστικά, ἐγκωμιαστικά, ἀλλὰ μὲ συνεπὴ γλωσσικὸ ρεαλισμό:
    Εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μᾶς «γνωστοποιοῦν» ἁπλῶς (ἑρμηνεύουν, ἀναλύουν, συστηματοποιοῦν μεθοδικά) μὲ εὔστοχα σημαίνοντα τὸν ἐκκλησιαστικὸ τρόπο, ἀλλὰ μᾶς «γεννᾶνε» σὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, μᾶς «ἐγκεντρίζουν» σὲ καινούργιο τρόπο ὑπάρξεως. Ἂν οἱ φυσικοί μας γεννήτορες διαμεσολαβοῦν στὴ συγκρότηση τῆς φυσικῆς ὑπαρκτικῆς μας ὑπόστασης, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ πατέρες διαμεσολαβοῦν στὴ γέννηση τῆς ἐλεύθερης ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀναγκαιότητα ἐκκλησιαστικῆς μας ὑπόστασης, στὴν ὕπαρξή μας καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ.

    Ἡ πατρότητα εἶναι κάτι ἄλλο ἀπὸ τὴ διδαχή, τὴν παιδαγωγία2, τό «ἀλάθητο» τῶν διατυπώσεων, τὴν ὀρθοδοξία τῶν φρονημάτων, τὴν παροχὴ ἠθικοῦ προτύπου συμπεριφορᾶς. Ἡ πατρότητα εἶναι ὁ τρόπος τῆς Ἐκκλησίας, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ὁ τρόπος τῆς θρησκείας. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς γεννάει στὴν ὕπαρξη ὡς σχέση, ὡς ἐλευθερία ἀγάπης, ἡ θρησκεία θωρακίζει τὸ φυσικὸ ἄτομο, παρηγορεῖ μὲ ψευδαισθήσεις τὴ θνητότητα –τὸ θωρακίζει μέ «ὀρθόδοξες» πεποιθήσεις, πιστότητα στὸν νόμο, μετρούμενη ἀξιομισθία, ἀντικειμενικὰ πιστοποιημένη ἠθικότητα. Καθόλου τυχαῖα ἡ θρησκειοποίηση τῆς Ἐκκλησίας στὴ μεταρωμαϊκὴ Δύση συνοδεύτηκε ἀμέσως ἀπὸ τὴν ἀνάγκη γιὰ ἕναν «ἀλάθητο» φορέα τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας καὶ διδαχῆς, μιὰν ὁριστική, τελεσίδικη διατύπωση τῆς ὀρθότητας σὲ «δόγματα», μιὰ κωδικοποίηση τῶν κανόνων σὲ «Σύνταγμα Δικαίου»3 , μιὰν ἐκδοχὴ τῆς «ἁγιότητας» ὡς δικαστικὰ τεκμηριωμένης ἀναμαρτησίας καὶ ἄσφαλτης ὀρθοφροσύνης. Καὶ ὅταν ἡ παγκοσμιοποίηση τοῦ δυτικοῦ «παραδείγματος» ἀλλοτρίωσε καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ Ὀρθοδοξία σὲ Ὀρθοδοξισμό, τὰ ἴδια συμπτώματα θρησκευτικοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ ὑποκατέστησαν τὸ ἐκκλησιαστικὸ γεγονὸς σὲ ὁλόκληρο τὸν χριστεπώνυμο κόσμο.

