Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Τεύχος 86

    Τό παρόν τεῦχος ἀποτελεῖ μικρό ἀφιέρωμα στά μυστήρια τῆς θείας Κοινωνίας καί Ἐξομολόγησης.

    Τό κείμενο τοῦ πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν, ἀφοῦ ἐγκρίθηκε ἀπό τή σύνοδο τῶν ἐπισκόπων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς, μοιράσθηκε στίς κατά τόπους ἐνορίες μέ τή μορφή ποιμαντικῆς ἐπιστολῆς πρός κλῆρο καί λαό γιά νά ἐπισημάνει τίς στρεβλώσεις πού παρατηροῦνται στή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Παρ’ ὅλο πού συντάχθηκε στό 1972, διατηρεῖ –τουλάχιστον γιά τά ἑλληνικά δεδομένα– ἀκέραιη τή σημασία του. Ἐδῶ δημοσιεύεται τό κυρίως μέρος του.

                    Στή συνέχεια παραθέτουμε, σέ διασκευή, τέσσερις ὁμιλίες τοῦ Μητρ. Ἄντονυ (Μπλούμ) τοῦ Σουρόζ γιά τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, πού ἐκφωνήθηκαν στό τέλος τοῦ 1999 ὕστερα ἀπό αἴτημα τῶν πιστῶν. Ἡ ἁπλότητα τῆς ἐκφορᾶς τοῦ προφορικοῦ λόγου διατηρεῖται σέ πολλά σημεῖα. Ὁ Μητρ. Ἄντονυ κοιμήθηκε στίς 4 Αὐγούστου 2003 ἀφήνοντας πλούσιο συγγραφικό ἔργο πού τό διακρίνει ἡ ἀγάπη του γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.

    Τά κείμενα μετέφρασε ἀπό τά Ἀγγλικά ἡ Ἀ. Μπύρου.

    Ἐξομολόγηση καί θεία Κοινωνία

    τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

    Τά ἐρωτήματα καί ὁ προβληματισμός γιά τή συχνότητα τῆς θείας Κοινωνίας γιά τή σχέση ἀνάμεσα στό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας καί τῆς ἐξομολόγησης ὅπως καί τά ἐρωτήματα πού ἀφοροῦν τήν οὐσία καί τόν τύπο τῆς ἐξομολόγησης, εἶναι σήμερα σημάδια ζωντάνιας καί ἐγρήγορσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Φανερώνουν ὅτι ἀνάμεσα στούς Ὀρθοδόξους ὑπάρχει φανερό ἐνδιαφέρον γιά τό οὐσιῶδες καί δίψα γιά ὅ,τι εἶναι πνευματικά γνήσιο. Θά ἦταν λοιπόν ἐσφαλμένο νά προσπαθήσουμε νά ἀπαντήσουμε τέτοια ἐρωτήματα ἁπλῶς μέ «διοικητικά» μέτρα, μέ θεσπίσματα καί ἀπαγορευτικές ἐγκυκλίους. Γιατί, στήν πραγματικότητα αὐτό μέ τό ὁποῖο εἴμαστε ἀντιμέτωποι εἶναι ἕνα καίριο πνευματικό ἐρώτημα πού ἀφορᾶ ὁλόκληρη τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

                    Μόνο ἕνας πνευματικά τυφλός καί ἀδιάφορος ἄνθρωπος θά ἀρνιόταν ὅτι παρά τή σχετική της εὐημερία, ἐξωτερική καί ὑλική, αὐτό πού ἀπειλεῖ τήν Ἐκκλησία προέρχεται ἐκ τῶν ἔσω καί δέν εἶναι παρά ὁ κίνδυνος τῆς ἐκκοσμίκευσης, τῆς βαθιᾶς πνευματικής ἀποσύνθεσης. Τά τραγικά συμπτώματα αὐτοῦ τοῦ μαρασμοῦ ἔχουν ἐμφανισθεῖ πολύ καιρό πρίν. Οἱ ἀτελείωτες διαμάχες πάνω στά καταστατικά τῶν ἐνοριῶν, τό εὐρέως διαδεδομένο ἐνδιαφέρον τῶν ἐνοριτῶν γιά τήν προάσπιση τῶν «συμφερόντων», τῶν «δικαιωμάτων» καί τῶν «περιουσιακῶν» ἔναντι τῆς ἱεραρχίας καί τοῦ κλήρου, ἡ ἀπίστευτη εὐκολία μέ τήν ὁποία ἀκόμη καί παλιές καί ἱστορικές ἐνορίες ἁπλά ἐγκαταλείπουν τήν Ἐκκλησία χάριν αὐτῶν τῶν «δικαίων αἰτημάτων», ὁ ἐγκεντρισμός οὐσιαστικά ὅλων τῶν ἐκκλησιαστικῶν συμβουλίων, ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν καί ἐνοριακῶν πάνω στά ἐξωτερικά, τά ὑλικά καί τά «νόμιμα» —ὅλα αὐτά ἀποκαλύπτουν τέτοια βαθιά ἐκκοσμίκευση τοῦ νοῦ καί τῆς συνείδησης πού προκαλοῦν ἀνησυχία γιά τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀντιθέτως δέν δείχνει νά συνειδητοποιεῖ τό πραγματικό εὖρος καί βάθος τῆς κρίσης.

                    Κι ὅμως, εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἐκκοσμίκευση, πού ὁδηγεῖ τόσους ἀνθρώπους καί ἰδιαίτερα νέους μακριά ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ κανείς δέν τούς μιλᾶ γιά τό ἀληθινό της νόημα καί τί σημαίνει νά εἶναι μέλη της. Μέσα στήν ἴδια τήν Ἐκκλησία ἡ ἔκκληση γιά ἐμβάθυνση στήν ἐσωτερική καί πνευματική ζωή ἀκούγεται σπάνια καί συχνά τό «πνευματικό» ἐξαντλεῖται σέ συνεστιάσεις, ἐπετειακές πανηγύρεις, οἰκονομικές ἐξορμήσεις καί ψυχαγωγικά προγράμματα.

    […]

    Ὑπάρχει μία τάση νά ἐπιλύουμε ὅλα τά φλέγοντα καί δύσκολα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης τῆς μετοχῆς στή θεία Κοινωνία, μέ ἁπλές ἀναφορές στό παρελθόν: στίς πρακτικές πού χαρακτηρίζονταν ὡς κανονικές στή Ρωσία, τήν Ἑλλάδα, τήν Πολωνία κ.λπ. Αὐτή ἡ τάση, ὡστόσο, δέν εἶναι μόνο λανθασμένη ἀλλά καί ἐπικίνδυνη. Γιατί συχνά τό παρελθόν, ἀνεξαρτήτως χώρας, ἀπεῖχε πολύ ἀπό τό νά εἶναι ὀρθόδοξο καί σωστό. Γιά νά ἀντιληφθοῦμε τό γεγονός αὐτό ἀρκεῖ νά διαβάσουμε, γιά παράδειγμα, τίς παρατηρήσεις τοῦ καθολικοῦ σώματος τῆς Ρωσικῆς ἱεραρχίας στά ἔτη 1905-1912 […]. Κυριολεκτικά, χωρίς ἐξαιρέσεις, οἱ τότε Ρῶσοι ἐπίσκοποι, ἀπό τούς πιό κατηρτισμένους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί ἀναμφίβολα ἀπό τούς πιό παραδοσιακούς, χαρακτήρισαν τήν πνευματική, λειτουργική, ἐκπαιδευτική κ.λπ. κατάσταση τῆς Ἐκκλησίας ὡς βαρύτατα ἐλλιπή, καί ἀπαιτοῦσαν ἐπείγουσες ἀλλαγές. Κατ’ ἀρχήν ὁ Χομιάκοφ ἀποκήρυξε κάθε τι πού ἔδενε στό ἅρμα τοῦ δυτικοῦ Σχολαστικισμοῦ καί Νομικισμοῦ τά ἀληθινά ζωντανά καί παραγωγικά στοιχεῖα τῆς Ρωσικῆς θεολογίας. Ὁ Μητροπολίτης Ἄντονυ (Κραποβίτσκυ) ἔκανε ἔκκληση γιά ριζική ἀναμόρφωση τῶν Ρωσικῶν ἱερατικῶν σχολῶν καί ἀκαδημιῶν. Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης καταδίκαζε μέ αὐστηρότητα τήν χλιαρότητα καί τόν τυπικό εὐσεβισμό τῆς Ρωσικῆς κοινωνίας πού εἶχε ὑποβαθμίσει τή μετοχή στή θεία Κοινωνία σέ μία «ἅπαξ τοῦ ἔτους ὑποχρέωση» καί τήν Θεανδρική ζωή τῆς ἐκκλησίας στό ἐπίπεδο τῶν «ἐθίμων». Κάτω ἀπό αὐτή τήν ὀπτική γωνία, οἱ ἁπλές ἀναφορές καί ἐκκλήσεις στό παρελθόν δέν θά ἦταν δόκιμες, ἀφοῦ τό ἴδιο τό παρελθόν χρήζει ἐπαναξιολόγησης ὑπό τό φῶς τῆς γνήσιας ὀρθόδοξης παράδοσης. Τό μοναδικό κριτήριο εἶναι πάντοτε καί σέ κάθε περίπτωση αὐτή ἡ ἴδια ἡ Παράδοση καί ὁ προβληματισμός ἀφορᾶ τόν τρόπο πού θά τήν ἐνσωματώσουμε στήν παρούσα κατάσταση, πού διαφέρει τόσο ριζικά ἀπό τό παρελθόν.

                    Αὐτή ἡ κατάσταση προσδιορίζεται κυρίως ἀπό μία βαθιά πνευματική κρίση τῆς κοινωνίας, τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἐκκοσμίκευση εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς ἀπό τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ κρίση πού ἀρχίζει νά ἐπηρεάζει καί τήν Ἐκκλησία. Εἶναι ἐπικίνδυνο καί ἀφελές νά νομίζει κανείς ὅτι ἡ ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά σταματήσει μέ ἀποφάσεις καί διοικητικές πράξεις. Γιατί, καταρχήν, ἡ ἐκκοσμίκευση πλήττει τόν θησαυρό τῆς Ἐκκλησίας, τά ἅγια τῶν ἁγίων –τά θεῖα Μυστήρια.

    Ἐκκοσμίκευση καί μυστήρια

    Ἄν ξεκινῶ αὐτή τήν ἀναφορά στά μυστήρια μέ γενικές παρατηρήσεις πού ἀφοροῦν τήν κατάσταση τοῦ κόσμου καί τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι γιατί εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τό νέο ἐνδιαφέρον πάνω στίς μυστηριακές πρακτικές καί τούς κανόνες πηγάζει ἀπό αὐτή τή μεγάλη κρίση καί συνδέεται ἄμεσα μαζί της. Ἔχω τή γνώμη ὅτι ὁ προβληματισμός γιά τή συμμετοχή τοῦ λαοῦ στά Μυστήρια εἶναι στήν πραγματικότητα τό κλειδί γιά τήν εἴσοδο στήν καθολικότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς· στή λύση αὐτοῦ τοῦ προβλήματος στηρίζεται ἐν τέλει τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀναγέννηση ἤ ἡ ἀποσύνθεσή της.

                    Ἐκεῖ ὅπου ἡ Εὐχαριστία καί ἡ θεία Κοινωνία ἔχουν γίνει καί πάλι «τό κέντρο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς», τά προβλήματα τῶν σχέσεων τῆς ἐνορίας μέ τήν Ἐκκλησία καί τήν ἱεραρχία, τά προβλήματα μέ τούς κανόνες καί τίς οἰκονομικές δεσμεύσεις, παύουν νά ὑπάρχουν. Κάτι, βέβαια, πού δέν εἶναι τυχαῖο. Γιατί, ὅπου ἡ ἐνοριακή ζωή δέν θεμελιώνεται πάνω ἀπ’ ὅλα στόν Ἰησοῦ Χριστό –πού σημαίνει πάνω σέ μιά ζωντανή καί σταθερή κοινωνία μαζί Του καί μέσω Αὐτοῦ μέ τό μυστήριο τῆς παρουσίας Του, τή θεία Εὐχαριστία– ἐκεῖ, ἀργά ἤ γρήγορα ἀλλά ἀναπόφευκτα, κάτι διαφορετικό θά ἀναδυθεῖ καί θά ἐπικρατήσει: τά «περιουσιακά» καί ἡ «διεκδίκησή τους», οἱ πολιτικές σκοπιμότητες, τά ἐθνικιστικά φρονήματα, οἱ ὑλικές ἐπιτυχίες, ἡ «καύχηση» τῆς κοινότητας. Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις δέν εἶναι πλέον ὁ Χριστός, ἀλλά κάτι ἄλλο πού διαμορφώνει, καί ἐντέλει ἀπ-οικοδομεῖ τήν ἐνοριακή ζωή.

                    Μέχρι πρόσφατα καί γιά πολύ καιρό, οἱ ἐνορίες μας παράλληλα μέ τή θρησκευτική τους ἀποστολή εἶχαν ἕνα εἶδος φυσικοῦ ὑποστηρίγματος: φυλετικοῦ, ἐθνικοῦ, γλωσσικοῦ. Οἱ ἐνορίες ἦταν τό πλαίσιο καί ὁ τρόπος τῆς ἕνωσης τῶν μεταναστῶν, δηλαδή τῶν ἐθνικῶν ἐκείνων μειονοτήτων πού ἀναζητοῦσαν συγκροτημένη ταυτότητα καί ἐπιβίωση στήν Ἀμερικανική κοινωνία, πού ἀρχικά ἦταν ξένη καί ἀργότερα ἐχθρική ἀπέναντί τους. Τώρα, ὡστόσο, αὐτή ἡ «μεταναστευτική» περίοδος τῆς ἱστορίας τῆς ἐκκλησίας μας ὁδηγεῖται ραγδαῖα πρός τό τέλος της. Αὐτή ἡ «φυσική» βάση γρήγορα καταρρέει καί ἐξαφανίζεται. Τό ἑπόμενο ἐρώτημα εἶναι τό ἐξῆς: Τί θά τήν ἀντικαταστήσει; Μήπως εἶναι ὀδυνηρά ξεκάθαρο ὅτι ἐάν δέν ἀντικατασταθεῖ ἀπό τήν ἴδια τήν ἀλήθεια καί ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας –τήν ἐν Χριστῷ ἑντότητα –τότε ἀναγκαστικά θά ἐκφυλιστεῖ σέ μία ἀθεολόγηση, ἤ καί ἀντίχριστη θεώρηση τῆς ἐνορίας ὡς ἁπλοῦ ἀποδέκτη καί διαχειριστῆ περιουσιακῶν στοιχείων; […] Γιατί, εἶναι πλέον γνωστό καί ἀποδεδειγμένο ὅτι αὐτό πού δέν καταφέρνει νά ἑνώσει τούς ἀνθρώπους γύρω του, τούς συσπειρώνει ἐναντίον του. Κι ἐδῶ βρίσκεται ἡ τραγική διάσταση τῆς παρούσας κατάστασης.

                    Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού τό ἐρώτημα περί μυστηρίων ἔχει τέτοια ἰδιαίτερη σημασία. Μόνο στά μυστήρια μποροῦμε νά βροῦμε αὐτό πού μᾶς τροφοδοτεῖ μ’ ἕναν θετικό τρόπο: τήν ἀρχή τῆς ἑνότητας, πού τόσο φανερά λείπει ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ζωή σήμερα. Μόνο στά μυστήρια εἶναι ριζωμένη αὐτή ἡ δυνατότητα γιά ἀλλαγή τῆς νοο-τροπίας μας. Ἐάν ἔχει προκύψει ἕνας ἔντονος προβληματισμός σήμερα, εἶναι γιατί ὅλο καί περισσότεροι ἄνθρωποι, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, ἀναζητοῦν μία ἐπαναθεώρηση, μία νέα «βάση» πού θά ἔδινε τή δυνατότητα στήν ἐνορία νά ἀνακαλύψει τό ἐκκλησιαστικό της νόημα καί νά θέσει τέρμα στή ραγδαία καί λυπηρή «ἐκκοσμίκευση».

    Μαρασμός καί ἀνακαίνιση τῆς Εὐχαριστιακῆς πρακτικῆς

    Πολύ περιεκτικά θά συνοψίζαμε τήν δογματική καί ἱστορική πλευρά τῆς συμμετοχῆς τῶν πιστῶν στή θεία Εὐχαριστία, ὡς ἐξῆς:

                    Εἶναι γνωστό καί ἀδιαμφισβήτητο ὅτι στήν πρώτη Ἐκκλησία ἡ κοινωνία ὅλων τῶν πιστῶν, σέ κάθε Λειτουργική σύναξη, εἶναι αὐταπόδεικτος κανόνας. Αὐτό πού πρέπει ἐδῶ νά ὑπογραμμιστεῖ εἶναι ὅτι αὐτή ἡ συγκροτημένη συμμετοχή γίνεται ἀντιληπτή ὄχι μόνο ὡς πράξη προσωπικῆς εὐσέβειας καί ἁγιασμοῦ, ἀλλά πάνω ἀπ’ ὅλα, ὡς πράξη πού πηγάζει ἀπό τήν ἴδια τήν ἰδιότητα τοῦ μέλους τῆς Ἐκκλησίας: πλήρωση καί πραγμάτωση τῆς συμμετοχῆς. Ἡ Εὐχαριστία προσδιορίζεται καί βιώνεται ὡς «τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας», «τό μυστήριο τῆς σύναξης», «τό μυστήριο τῆς ἑνότητας». «Ἑνώθηκε μαζί μας καί σκήνωσε τό Σῶμα Του μέσα μας, ὥστε νά συγκροτήσουμε μία ὁλότητα, νά γίνουμε ἕνα σῶμα ἑνωμένο μέ τήν Κεφαλή», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἡ πρώτη Ἐκκλησία ἁπλά δέν γνωρίζει σημεῖο ἤ κριτήριο γιά τά μέλη της ἄλλο, ἀπό τή μετοχή στό μυστήριο. Ὁ ἀφορισμός ἀπό τήν ἐκκλησία ὁροθετεῖται μέ τόν ἀφορισμό ἀπό τήν εὐχαριστιακή σύναξη μέσα στήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἐκπληρώνει καί ἀποκαλύπτει ἑαυτήν ὡς Σῶμα Χριστοῦ. Ἡ Κοινωνία τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄμεση συνέπεια τοῦ βαπτίσματος: τοῦ μυστηρίου τῆς εἰσόδου μας στήν Ἐκκλησία, ὅπου δέν τίθενται πλέον ἄλλοι «ὅροι» γιά τή μετοχή μας. Τό μέλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό πρόσωπο πού, μέσα ἀπό τά μυστήρια, βρίσκεται σέ κοινωνία μέ αὐτήν· αὐτή ἡ κατανόηση τῆς Κοινωνίας, ὡς τό πλήρωμα τῆς μετοχῆς στήν Ἐκκλησία, μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ἐκκλησιολογική. Καί παρ’ ὅλο πού ἀργότερα συσκοτίστηκε ἤ ἔγινε πολύπλοκη, δέν ἐγκαταλείφθηκε ποτέ· παραμένει πάντοτε τό οὐσιαστικό μέρος τῆς Παράδοσης.

                    Ἔτσι, λοιπόν, κανείς δέν πρέπει ν’ ἀναρωτιέται γιά τήν ἴδια τήν πρακτική, ἀλλά τί ἦταν αὐτό πού συνέβη καί τήν ἀλλοίωσε. Πῶς ἔγινε κι ἀπομακρυνθήκαμε τόσο ἀπ’ αὐτήν, ὥστε ἀκόμα κι ἡ ἁπλή ἀναφορά της νά φαίνεται σέ μερικούς –ἰδιαίτερα κληρικούς –σάν ἀνήκουστη καινοτομία, σάν τριγμός στά θεμέλια. Γιατί, ἐδῶ καί αἰῶνες, ἐννιά στίς δέκα Λειτουργίες τελοῦνται χωρίς τήν προσέλευση κοινωνούντων;  –γεγονός πού δέν προκαλεῖ καμία ἔκπληξη, κανέναν φόβο, ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ἐπιθυμία γιά συχνή θεία Κοινωνία ξεσηκώνει ἀληθινό τρόμο; Πῶς εἶναι δυνατόν ἡ διδασκαλία περί ἅπαξ τοῦ ἔτους κοινωνίας νά καλλιεργεῖται μέσα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς μία ἀποδεκτή συνήθεια, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ὁποία σηματοδοτεῖ μόνο τήν ἐξαίρεση; Πῶς, μέ ἄλλα λόγια, ἡ κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας ἔφθασε νά γίνει τόσο ἐξατομικευμένη, τόσο ξένη πρός τήν Ἐκκλησία, τόσο ἀλλότρια πρός τήν ἴδια τήν προσευχή τῆς θείας Μετάληψης;

                    Τό πνευματικό αἴτιο γιά ὅλα αὐτά, ἄν καί πολύπλοκο ἱστορικά, εἶναι ἁπλό: Εἶναι ὁ φόβος τῆς βεβήλωσης τῆς ἱερότητας τοῦ μυστηρίου, ἡ ἀνησυχία γιά τήν ἀνάξια μετοχή, τήν καταπάτηση τῆς μυσταγωγίας τῶν ἱερῶν καί ὁσίων. Εἶναι ἕνας φόβος, βέβαια, πνευματικά ὀρθός, ἀφοῦ «πῦρ ὑπάρχων καί φλέγων ἀναξίους». Ἡ περιδεής αὐτή ἀντιμετώπιση ἐμφανίστηκε ἀρκετά νωρίς, ἀμέσως μετά τή νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στήν αὐτοκρατορία τῶν Ἐθνικῶν, μία νίκη πού μεταμόρφωσε τή χριστιανοσύνη σέ σύντομο σχετικά διάστημα σέ μία θρησκεία τῶν μαζῶν, καί ὁδήγησε στήν ἵδρυση Κρατικῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἐκλαΐκευση τῆς λατρείας. Ἐάν κατά τή διάρκεια τῶν διωγμῶν ἡ συμμετοχή στήν Ἐκκλησία ἐπέβαλε στούς πιστούς νά ἀκολουθήσουν τή «στενή ὁδό» καί νά θέσουν ἀνάμεσα σ’ αὐτούς καί τόν «κόσμο» μία αὐτονόητη διαχωριστική γραμμή, τώρα πλέον μέ τή μετοχή ὁλόκληρου τοῦ «κόσμου» στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ γραμμή αὐτή ἔτεινε πρός κατάργηση καί ἔτσι ἐμφανίστηκε ὁ πολύ πραγματικός κίνδυνος μιᾶς κατ’ ὄνομα, ἐπιφανειακῆς καί χλιαρῆς κατανόησης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἐάν, πρωτύτερα, ἡ ἴδια ἡ ἔνταξη στήν Ἐκκλησία εἶχε κάποια δυσκολία, τώρα, μέ τήν δεσμευτική συμπερίληψη οὐσιαστικά τοῦ καθενός μέσα στούς κόλπους της, κατέστη ἀναγκαῖο νά θεσμοθετηθοῦν κάποιοι ἔλεγχοι καί περιορισμοί. Ἦταν λοιπόν στά μυστήρια πού κυρίως ἀφοροῦσαν οἱ ὅποιες ρυθμίσεις.

                    Ὡστόσο, ἐδῶ, πρέπει νά τονίσει κανείς, ὅτι οὔτε οἱ Πατέρες οὔτε τά λειτουργικά κείμενα ἐνθαρρύνουν τή μή συμμετοχή στά Μυστήρια· μάλιστα οὔτε κἄν ἀφήνουν νά ἐννοηθεῖ κάτι παρόμοιο. Δίνοντας ἔμφαση στήν ἱερότητα τῆς Κοινωνίας καί τήν «φοβερά» της φύση καί καλώντας σέ ἀνάλογη πνευματική ἑτοιμότητα, οἱ Πατέρες οὔτε ὑποστήριξαν, οὔτε ἐνέκριναν τήν εὐρέως διαδεδομένη σύγχρονη ἀντίληψη ὅτι ἐφόσον τό Μυστήριο εἶναι ἱερό καί μεγαλοπρεπές, οἱ πιστοί δέν πρέπει νά προσέρχονται συχνά σ’ αὐτό. Στούς Πατέρες, ἡ θεώρηση τῆς Εὐχαριστίας ὡς τοῦ μέγιστου Μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ὡς τοῦ πληρώματος τῆς ἑνότητας καί τῆς ἄνθισής της, συνεχίζουν νά εἶναι αὐταπόδεικτα.

                    «Δέν θά πρέπει», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κασσιανός, «ν’ ἀποφεύγουμε τή Μετάληψη ἐπειδή θεωροῦμε τούς ἑαυτούς μας ἁμαρτωλούς. Ἀλλά νά προσερχόμαστε ἀκόμα πιό συχνά γιά τή θεραπεία τῆς ψυχῆς καί τόν ἐξαγιασμό τοῦ νοῦ, ἔχοντας ὅμως ταπείνωση καί πίστη, ὥστε ἀναλογιζόμενοι τήν ἀναξιότητά μας… νά ἐπιθυμοῦμε διακαῶς τήν ἴαση τῶν πληγῶν μας. Εἷναι ἀνάρμοστο νά μεταλαμβάνουμε μία φορά τόν χρόνο, ὅπως ὁρισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας τήν ἱερότητα τῶν θείων Μυστηρίων προσιτή μόνο στούς ἁγίους. Εἶναι προτιμότερο νά σκεφτόμαστε ὅτι ἡ Χάρη πού λαμβάνουμε μέσα ἀπό τό μυστήριο μᾶς ἐξαγιάζει. Κάθε ἄλλη συμπεριφορά φανερώνει περισσότερο οἴηση παρά ταπείνωση, καθώς οἱ ἄνθρωποι τίς σπάνιες φορές πού προσέρχονται πιστεύουν ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς Κοινωνίας. Πολύ καλύτερο θά ἦταν ἐάν, μέ ταπείνωση καρδιᾶς, γνωρίζοντας ὅτι ποτέ δέν εἴμαστε ἄξιοι τῶν θείων Μυστηρίων μετέχουμε κάθε Κυριακή πρός ἴαση τῶν ἀσθενειῶν μας, παρά τυφλωμένοι ἀπό περηφάνια νά νομίζουμε ὅτι μετά τήν πάροδο ἑνός χρόνου ἀποχῆς γινόμαστε ἄξιοι τῆς θείας Μετάληψης».

                    Ἀναφορικά μέ τήν ἐξίσου διαδεδομένη θεωρία πού διακρίνει τήν Μετάληψη ἀνάμεσα σέ κληρικούς καί λαό, κηρύσσοντας ὅτι οἱ πρῶτοι πρέπει νά κοινωνοῦν σέ κάθε Λειτουργία ἐνῶ οἱ λαϊκοί νά ἀποθαρρύνονται ἀπό παρόμοια πρακτική, χρήσιμο θά ἦταν νά ἀκούσουμε τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, πού ὅσο κανείς ἄλλος ἐπέμενε στή μετοχή στή θεία Κοινωνία: «Ὑπάρχουν περιπτώσεις», γράφει, «ὅπου ὁ ἱερέας δέν διαφέρει ἀπό τόν λαϊκό, ἰδιαίτερα ὅσον ἀφορᾶ στήν προσέλευση στά θεῖα Μυστήρια. Ἐκεῖ, τά δεχόμαστε ὅλοι ἰσότιμα σέ ἀντίθεση μέ τήν πρακτική τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπου ἄλλη τροφή προορίζονταν γιά τούς ἱερεῖς καί διαφορετική γιά τόν λαό, ἐνῶ στά τῶν ἱερέων δέν ἐπιτρεπόταν ἡ πρόσβαση ἀπό τούς λαϊκούς. Τώρα δέν συμβαίνει πλέον ἔτσι, ἀλλά σέ ὅλους προσφέρεται τό ἴδιο Σῶμα καί τό ἴδιο Αἷμα…».

                    Ἐπιτρέψτε μου νά ἐπαναλάβω ὅτι εἶναι ἁπλά ἀδύνατον νά βρεῖ κανείς στήν Παράδοση κάποια βάση πού νά δικαιώνει τήν παρούσα πρακτική τῆς σπανιότατης, ἄν ὄχι ἐτήσιας Μετάληψης τῶν λαϊκῶν. Ὅλοι ὅσοι μέ σοβαρότητα καί εὐθύνη ἔχουν προσεγγίσει τήν Παράδοση, […] διακρίνουν σ’ αὐτή τήν πρακτική μία ἀποσύνθεση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, μία ἀπόκλιση ἀπό τά παραδεδομένα καί τίς γνήσιες ὑποδομές τῆς Ἐκκλησίας. Καί ἡ πιό τρομακτική πλευρά αὐτῆς τῆς κατάπτωσης εἶναι ὅτι βρίσκει τή δικαίωση καί αἰτιολόγησή της μέσα ἀπό τούς ὅρους τοῦ «σεβασμοῦ» καί τοῦ «δέους» ἀπέναντι στήν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου. Ἀλλά, σ’ αὐτή τήν περίπτωση, οἱ μή κοινωνοῦντες θά ἔπρεπε νά βιώνουν τουλάχιστον κάποια θλίψη κατά τή διάρκεια τῆς Λειτουργίας, μία αἴσθηση ἐλλιποῦς μετοχῆς καί συντριβῆς, κάτι πού στήν πραγματικότητα δέν συμβαίνει. Ἡ μία γενιά Ὀρθοδόξων μετά τήν ἄλλη «παρακολουθοῦν» τή Λειτουργία ἀπόλυτα πεπεισμένοι ὅτι ἡ παρουσία τους ἐκεῖ εἶναι ἀρκετή καί ὅτι ἁπλούστατα ἡ Κοινωνία δέν προορίζεται γι’ αὐτούς. Καί μία φορά τό χρόνο ἐκπληρώνουν τό «καθῆκον» τους προσερχόμενοι στό Μυστήριο ὕστερα ἀπό μία σύντομη ἐξομολόγηση. Τό νά προσπαθεῖ κανείς νά ἀνακαλύψει ἕναν θρίαμβο τῆς ἱερότητας, μία πρακτική προστατευτική τῆς ἁγιότητας, ἤ πολύ περισσότερο νά δημιουργεῖ νέους κανόνες πού νά δικαιώνουν τήν παραφθορά, εἶναι ἀληθινά ἀπίστευτο.

                    Σέ κάποιες ἐνορίες, ἐκεῖνοι πού ἐξέφρασαν τήν ἐπιθυμία νά προσέρχονται συχνότερα ὑποβλήθηκαν σέ πραγματικό κατατρεγμό, τούς ζητήθηκε νά μήν ἐπιμένουν «γιά χάρη τῆς εἰρήνης», κατηγορήθηκαν ἀκόμη καί γιά παρέκκλιση ἀπό τήν Ὀρθοδοξία! Θά  μποροῦσα νά παραθέσω ἀποσπάσματα ἀπό φυλλάδια ἐνοριῶν πού διδάσκουν ὅτι ἐφόσον ἡ Μετάληψη εἶναι γιά μετανοοῦντες, κανείς πρέπει νά ἀπέχει ἀπό τό μυστήριο κατά τόν ἑορτασμό τῆς Ἀνάστασης προκειμένου νά μήν ἀμαυρώσει τή χαρά τῆς ἡμέρας! Καί τό πιό τραγικό εἶναι ὅτι αὐτή ἡ κατάσταση δέν προκαλεῖ κἄν τρόμο καί δέος γιά τό γεγονός ὅτι ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία γίνεται ἐμπόδιο στήν πορεία τοῦ πιστοῦ πρός τόν Χριστό! Ἀλήθεια, «ὅταν οὖν ἴδητε τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως… ἑστώς ἐν τόπῳ ἁγίῳ…» (Ματθ. 24:15).

                    Τελικά, δέν θά ἦταν δύσκολο νά δείξει κανείς ὅτι ὅποτε καί ὅπου ἔχει παρατηρηθεῖ μία γνήσια ἀναζωογόνηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, αὐτή γεννήθηκε μέσα ἀπό αὐτό πού θά χαρακτηρίζαμε ὡς «εὐχαριστιακή πεῖνα». Τόν εἰκοστό αἰῶνα ἡ Ὀρθοδοξία πέρασε ἀπό μεγάλη κρίση. Καί μόλις ἡ κρίση αὐτή ἔγινε ἀντιληπτή καί κατανοήθηκε, ὑπῆρξε μία στροφή πρός τή θεία Κοινωνία ὡς «τό κέντρο τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς». Ἔτσι συνέβη στήν κομμουνιστική Ρωσία, ὅπως μαρτυροῦν ἑκατοντάδες πιστῶν. Τό ἴδιο συνέβη σέ ἄλλα κέντρα τῆς Ὀρθοδοξίας καί στή διασπορά […]. Ὅ,τι εἶναι ἀληθινό, ζωντανό, ἐκκλησιαστικό, γεννήθηκε μέσα ἀπό τήν ταπεινή καί χαροποιό ἀνταπόκριση στόν λόγο τοῦ Κυρίου: «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. 6:56).

                    Τώρα, λοιπόν, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, αὐτός ὁ εὐχαριστιακός ἐγκεντρισμός, αὐτή ἡ δίψα γιά συχνότερη, κανονική προσέλευση στή θεία Κοινωνία καί κατ’ ἐπέκταση ἐπιστροφή σέ μία πιό γνήσια ἐκκλησιαστική ζωή, ἔκανε τήν ἐμφάνισή της ἐδῶ στήν Ἀμερική. Εἶμαι βέβαιος ὅτι τίποτα δέν θά προσφέρει μεγαλύτερη χαρά στούς ἱερεῖς καί ἰδιαίτερα τούς ἐπισκόπους ἀπό αὐτή τήν ἀναγέννηση πού μᾶς δίνει τή δυνατότητα ν’ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τίς πνευματικά νεκρές ἔριδες περί «περιουσιακῶν» καί «δικαιωμάτων», ἀπό τήν ἰδέα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑνός ἐθνικο-κοινωνικοῦ ὁμίλου τῆς διασκέδασης καί τοῦ πικ-νίκ, ἀπό τίς ὀργανωμένες «νεολαῖες» ὅπου τό ἐκκλησιαστικό ἐνδιαφέρον καί βίωμα ἔχουν μειωθεῖ στό ἐλάχιστο. Γιατί, ὅπως ἤδη ἔχω πεῖ, δέν ὑπάρχει ἄλλου εἴδους ὑποδομή πού νά ἐπιτρέπει αὐτή τήν ἀνακαίνιση τῆς Ἐκκλησίας ὡς ὁλότητας, καί οὔτε θά ὑπάρξει ποτέ. Ἡ ὅποια ἐθνικο-φυλετική βάση σταδιακά ξεθωριάζει. Κάθε τι πού κινεῖται στά ὅρια μόνο τοῦ ἐθίμου, μόνο τοῦ τύπου, πού λειτουργεῖ συμπληρωματικά στή ζωή ἀλλά δέν εἶναι τό ἴδιο ζωή, ἐξαφανίζεται. Ὁ λαός ἀναζητᾶ τό γνήσιο, τό ἀληθινό καί τό ζωντανό. Ἔτσι, ἄν θέλουμε νά ζοῦμε προοδεύοντας εἶναι φανερό ὅτι πρέπει νά τό κάνουμε μόνο πάνω στή βάση τῆς ἀληθινῆς φύσης τῆς Ἐκκλησίας… κι αὐτή ἡ φύση εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, αὐτή ἡ μυστική ἑνότητα στήν ὁποία ἐνσωματωνόμαστε μέσα ἀπό τή συμμετοχή μας «στόν ἕνα Ἄρτο καί Οἶνο, στήν κοινωνία τοῦ ἰδίου Πνεύματος…».

    […] Ὅλα αὐτά ὡστόσο ἐγείρουν –μέ νέα ὀξύτητα καί ἔνταση –τό ἐρώτημα γιά τήν πνευματική ἑτοιμότητα πρό τῆς θείας Κοινωνίας καί, καταρχήν, γιά τή θέση τῆς ἐξομολόγησης σέ σχέση μέ τό μυστήριο.

    Ἐξομολόγηση καί θεία Κοινωνία

    Ὅταν ἡ μετάληψη ὁλὀκληρης τῆς σύναξης σέ κάθε Λειτουργία, πού ἐξέφραζε τή μετοχή στήν ἀκολουθία, ἔπαψε νά εἶναι ὁ κανόνας καί ἀντικαταστάθηκε ἀπό τήν πρακτική τῆς σπάνιας προσέλευσης, ἔγινε πέον φυσικό ὅτι θά προηγοῦνταν αὐτῆς τῆς προσέλευσης τό μυστήριο τῆς Μετανοίας –δηλαδή τῆς ἐξομολόγησης καί καταλλαγῆς τῶν πιστῶν μέ τήν Ἐκκλησία, μέ τή μεσιτία τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς.

                    Ἡ πρακτική αὐτή –ἐπαναλαμβάνω, φυσική καί προφανής στήν περίπτωση τῆς σπάνιας προσέλευσης στή θεία Κοινωνία– ἐπέτρεψε τήν ἐμφάνιση μιᾶς νέας θεωρίας στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ Μετάληψη γιά τό σῶμα τῶν λαϊκῶν γίνεται ἀδύνατη χωρίς τό μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης, σέ ἀντίθεση μέ αὐτό πού συμβαίνει γιά τόν κλῆρο. Ἔτσι, ἡ ἐξομολόγηση προηγεῖται ὑποχρεωτικά –πάντοτε καί σέ κάθε περίπτωση– τῆς μετάληψης. Τολμῶ νά δηλώσω ὑπεύθυνα ὅτι ἡ θεωρία αὐτή (πού βρῆκε εὐρεία ἐφαρμογή στή Ρωσική Ἐκκλησία) δέν θεμελιώνεται μέ κανένα τρόπο στήν Παράδοση, ἀλλά κατάφωρα ἔρχεται σέ σύγκρουση μέ τό ὀρθόδοξο δόγμα τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν Κοινωνία καί τήν Ἐξομολόγηση.

                    Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές κανείς δέν ἔχει παρά νά θυμηθεῖ τήν οὐσία τοῦ μυστηρίου τῆς Μετανοίας. Ἐξ ἀρχῆς ἡ ἐξομολόγηση στήν ἐκκλησιαστική συνείδηση καί διδασκαλία ἦταν τό μυστήριο τῆς συμφιλίωσης μέ τήν Ἐκκλησία γιά ὅσους εἶχαν ἀφοριστεῖ ἀπ’ αὐτήν, δηλαδή ἐκείνους πού εἶχαν ἀποκλειστεῖ ἀπό τήν εὐχαριστιακή σύναξη. Γνωρίζουμε ὅτι, ἀρχικά, ἡ ἰδιαίτερα αὐστηρή ἐκκλησιαστική πειθαρχία ἐπέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση ἅπαξ στή διάρκεια τοῦ βίου τοῦ μετανοοῦντα, ἀλλά ἀργότερα, εἰδικά μέ τήν εἴσοδο στήν Ἐκκλησία ὁλόκληρου τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ συγκεκριμένος κανόνας ἔγινε πιό χαλαρός. Στήν οὐσία του, τό Μυστήριο τῆς Μετανοίας ὡς μυστήριο συμφιλίωσης μέ τήν Ἐκκλησία ἀφοροῦσε ἐκείνους μόνο πού ἡ Ἐκκλησία εἶχε ἀφορίσει γιά ἁμαρτίες καί πράξεις ἐπ’ ἀκριβῶς ὁριζόμενες στήν Κανονική παράδοσή της. Κάτι, ἄλλωστε, πού γίνεται φανερό κι ἀπό τήν συγχωρητική εὐχή: «Δέσποτα, καί τόν δοῦλον σου τῇ σῇ ἀγαθότητι ἐλευθέρωσον τοῦ ἐπικειμένου αὐτῷ δεσμοῦ». (Παρεμπιπτόντως, ὀφείλουμε νά χρησιμοποιοῦμε τήν ὀρθή εὐχή τῆς συγχωρήσεως κι ὄχι τήν ἄλλη, ξένη στίς ἀνατολικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ἐκδοχή της, «Ἐγώ, ὁ ἀνάξιος ἱερέας, μέ τήν ἐξουσία πού μοῦ ἔχει δοθεῖ, σέ ἀπαλλάσσω…» πού εἶναι λατινογενοῦς προέλευσης καί παρεισέφρησε στά λειτουργικά μας βιβλία κατά τήν περίοδο τῆς ἐπικράτησης στοιχείων τῆς Δυτικῆς θεολογίας ἀνάμεσα στούς Ὀρθοδόξους).

                    Ὅλα αὐτά δέν σημαίνουν, βέβαια, ὅτι οἱ «πιστοί», δηλαδή οἱ «μή ἀφορισμένοι», θεωροῦνταν ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀναμάρτητοι. Καταρχήν, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία κανένα ἀνθρώπινο ὄν δέν εἶναι ἀναμάρτητο. Κατά δεύτερον, ἡ προσευχή γιά τή συγχώρεση καί ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ἴδιας τῆς Λειτουργίας (βλ. τόν Τρισάγιο Ὕμνο καί τίς δύο «Εὐχές τῶν πιστῶν»). Τέλος, ἡ Ἐκκλησία πάντοτε φρονοῦσε ὅτι ἡ θεία Κοινωνία προσφέρεται «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ἔτσι τό θέμα ἐδῶ δέν εἶναι ἡ ἀναμαρτησία, πού καμία συγχωρητική εὐχή δέν εἶναι ἱκανή νά τήν ἐπιτύχει. Ἀλλά ἡ διάκριση πού πάντοτε γινόταν ἀπό τήν Ἐκκλησία ἀνάμεσα στήν ἁμαρτία πού ἐξορίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τή ζωή τῆς χάριτος τῆς Ἐκκλησίας, καί στήν ἁμαρτωλότητα πού ἀναπόφευκτα συνοδεύει τή ζωή κάθε ἀνθρώπινου ὄντος «πού ζεῖ ἐν τῷ κόσμῳ καί ἐνδύεται σάρκα». Θά λέγαμε ὅτι μέσα στήν ἀκολουθία τῆς Λειτουργίας ἡ φθαρεῖσα ἀπό τήν ἁμαρτία φύση μας «ἀναπλάθεται» ὅπως ὁμολογοῦμε στίς εὐχές τῶν πιστῶν πρίν ἀπό τήν προσφορά τῶν θείων Δώρων. Ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, τή στιγμή τῆς πρόσληψης τῶν Μυστηρίων, παρακαλοῦμε γιά συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν «ἑκουσίων τε καί ἀκουσίων, ἐν λόγοις ἤ ἔργοις, ἐν γνώση καί ἀγνοία» καί ἐμπιστευόμαστε ὅτι, στό μέτρο τῆς μετανοίας μας, θά λάβουμε αὐτή τήν συγχώρεση.

                    Ὅλα αὐτά βεβαίως σημαίνουν –καί κανείς δέν τό ἀρνεῖται –ὅτι ὁ μόνος πραγματικός ὅρος γιά τήν προσέλευση στά θεῖα Μυστήρια εἶναι ἡ μετοχή μας στό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, μετοχή πού ἀντιστρόφως βρίσκει τήν πληρότητά της μέ τήν πρόσληψη τῶν μυστηρίων. Ἡ Μετάληψη δίνεται πρός «ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ἴαση ψυχῶν τε καί σωμάτων», πράγμα πού ὑποδηλώνει μέ σαφήνεια, τί ἄλλο, παρά τή μετάνοια, τή συναίσθηση τῆς πλήρους ἀναξιότητάς μας καί τή συνείδηση τῆς Κοινωνίας ὡς θείου δώρου πού κανένα ἐπίγειο ὄν δέν εἶναι «ἄξιο» νά λάβει. Ὅλο τό νόημα τῆς προετοιμασίας γιά τήν Κοινωνία, ὅπως ὁρίστηκε ἀπό τήν Ἐκκλησία (στήν Ἀκολουθία τῆς θείας Μεταλήψεως) δέν εἶναι νά δημιουργήσει στόν ἄνθρωπο τό αἴσθημα τῆς «ἀξιότητας»· ἀντίθετα, σκοπεύει στό νά δείξει σ’ αὐτόν τήν ἄβυσσο τοῦ ἐλέους καί τῆς ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ: «Τέκνον μου πνευματικόν, ὁ τῇ ἐμῇ ταπεινότητι ἐξομολογούμενος, ἐγώ ὁ ταπεινός καί ἁμαρτωλός οὐκ ἰσχύω ἀφιέναι ἁμάρτημα ἐπί τῆς γῆς, εἰμί ὁ Θεός… ὁ συγχωρήσας Δαυΐδ, διά Νάθαν τοῦ Προφήτου, τά ἴδια ἐξομολογήσαντι ἁμαρτήματα, καί Πέτρῳ τήν ἄρνησιν, κλαύσαντι πικρῶς, καί Πόρνη δακρυσάση ἐπί τούς αὐτοῦ πόδας, καί Τελώνη καί Ἀσώτῳ, αὐτός ὁ Θεός, συγχωρήσαι σοι δι’ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ πάντα, καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, καί ἐν τῷ μέλλοντι· καί ἀκατάκριτόν σε παραστήσαι ἐν τῷ φοβερῷ αὐτοῦ Βήματι». Ἐνώπιον τῆς Τράπεζας τοῦ Κυρίου, ἡ μόνη «ἀξιωσύνη» τῶν κοινωνούντων εἶναι αὐτή ἡ βαθιά συναίσθηση τῆς «ἀναξιότητάς τους». Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς σωτηρίας.

                    Εἶναι ἑπομένως ὑψίστης σημασίας γιά μᾶς νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ μετατροπή τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης σέ μία ἀναγκαστική προϋπόθεση γιά τήν Κοινωνία, ὄχι μόνο συγκρούεται μέ τήν Παράδοση, ἀλλά προφανῶς τήν παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχήν τό δόγμα τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργώντας δύο κατηγορίες μελῶν, ἡ μία ἀπό τίς ὁποῖες εἶναι ἀφορισμένη στήν πραγματικότητα ἀπό τήν Εὐχαριστία. Ἐπιπλέον, στρεβλώνει τό νόημα καί πλήρωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μετοχῆς. Δέν προκαλεῖ ἔκπληξη κατά συνέπεια τό γεγονός ὅτι αὐτοί πού ὁ Ἀπόστολος καλεῖ «συμπολίτες τῶν ἁγίων καί οἰκείους τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. 2:19) γίνονται καί πάλι «ἐθνικοί», «ἐκκοσμικεύονται» καί ἡ μετοχή τους στήν Ἐκκλησία μετριέται καί ὁρίζεται μέ χρηματικούς ὅρους ὀφειλῶν καί «δικαιωμάτων». Ἀλλά, ἐπίσης, αὐτό πού παραμορφώνεται εἶναι τό δόγμα περί τῆς θείας Κοινωνίας πού γίνεται πλέον ἀντιληπτό ὡς τό μυστήριο γιά τούς λίγους «ἐκλεκτούς» καί ὄχι ὡς τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἁμαρτωλῶν πού μέσα ἀπό τό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Χριστοῦ μεταμορφώνονται διαρκῶς σέ Σῶμα Κυρίου. Καί τελικά, ἀνάλογα διαστρέφεται καί ἡ διδασκαλία γιά τήν ἐξομολόγηση. Παπαροιημένη σέ ὑποχρεωτική προϋπόθεση τῆς Μετάληψης, ἀρχίζει ὅλο καί πιό φανερά νά ὑποκαθιστᾶ τήν πραγματική ἑτοιμότητα γιά τήν Εὐχαριστία, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τή γνήσια ἐσωτερική μετάνοια, αὐτή πού ἔχει ἐμπνεύσει ὅλες τίς εὐχές πρό τῆς θείας Κοινωνίας. Ὕστερα ἀπό μία τρίλεπτη ἐξομολόγηση καί συγχωρητική εὐχή ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται πλέον «δικαιοῦχος» τοῦ μυστηρίου, «ἄξιος», ἴσως καί ἀπαλλαγμένος ἀπό τίς ἁμαρτίες του, αἰσθάνεται μέ ἄλλα λόγια τό ἀκριβῶς ἀντίθετο ἀπ’ αὐτό στό ὁποῖο μᾶς καλεῖ ἡ ἀληθινή μετάνοια.

                    Μέ ποιό τρόπο λοιπόν μιά τέτοια πρακτική ἐμφανίστηκε καί καθιερώθηκε, ὥστε σήμερα πολλοί νά τήν ὑπερασπίζονται ὡς τήν πλέον ὀρθόδοξη; Γιά νά ἀπαντήσουμε στήν ἐρώτηση πρέπει νά λάβουμε ὑπόψη μας τρεῖς παράγοντες. Ἔχουμε ἤδη ἀναφερθεῖ στόν ἕναν: Πρόκειται γιά τήν ἐπιφανειακή καί χλιαρή προσέγγιση τῆς πίστης καί τῆς εὐσέβειας ἀπό τήν ἴδια τή χριστιανική κοινότητα, πού ὁδήγησε ἀρχικά στήν σπάνια Μετάληψη καί τελικά στόν ὑποβιβασμό της σέ ἅπαξ τοῦ ἔτους «ὑποχρέωση». Εἶναι ξεκάθαρο ὅτι ὁ πιστός πού προσέρχεται στό ἱερό Μυστήριο μία φορά τόν χρόνο ὀφείλει πράγματι νά «συμφιλιωθεῖ» μέ τήν Ἐκκλησία, μέσα ἀπό μία ἐξέταση τῆς συνείδησης καί τῆς ζωῆς του κατά τό μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης.

    Ὁ δεύτερος παράγοντας εἶναι ἡ ἐπιρροή τῆς μοναστικῆς πρακτικῆς, πού βέβαια στό σύνολό της εἶναι ἰδιαίτερα εὐεργετική γιά τήν Ἐκκλησία. Οἱ μοναχοί λοιπόν, γνώριζαν καί ἀσκοῦσαν ἐξ ἀρχῆς τήν πρακτική τῆς «ἔκθεσης τῶν λογισμῶν» καί τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης τῶν ἀπείρων ἀπό τόν πιό ἔμπειρο τῆς κοινότητας. Ἀλλά –κι αὐτό εἶναι τό οὐσιῶδες – αὐτός ὁ πνευματικός πατέρας ἤ «γέροντας» δέν ἦταν ἀπαραίτητα ἱερέας ἀφοῦ ἡ πνευματική καθοδήγηση συνδεόταν μέ τήν πνευματική ἐμπειρία καί ὄχι τήν ἱεροσύνη.

    Στά Βυζαντινά μοναστικά τυπικά τοῦ 7ου-8ου αἰώνα οἱ μοναχοί ἀπαγορεύεται νά ἀποφασίζουν μόνοι τους γιά τήν προσέλευση ἤ τήν ἀποχή τους ἀπό τό Ἅγιο Ποτήριο, χωρίς δηλαδή τή συγκατάθεση τοῦ πνευματικοῦ τους πατέρα, καθώς «ἡ ἐξαίρεση ἑαυτοῦ ἀπό τήν Κοινωνία εἶναι ἡ ἐφαρμογή τοῦ ἰδίου θελήματος». Στίς γυναικεῖες μονές παρόμοια ἄδεια ἀπαιτεῖται ἀπό τήν ἡγουμένη. Παρατηροῦμε, λοιπόν, πώς ἡ ἐξομολόγηση ἐδώ εἶναι μή-μυστηριακοῦ τύπου καί βασίζεται στήν πνευματική ἐμπειρία καί τήν διαρκῆ καθοδήγηση. Ὡστόσο, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ πρακτική ἔχει ἔντονο ἀντίκτυπο στό καθαυτό μυστήριο τῆς Ἐξομολόγησης. Στή διάρκεια τῆς πνευματικῆς παρακμῆς (τῆς ὁποίας τήν ἀληθινή ἔκταση καί σημασία ἀνακαλύπτει κανείς μέσα στούς κανόνες τῆς λεγομένης Συνόδου τοῦ Τρούλου τοῦ 6ου αἰώνα), τά μοναστήρια παρέμειναν τά κέντρα τῆς πνευματικῆς μέριμνας καί νουθεσίας τῶν λαϊκῶν. […] Ὁ λαός μέ φυσικό τρόπο ταύτισε αὐτό τό εἶδος τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης μέ τήν μυστηριακή ἐξομολόγηση. Θά πρέπει, ὡστόσο, νά τονίσουμε ὅτι τήν ἱκανότητα τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης δέν διαθέτει ὁ κάθε ἐνοριακός ἱερέας, ἀφοῦ αὐτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική ἐμπειρία, χωρίς τήν ὁποία ἡ «καθοδήγηση» μπορεῖ νά ὁδηγήσει, καί στήν πραγματικότητα συχνά ὁδηγεῖ, σέ ἀληθινές πνευματικές τραγωδίες. Αὐτό πού ἐνδιαφέρει ἐδῶ, εἶναι ὅτι τό μυστήριο τῆς μετανοίας συνδέθηκε κατά μία ἔννοια μέ τήν πνευματική καθοδήγηση, τήν ἐπίλυση «δυσκολιῶν» καί «προβλημάτων»· κατ’ ἐπέκταση στήν παρούσα ἐνοριακή ζωή ταυτίστηκε μέ τίς «μαζικές» ὀλιγόλεπτες ἐξομολογήσεις πού ἑστιάζονται κυρίως στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ὅπου ἡ ὅποια νουθεσία καί ἀνέφικτη γίνεται, ἀλλά καί εἶναι πιθανό ὅτι φέρει περισσότερη βλάβη παρά ὄφελος. Ἡ πνευματική καθοδήγηση πρέπει νά ἀποσυνδεθεῖ ἀπό τή μυστηριακή ἐξομολόγηση, ἔστω κι ἄν αὐτή ἡ τελευταία εἶναι προφανῶς τό ἀπώτερο τέλος κι ὁ σκοπός της.

                    Ὁ τρίτος καί ἀποφασιστικός παράγοντας ἦταν, φυσικά, ἡ ἐπίδραση τῆς Δυτικής, σχολαστικῆς καί δικανικῆς κατανόησης τῆς μετανοίας. Ἔχουν πολλά γραφεῖ γιά τήν «δυτική ὑποδούλωση» τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας, ἀλλά φοβᾶμαι πώς λίγοι ἄνθρωποι συνειδητοποιοῦν τό βάθος καί τό ἀληθινό νόημα τῆς στρέβλωσης στήν ὁποία ἡ Δυτική ἐπιρροή ὁδήγησε τήν ἴδια τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί πάνω ἀπ’ ὅλα τήν κατανόηση τῶν Μυστηρίων. Αὐτό γίνεται φανερό στό μυστήριο τῆς μετανοίας. Ἡ σοβαρή παραμόρφωση ἐδῶ συνίσταται στήν μετατόπιση τοῦ νοήματος τοῦ μυστηρίου ἀπό τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση στήν στιγμή τῆς «ἄφεσης» πού προσλαμβάνεται δικανικά. Ἡ Δυτική σχολαστική θεολογία διαχώρισε σέ δικανικές κατηγορίες τήν ἴδια τήν οὐσία τῆς ἁμαρτίας καί, ἀντίστοιχα, τήν ἔννοια τῆς ἄφεσης. Ἡ τελευταία πηγάζει ἐδῶ ὄχι ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ ἱερέως. Ἐάν γιά τήν ἀρχική ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐξομολόγησης ὁ ἱερέας εἶναι ὁ παρευρισκόμενος μάρτυρας τῆς μετανοίας, καί ὡς ἐκ τούτου μάρτυρας τῆς πλήρους «καταλλαγῆς μέ τήν Ἐκκλησία ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ…», ὁ Λατινικός νομικισμός ὑπερτονίζει τήν ἐξουσία τοῦ ἴδιου τοῦ ἱερέως νά δίνει ἄφεση ἁμαρτιῶν. Ἔτσι προκύπτει ἡ ὁλότελα καινοφανής γιά τό Ὀρθόδοξο δόγμα ἀλλά ἀρκετά δημοφιλής σύγχρονη πρακτική τῆς «ἄφεσης-ἀπαλλαγῆς» χωρίς ἐξομολόγηση. Ἡ ἀρχική διάκριση ἀνάμεσα σέ ἁμαρτίες-ἀφορισμούς ἀπό τήν Ἐκκλησία (ἀπό τούς ὁποίους προέκυπτε ἡ ἀνάγκη τῆς μυστηριακῆς συμφιλίωσης μέ τό Ἐκκλησιαστικό Σῶμα) καί τῆς ἁμαρτωλότητας πού δέν ἐξέβαλε τόν πιστό ἐκτός Ἐκκλησίας, ἐκλογικεύθηκε ἀπό τόν Δυτικό Σχολαστικισμό σέ διαχωρισμό ἀνάμεσα στίς λεγόμενες θανάσιμες καί ἐξαγοράσιμες (συγγνωστές) ἁμαρτίες. Οἱ πρῶτες, ἔχοντας ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν «κατάσταση τῆς χάριτος» ἀπαιτοῦν μυστηριακή ἐξομολόγηση καί ἄφεση· ἐνῶ οἱ ὑπόλοιπες χρήζουν μόνο ἐσωτερικῆς μεταμέλειας. Στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ὡστόσο, καί ἰδιαίτερα στή Ρωσία (κάτω ἀπό τήν ἐπίδραση τῆς Λατινόφρονος θεολογίας τοῦ Πέτρου Μογίλα καί τῶν μαθητῶν του) ἡ θεωρία αὐτή κατέληξε στήν ὑποχρεωτική καί δικανική σύνδεση ἀνάμεσα στήν ἐξομολόγηση-ἄφεση καί τήν Εὐχαριστία.

                    Κατά ἕναν εἰρωνικό τρόπο ἡ πιό ὁλοφάνερη «διείσδυση» τῶν Λατίνων ἀντιμετωπίζεται ἀπό μεγάλο ἀριθμό πιστῶν ὡς ὀρθόδοξη νόρμα, ἐνῶ ἡ πιό ἁπλή ἀπόπειρα γιά ἐπαναξιολόγηση τῆς πρακτικῆς κάτω ἀπό τό φῶς τοῦ αὐθεντικοῦ ὀρθόδοξου δόγματος τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν μυστηρίων καταγγέλλεται ὡς «Ρωμαιοκαθολική»! […]

    ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ

    ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

    τοῦ Μητροπολίτη Ἄντονυ τοῦ Σουρόζ

    Ὅταν ἕνα παιδί ἔρχεται γιά ἐξομολόγηση μοῦ μεταφέρει, ἀπό μνήμης ἤ σέ γραπτό, μία σύντομη ἤ μακριά λίστα «ἁμαρτιῶν». Ὅπως ἀνακαλύπτω στή συνέχεια, ἔχει συνήθως συνταχθεῖ χωρίς τή συμμετοχή τοῦ ἴδιου τοῦ παιδιοῦ καί ἀντανακλᾶ μόνο τά παράπονα καί τήν κριτική τῶν γονέων του. Παρόμοια ἐμπειρία ἔχει κανείς μέ ἐνήλικες ἀνθρώπους πού ἐμφανίζονται μέ λίστες πού ἀνακάλυψαν σέ σχετικά βιβλία ἤ συνέταξαν μέ τή συνδρομή τῶν πνευματικῶν τους γερόντων. Ἔτσι, τό ἑπόμενο βῆμα εἶναι νά θέσω τόν ἄνθρωπο μπροστά στόν προβληματισμό νά διερευνήσει τή δική του, προσωπική σχέση μέ τόν Χριστό. Οἱ περισσότεροι δέν ἔχουν παρά μία ἐπιφανειακή, ἐξ ἀκοῆς γνωριμία μαζί Του γι’ αὐτό καί τούς ἐνθαρρύνω νά τόν γνωρίσουν καλύτερα μέσα ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀπό μία τέτοια προσέγγιση ἀρχίζει κανείς νά καταλαβαίνει ἄν τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τόν ἑλκύει· ἐάν ἐπιθυμεῖ νά γίνει ὅμοιος μέ τόν Χριστό καί νά κτίσει μέ Ἐκεῖνον μία σχέση φιλίας.

    Ἄς ἀναρωτηθοῦμε λοιπόν ἄν τό στοιχεῖο τῆς φιλίας ὑπάρχει στή δική μας σχέση μέ τόν Χριστό. Ἄς ρωτήσουμε τόν ἑαυτό μας ἐάν προσπαθήσαμε μέ κάποιο τρόπο νά τοῦ δώσουμε χαρά καί νά συμπαρασταθοῦμε στό ἔργο Του. Ἄν τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ σχέση αὐτή μᾶς ἀφήνει ἀδιάφορους θά χρειαστεῖ νά ἐπανεξετάσουμε τί σημαίνει τελικά νά εἴμαστε Χριστιανοί. Ἐάν ὅμως νιώθουμε εἰλικρινά τόν Χριστό ὡς φίλο, ἄς αρχίσουμε νά ρωτοῦμε τόν ἑαυτό μας καθημερινά: Τί ἔκανα, τί εἶπα, τί σκέφτηκα καί αἰσθάνθηκα, πού μπορεῖ νά Τοῦ δώσει χαρά ἤ θλίψη;

                    Κι αὐτό ἀκριβῶς τό βίωμα ἄς μεταφέρουμε στήν Ἐξομολόγηση: «Ἀνάμεσα στήν τελευταία καί τή σημερινή ἐξομολόγηση ὑπῆρξα ἕνας ἄπιστος, ἕνας ἀδιάφορος, ἕνας δειλός σύντροφος ἤ ἀντιθέτως, παραστάθηκα ὡς φίλος…»

                    Ὅταν προσερχόμαστε στήν ἐξομολόγηση σπεύδουμε πρόσωπο μέ πρόσωπο πρός ἕναν φίλο. Δέν πρόκειται νά μᾶς κρίνει καί νά μᾶς καταδικάσει κανείς. Ἄς πολεμήσουμε τόν φόβο πού μᾶς διακατέχει γι’ αὐτό πού πρόκειται νά συμβεῖ. Ἐρχόμαστε στόν Ἕνα τῆς Τριάδος πού ὄντας Θεός ἐπέλεξε ἀπό ἀγάπη γιά μᾶς νά γίνει Ἄνθρωπος, ν’ ἀναλάβει πάνω Του τήν ἀνθρώπινη φθορά καί νά δώσει τή ζωή Του γιά μᾶς. Ἡ ζωή καί ὁ θάνατός Του εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὁτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι τόσο μεγάλη ὥστε νά μποροῦμε νά τόν πλησιάσουμε χωρίς δισταγμό, μέ τήν προσδοκία ὅτι σέ κάθε περίπτωση θά ἀγκαλιάσει τήν ἀδυναμία μας, πέρα ἀπό ἠθικές ἀξιολογήσεις. Ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἐάν κάποιος πρόκειται νά θρηνήσει γιά τήν ἀναξιότητα καί τήν ἁμαρτία μας μέ συμπόνια, ἔλεος, ἀγάπη, δέν εἶναι παρά Ἐκεῖνος –πού θά ἦταν πρόθυμος νά σαρκωθεῖ καί νά πεθάνει ἔστω καί γιά ἕναν μόνο ἁμαρτωλό, γιατί δέν μπορεῖ νά ὑπομείνει τήν ἀπώλεια κανενός. Αὐτός λοιπόν εἶναι ὁ Χριστός στόν ὁποῖο προσερχόμαστε κατά τήν ἐξομολόγηση. Προσδοκᾶ τήν ἴαση, τήν παραμυθία, τήν στήριξή μας –ὄχι τήν κρίση καί καταδίκη μας.

                    Καί τότε ποιός εἶναι ὁ ρόλος τοῦ ἱερέως; Στήν εὐχή πού διαβάζει ὁ κληρικός πρίν τό μυστήριο ὀνομάζεται «μάρτυρας». Καλεῖται ἀπό τόν Κύριο νά παραβρίσκεται ἐνώπιον τοῦ ἁμαρτωλοῦ γιά νά μαρτυρήσει τό γεγονός τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ γιά κεῖνον, νά βεβαιώσει ὅτι ὁ Κύριος εἶναι παρών καί ἡ μόνη ἐπιθυμία καί πρόθεσή του εἶναι ἡ σωτηρία καί ἡ αἰώνια εὐφροσύνη τοῦ μετανοοῦντος. Ἐπίσης, ὁ ἱερέας παρευρίσκεται στό ὄνομα τοῦ ἁμαρτωλοῦ, γιά νά ἱκετεύσει καί νά μεσιτεύσει στόν Κύριο γιά τή συμφιλίωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν Ἐκκλησία.

                    Ἄς ἀλλάξουμε, λοιπόν, τόν τρόπο τῆς ἐξομολόγησης: ἄς διώξουμε τόν φόβο τῆς τιμωρίας ἤ τῆς ἀπόρριψης κι ἄς βροῦμε τό θάρρος νά ἐλαφρώσουμε τήν καρδιά μας ἀπό κάθε ἀμφιβολία. Ὁ Χριστός δέν πρόκειται νά μᾶς ἀρνηθεῖ. Ἴσως ἡ ἐξομολόγησή μας νά εἶναι γιά Ἐκεῖνον ἕνας νέος σταυρός, ἀλλά θά τόν δεχθεῖ, ἀφοῦ μᾶς ἀγαπᾶ πέρα ἀπό κάθε κρίση, μέχρι θανάτου: Ὁ θάνατός του ἔγινε ἡ δική μας ζωή –ζωή μέσα στό χρόνο καί ζωή στήν αἰωνιότητα.

                    Ἡ ἐξομολόγηση πρίν ἀπό ὅλα εἶναι συνάντηση καί συμφιλίωση. Εἶναι συνάντηση μέ τόν Χριστό πού ποτέ δέν μᾶς στρέφει τά νῶτα, ἄν κι ἐμεῖς φεύγουμε μακριά. Μερικές φορές μία τέτοια συνάντηση μπορεῖ νά γίνει ἔμπνευση γιά ὁλόκληρη τή ζωή καί νά μᾶς δώσει δύναμη καί κουράγιο νά διάγουμε τό ὑπόλοιπο τοῦ βίου.

                    Συχνά ἁμαρτάνουμε σοβαρά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχουν κάποιες στιγμές τῆς ζωῆς πού μᾶς χωρίζουν ἀπό Ἐκεῖνον μέ ἕναν ἰδιαίτερα βίαιο τρόπο, στιγμές μεγάλης ἀπιστίας. Θυμηθεῖτε τό περιστατικό μέ τήν προδοσία τοῦ Πέτρου. Ὅταν ἀργότερα, μετά τήν Ἀνάσταση, ἡ Μαρία Μαγδαληνή συναντᾶ τόν Ἄγγελο Κυρίου στόν τόπο τοῦ μνημείου αὐτός τῆς παραγγέλει: «Ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καί τῷ Πέτρῳ…», γιατί ὁ Πέτρος ὄντας προδότης δέν λογάριαζε πλέον τόν ἑαυτό του ὡς ἕνα τῶν μαθητῶν. Εἶχε ἀπαρνηθεῖ τόν Χριστό κι αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Κύριος τόν ὀνοματίζει ἰδιαιτέρως θέλοντας νά τόν βεβαιώσει ὅτι ἡ φιλία τους διατηρεῖται ἀλώβητη κι ὅτι παραμένει τό ἴδιο ἀγαπητός ὅσο καί τότε πού ἦταν ἔμπιστος.

                    Καί τέλος ὑπάρχουν φορές πού προσερχόμαστε στήν ἐξομολόγηση γιατί θέλουμε νά ἀνανεώσουμε τήν ἐγγύτητα τῆς σχέσης πού ἔχει τραυματιστεῖ. Ἄς ἔχουμε κατά νοῦ ὅτι γιά νά ἐπανασυνδέσουμε τή φιλία μας χρειάζεται ν’ ἀνοίξουμε μέ εἰλικρίνεια τήν καρδιά μας καί νά φανερώσουμε τίς ἀστοχίες καί τά λάθη πού ἔχουν πληγώσει αὐτή τή σχέση. Δέν χρειάζεται νά καταφεύγουμε σέ λίστες ἁμαρτιῶν, οὔτε νά ἐρευνοῦμε τά βιβλία γιά ν’ ἀνακαλύψουμε τήν ἁμαρτία μας. Ἀλλά μόνο νά σκύψουμε μέσα μας καί νά ἐξετάσουμε τή συνείδησή μας.

                    Ἄς χρησιμοποιήσουμε ἁπλούς τρόπους γι’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν αὐτογνωσία. Τί εἶναι αὐτό πού μᾶς κράτησε σέ ἀδράνεια, ὥστε νά παραμείνουμε χωρίς καρπό; Ἄς προσπαθήσουμε μέσα ἀπό τίς γραμμές τοῦ Εὐαγγελίου νά ἐπισημάνουμε ὄχι ἐκεῖνα πού μᾶς κρίνουν, ἀλλά τά λόγια πού μιλοῦν στήν καρδιά μας, ὅπως ἔγινε μέ τούς μαθητές: «οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καί ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τάς γραφάς;» Ἄς ἀνακαλύψουμε κι ἐμεῖς τόν λόγο πού μᾶς θερμαίνει τήν καρδιά, πού ἀγγίζει τά βάθη τῆς ὕπαρξης καί μᾶς φέρνει σέ κοινωνία μέ τόν Κύριο. Αὐτό εἶναι τό κριτήριο. Στήν πραγματικότητα δέν ἔχει τόση σημασία ἄν ἀθετήσαμε κάποιους κανόνες. Αὐτό πού μᾶς ζημιώνει εἶναι ὅτι ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν εὐλογημένη κοινωνία τῆς χάριτός Του.

                    Ἄς ἐρευνήσουμε λοιπόν ἀπό τήν ἀρχή, ὄχι μέ τή στεῖρα λογική τῆς ἐνοχῆς, ἀλλά μέ ἀπώτερο σκοπό νά σταθμίσουμε πῶς χάσαμε τήν ἐμπιστοσύνη καί τήν ἀγάπη πού πρός στιγμήν γευθήκαμε. Ἄς θυμηθοῦμε ἐκεῖνα τά λόγια πού πύρωσαν τήν καρδιά μας κι ἔδωσαν καθαρότητα στό λογισμό μας, πού κίνησαν τή θέλησή μας στό ἀγαθό καί ἔφεραν γαλήνη στά μέλη μας καί τά μεταμόρφωσαν ἀπό σάρκινα σέ σῶμα ἱερό: ἱερό γιατί μέσα ἀπό τό βάπτισμα ἑνωθήκαμε μέ τόν σαρκωμένο Χριστό, μέσα ἀπό τό Χρῖσμα γίναμε δοχεῖο τοῦ Πνεύματος καί μέ τά ἄχραντα μυστήρια γινόμαστε Σῶμα Χριστοῦ. Αὐτή τήν ἐμπειρία ἄς μεταφέρουμε στήν ἐξομολόγηση, μετανοώντας ὅχι γιά κάτι ἀφηρημένο πού βρίσκεται σέ κάποια λίστα ἁμαρτιῶν ἀλλά γιά κεῖνες τίς ἐπιλογές πού διέρρηξαν τή φιλία καί κοινωνία μας μέ τόν Σωτῆρα Χριστό.

                    Ζοῦμε συχνά μέσα στό ψέμα. Κατασκευάζουμε γύρω μας ἕναν κόσμο ὅπου μόνο ὁ θάνατος μπορεῖ νά θριαμβεύσει. Ἀρνούμαστε τόν πλησίον μας καί κλείνουμε μόνοι μας τό δρόμο πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ζητοῦμε ἀπό τόν Κύριο συγχώρεση ἁμαρτιῶν, ἀλλά δέν ἔχει νόημα νά ἀναζητοῦμε μία τυπική ἄφεση. Πρέπει νά διψοῦμε γιά ἀληθινή συμφιλίωση, στό πλαίσιο τῆς ὁποίας θά ἀναθέσουμε στόν Θεό τήν ἀναξιότητα καί τήν ἀπιστία μας –ὄχι μόνο πρός Ἐκεῖνον ἀλλά καί πρός τόν πλησίον, τόν φίλο, τόν γνωστό καί συγγενῆ μας.

                    Ἄς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη ὅτι μόνο ἡ δική Του ἀκλόνητη φιλία μπορεῖ νά μᾶς παρακινήσει σέ ἀλλαγή. «Ἐγώ καί φίλος καί μέλος καί κεφαλή καί ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ. Πάντα ἐγώ. Μόνον οἰκείως ἔχε πρός ἐμέ. Ἐγώ πένης διά σέ καί ἀλήτης διά σέ, ἐπί σταυροῦ διά σέ, ἐπί τάφου διά σέ. Πάντα μοι σύ καί ἀδελφός καί συγκληρονόμος καί φίλος καί μέλος. Τί πλέον θέλεις;» «Μπορεῖς ν’ ἀνταποκριθεῖς μέ λίγη ἐμπιστοσύνη; Δέν ζητῶ ὁλοκληρωτική, ἄμεση ἀλλαγή. Ἀλλά πορεία βῆμα πρός βῆμα. Θά σέ στηρίξω, θά σέ προστατεύσω, θά ὁδηγήσω τά βήματά σου –μόνον ἄλαξε στάση. Κι ὅταν λάβεις συγχώρεση στό ὄνομά μου μήν σκεφτεῖς ὅτι τό παρελθόν ἔχει πάψει νά ὑπάρχει. Ἀλλά τότε μόνο θά ἔχεις ἀπαλλαχτεῖ ἀπό τίς πληγές ὅταν γίνεις τόσο ξένος πρός αὐτές ὥστε νά μήν τίς λογαριάζεις πιά γιά δικές σου».

                    Ὅταν τά παλιά μας πάθη ζωντανεύουν ἐνώπιόν μας καταλαβαίνουμε ὅτι δέν εἶναι δυνατόν μέσα σέ μιά στιγμή νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τό παρελθόν. Χρειάζεται χρόνο γιά νά βαδίσουμε στό δρόμο τῆς ἐλευθερίας. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός μᾶς ἀρνεῖται τή συγχώρεση. Ἡ συγχώρεση τοῦ Θεοῦ ἐκδηλώνεται μέσα ἀπό τή συμπάσχουσα ἀγάπη του, τήν ἀποδοχή καί τή διαρκή πρόνοιά Του πού δέν ἐπιτρέπει νά ὁδηγηθοῦμε ἀνυπεράσπιστοι στόν ἴδιο πειρασμό. Ἔτσι, ἡ συγχώρεση τοῦ Κυρίου μπορεῖ νά λύνει τήν ἀποξένωση, ἀλλά χρειάζεται ἑπίπονος ἀγώνας καί μετάνοια γιά νά γίνουμε καινοί μέ τή χάρη Του. Ἡ ἄφεση δέν σβήνει τό παρελθόν. Τό θεραπεύει μέσα ἀπό τή συνέργεια τή δική μας μέ τόν Θεό.

                    Ἄς ἐμπιστευόμαστε, λοιπόν, καθημερινά τόν λογισμό μας στόν Θεό μέ εἰλικρίνεια. Κι ὅταν προσερχόμαστε στήν Ἐξομολόγηση ἡ εὐχή τῆς συγχωρήσεως θά ἔχει ἀληθινό, πραγματικό νόημα: τήν ἐπανασυγκρότηση μιᾶς φιλίας πού ὅσον ἀφορᾶ τόν Θεό παραμένει ἀναλλοίωτη ἀλλά ὡς πρός τό δικό μας μέρος χρειάζεται νά τήν ἐπιδιώξουμε. Κι αὐτή μας ἡ πρόθεση πρέπει νά στηρίζεται ἀπό ἀποφασιστικότητα· κι ἡ ἀποφασιστικότητα ἀπό πράξη καί κοινότητα ζωῆς.