    Ἡ διδαχή, ἡ καθοδήγηση, ἡ μύηση ἀναφέρονται στὴν κατανόηση, στὸν ψυχολογικὸ ἐπηρεασμό, στὴ συμπεριφορά· ἡ πατρότητα ἀναφέρεται στὸν τρόπο νὰ ὑπάρχουμε. Ἡ σημασία τῶν Πατέρων στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἔγκειται στὸ ὅτι ἄσκησαν τὴν πατρότητα τόσο ὡς τρόπο ἄμεσης ἀγαπητικῆς σχέσης (ὡς ἐπίσκοποι, ποιμένες, λειτουργοὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἀθλήματος ἢ ὡς ἔμπειροι ὁδηγοὶ τοῦ μοναστικοῦ ἀθλήματος) ὅσο καὶ μέσῳ τῆς γλώσσας, ὡς τρόπου καὶ πάλι, ἀλλὰ ἔμμεσης σχέσης: Κατόρθωσαν τὴ συνεπέστερη δυνατὴ μεταφορὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καὶ μαρτυρίας στὴν κοινὴ γλωσσικὴ σημαντική –στὴν περισσότερο προσφερόμενη τότε γιὰ αὐτὴ τὴ μεταφορὰ γλώσσα, τῆς «κοινῆς» στὴ ρωμαϊκὴ οἰκουμένη ἑλληνικῆς. Κατόρθωσαν τὸν τρόπο τῆς Ἐκκλησίας ὄχι ἁπλῶς νὰ τὸν σημάνουν-γνωστοποιήσουν μὲ τὴ γλώσσα, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀποτυπώσουν στὴ γλώσσα –ὅπως οἱ πολὺ μεγάλοι ποιητὲς κατορθώνουν νὰ ἀποτυπώσουν τὸν τρόπο τοῦ ἔρωτα στὴ γλωσσικὴ ἐκφραστική. Γιὰ ἕνα τέτοιο κατόρθωμα ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα προσφερόταν κατεξοχήν, τόσο ἐξ αἰτίας τοῦ ἐννοιολογικοῦ της πλούτου ὅσο ἢ κυρίως γιὰ τὴν ἀποφατικὴ δυναμικὴ ποὺ τῆς προσέδωσαν οἱ Ἕλληνες –τὴν ἄρνησή τους νὰ ταυτίσουν τὴν κατανόηση τῶν γλωσσικῶν σημαινόντων μὲ τὴ γνώση τῶν σημαινομένων.

    Ὁ ἑλληνικὸς τρόπος τῆς γλώσσας παραπέμπει στὴ γνώση ὡς ἐμπειρία σχέσεων, ὁ ἐκκλησιαστικὸς «διαβαίνει»4 στὸν τρόπο τῆς ὕπαρξης ὡς σχέσης. Καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις ἡ γλώσσα ὁριοθετεῖ τὴ σημαινόμενη ἐμπειρία, τὴν προφυλάσσει ἀπὸ παρα-νοήσεις καὶ παρ-εξηγήσεις, ὑπηρετεῖ (δὲν ὑποκαθιστᾶ) τὴν πρόσβαση ἢ τὴ «διάβαση» στὴν ἐμπειρία τῶν σχέσεων κοινωνίας. Σὲ αὐτὸ τὸ πεδίο, τῆς γλώσσας ὡς ἐμπειρικὰ προσβάσιμου ἀθλήματος μετοχῆς-μέθεξης στὴν ἀλήθεια, ἡ γλώσσα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας προσλαμβάνει τὴν ἱστορικὴ σάρκα τοῦ ἑλληνικοῦ τρόπου γιὰ νὰ σαρκώσει τὴν κλήση στὸν ἐκκλησιαστικὸ τρόπο: Κλήση στὴν «ἀποκάλυψη» τῆς προσωπικῆς ἑτερότητας ὡς ὑπαρκτικῆς (ὄχι ἁπλῶς μορφικῆς) διαφορᾶς, κλήση σὲ ἀμεσότητα «συνάντησης» μὲ τὴν ἔναντι προσωπικὴ παρουσία, κλήση στὴ δυνατότητα δοξολογικῆς ἢ ἱκετήριας πίστης-ἐμπιστοσύνης-αὐτοπαράδοσης. Λειτουργεῖ ἡ γλώσσα τὴ γέννηση στὴν ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς ὑπαρκτικοὺς περιορισμοὺς τοῦ κτιστοῦ, ὅπως λειτουργεῖ καὶ ἡ γῆ τὴ βλάστηση-ζωοποίηση τοῦ σπόρου ποὺ πέφτει στὸ χῶμα γιὰ νὰ πεθάνει. Ἡ ζωτικὴ λειτουργία συντελεῖται καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις «ἀνεπαισθήτως»: Ὡς ἐὰν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός. Αὐτομάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ.

    Στὶς ἐπιστῆμες παίζουν καίριο ρόλο οἱ εὐφυεῖς καὶ ὀξυδερκεῖς, οἱ ταλαντοῦχοι τῆς σπουδῆς καὶ τῆς ἔρευνας: Τὰ φυσικά τους χαρίσματακαὶ ἡ ἐργώδης καλλιέργεια τῶν χαρισμάτων τους τοὺς ἀναδείχνουν ἱκανοὺς νὰ ὁριοθετοῦν-διακρίνουν τὴν ἔγκυρη γνώση ἀπὸ τὴν αὐθαίρετη δοξασία, τὴν ψευδαισθητικὴ ἐντύπωση, τὴ σκόπιμη ἰδεολογικοποίηση τῆς γνώσης. Ἀποδίδουμε στοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ κάποιον τέτοιο ρόλο. Μόνο πού, στὴν περίπτωσή τους, προσαπαιτεῖται τὸ χάρισμα διάκρισης τοῦ τρόπου τῆς κτιστότητας ἀπὸ τὸν τρόπο τοῦ Ἀκτίστου, τῆς θνητῆς ὕπαρξης ἀπὸ τὴν ὄντως ζωή. Καὶ γι’αὐτὴ τὴ διάκριση τὰ φυσικὰ προσόντα ἀπὸ μόνα τους δὲν ἀρκοῦν.

    Στὴν Ἐκκλησία, ὅταν «ἀπωλέσει» ὁ ἄνθρωπος τήν «ψυχή» του τότε μόνο τήν «σώζει» –ὅταν παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν ἀτομοκεντρικὴ αὐτάρκεια, τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ ἐπανάπαυση στὰ ἀτομικά, φυσικά του προσόντα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκλείεται νὰ περιοριστοῦν ποτὲ οἱ εὐαγγελικὲς ἐπιγνώσεις σὲ κάποιες élites προσοντούχων. Τὰ μέγιστα καὶ τίμια τῆς ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας τά «ἀπέκρυψεν ὁ Θεὸς ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψεν αὐτὰ νηπίοις» καί «εἲ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός». «Πατέρες» ἀναδείχθηκαν στὴν Ἐκκλησία ὅσοι κατόρθωσαν νὰ μεταποιήσουν τὸ φυσικὸ χάρισμα τῆς εὐφυΐας καὶ εὐθυκρισίας σὲ ἔμπρακτη αὐτοπροσφορά, κένωση ἀπὸ κάθε ἰδιοτέλεια, διακονία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.

    Χρῆστος Γιανναρᾶς

    1. N.Y. (Harper and Row) 1962
    2. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Ἐὰν μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα (1 Κορ. 4,15).
    3. Corpus Juris Ecclesiae Latinae/Corpus Juris Canonici
    4. Τὸ ρῆμα χρησιμοποιήθηκε γιὰ τὴ γλώσσα τῶν Εἰκόνων στὴ σχετικὴ ἀπόφαση τῆς Ἕβδομης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: “Ἡ γὰρ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει καὶ ὁ προσκυνῶν τὴν εἰκόνα, προσκυνεῖ ἐν αὐτῇ τοῦ ἐγγραφομένου τὴν ὑπόστασιν”. Ἡ τιμὴ τῆς Εἰκόνας δηλώνει σχἐση, ἡ Εἰκόνα εἶναι γλώσσα κλητικὴ σὲ σχέση, ἡ ἀπάντηση στὴν κλήση “διαβαίνει ἐπὶ τὸ πρωτότυπον”: ἡ ὑπόσταση τοῦ πρωτοτύπου (τοῦ εἰκονιζόμενου προσώπου) καὶ ἡ προσωπικὴ ὑπόσταση τοῦ τιμῶντος (“προσκυνοῦντος”) τὸ εἰκονιζόμενο συνιστοῦν σχέση ἐνυπόστατων ὅρων -σχέση προσωπικῆς ἀμεσότητας.
    Ετικέτες: