Ὅλο καί περισσότερο οἱ ἀξίες τῆς ἐποχῆς μας στρέφονται στήν οἰκονομία, στόν πλοῦτο καί ἐν γένει στήν ὑλική εὐμάρεια. Ὅλοι νιώθουμε τόν ἑαυτό μας νά παρασύρεται μέσα στή δίνη τῆς καταναλωτικῆς καλοπέρασης καί νά προσκολλᾶται στά ὁράματα τῆς κοσμικῆς βασιλείας.
Εἶναι φυσική ροπή τῆς φθαρτῆς δημιουργίας νά ἀγωνίζεται γιά τή ζωή καί τήν αὐτοπραγμάτωση μέ τίς δικές της δυνάμεις, περικλεισμένη στή φυσική ἐγκόσμια τάξη καί ἀποκομμένη ἀπό τήν τάξη τῆς Χάριτος, πού εἶναι ἡ μόνη πού ζωοποιεῖ. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἕνωσε ἀσυγχύτως τήν κτίση μέ τή Θεότητα προσφέροντας ἀληθινά καί αἰώνια ἀγαθά σέ ὅσους θέλουν νά τά δεχτοῦν.
Σέ μιά στιγμή πού πολλοί ἐναποθέτουν ἐλπίδες στόν πλοῦτο πού φέρνει τό χρῆμα, διαλέξαμε νά ἀφιερώσουμε τό τεῦχος αὐτό στή φτώχια, ὅπως τή δίδαξε καί τή μακάρισε ὁ Χριστός· τουλάχιστον γιά νά διατηροῦμε τή μνήμη ὅσων δέν τηροῦμε, ὥστε νά ἀντλήσουμε πυξίδα στήν καθημερινή μας προσπάθεια.
(Το παρακάτω κείμενο εἶναι προσαρμογή ἀπό τό περιοδικό «Οἱ Ρίζες»,χειμώνας τοῦ 1988-89).

Μακάριοι οἱ πτωχοί
«Πολλοί ἐσμέν οἱ λέγοντες, ὀλίγοι δέ οἱ ποιοῦντες· ἀλλ’ οὖν τόν λόγον τοῦ Θεοῦ οὐδείς ὤφειλε νοθεύειν διά τήν ἰδίαν ἀμέλειαν, ἀλλ’ ὁμολογεῖν μέν τήν ἑαυτοῦ ἀσθένειαν, μή ἀποκρύπτειν δέ τήν τοῦ Θεοῦ ἀλήθειαν, ἵνα μή ὑπόδικοι γενώμεθα μετά τῆς τῶν ἐντολῶν παραβάσεως καί τῆς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ παρεξηγήσεως».
Θά γράψουμε ἐδῶ πράγματα πού δέν τα ἐφαρμόζουμε καί ἐπειδή δέν τά ἐφαρμόζουμε ὅλοι μας τά ἀποσιωποῦμε, μέ ἀποτέλεσμα, νά φορτώνουμε στήν πλάτη μας ἐκτός ἀπό τήν εὐθύνη γιά τήν παράβαση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου καί μία ἄλλη εὐθύνη πού δέν ἀναλογιζόμαστε, αὐτήν τῆς παρεξηγήσεως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔχουμε τό δικαίωμα νά ἀποκρύπτουμε τήν ἀλήθεια ἐπειδή ἐμεῖς ἀδυνατοῦμε νά τήν ἐφαρμόσουμε. Ἐξ ἄλλου «λέγειν χρῆ καλά καί τόν μή καλά πράττοντα, ὅπως ἄρξηται τῶν ἔργων, τούς λόγους αἰσχυνόμενος».
«Αἱ τοῦ Θεοῦ ἐντολαί», λέγει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος, «ὑπερ πάντας τούς θησαυρούς τοῦ κόσμου. Καί ὁ ταύτας κτησάμενος ἐνός αὐτῶν εὑρίσκει τόν Θεόν» (Λόγ. ε΄). Φθάνει τίς ἐντολές νά τίς ξέρουμε, νά τίς καταλαβαίνουμε σωστά καί νά τίς ἐκτελοῦμε.
«Καί ἀνοίξας τό στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτούς λέγων· μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. ε΄2-3). Μέ τό ἄνοιγμα τοῦ στόματός Του μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος τό κλειδί τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Τόν ἴδιο μακαρισμό μᾶς τόν διέσωσε καί ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς (στ΄ 20-25): «Καί αὐτός ἐπάρας τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ εἰς τούς μαθητάς αὐτοῦ ἔλεγε· μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε… Πλήν οὐαί ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι απέχετε τήν παράκλησιν ὑμῶν. Οὐαί ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε. Οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καί κλαύσετε».
Τόν μακαρισμό αὐτόν, τόν πρῶτο καί κύριο, συνήθως τόν συζητοῦμε μόνον ὅπως τόν διέσωσε ὁ Ματθαῖος καί σχεδόν ξεχάσαμε πῶς τόν ἔγραψε ὁ Λουκᾶς. Ὁ δεύτερος, ὅμως, τόν ἔγραψε μέ τρόπο πού ἦταν ἀδύνατο νά παρερμηνευθεῖ. Μέ ἀφορμή τήν προσθήκη «τῷ πνεύματι» δώσαμε στά λόγια τοῦ Κυρίου τίς πιό ἀπίθανες ἑρμηνεῖες, σάν κι ἐκείνη, τήν τόσο γνωστή, πού θέλει τόν Χριστό νά μακαρίζει τούς ὀλιγοφρενεῖς! Ἐν τούτοις δέν ὑπάρχει τίποτε σκοτεινό καί περίπλοκο στά λόγια τοῦ Κυρίου. Μακαρίζει τούς φτωχούς, τούς φτωχούς «τῷ πνεύματι». Αὐτούς δηλαδή πού διάλεξαν τή φτώχεια οἱ ἴδιοι, μ’ ὅλη τους τήν καρδιά καί μ’ ὅλο τους τό νοῦ, γιατί ἀπό τά γήινα ἀγαθά προτίμησαν τά οὐράνια.
Διά πτωχείας τόν ἀδαπάνητον πλοῦτον
Τό πρῶτο κήρυγμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἦταν μιά λέξη: «Μετανοεῖτε». Ἀλλάξτε νοῦ, ἀλλάξτε νοοτροπία, ἀλλάξτε κριτήρια, ἀλλάξτε ἀξίες. Μέχρι τώρα νομίζατε καλό τή δόξα, τόν πλοῦτο καί τήν ἡδονή.
Ἐγώ ὅμως ἦρθα νά σᾶς δείξω ἄλλη δόξα, ἄλλον πλοῦτο, ἄλλην ἡδονή ἀσύγκριτη, πού ὅταν τή γευθεῖτε δέν θά θέλετε πιά κανένα ἀπό τά νομιζόμενα καλά τοῦ κόσμου τούτου, πού ὄχι μόνο δέν τρέφουν, ἀλλά καί δουλώνουν τόν ἄνθρωπο. Ἐσεῖς ζητεῖτε τή βασιλεία τοῦ κόσμου τούτου, ἄλλος μέ τόν ἕναν καί ἄλλος μέ τόν ἄλλον τρόπο, καί παλεύετε καί αἱματοκυλιέστε γι’ αὐτήν. «Ἡ Βασιλεία ὅμως ἡ ἐμή οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Καί γιά νά μπεῖτε στή δική μου τή Βασιλεία ἀνάγκη νά βγάλετε ἀπό πάνω σας «πάντα ὄγκον».
Γιά νά μποῦμε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί νά τή ζήσουμε πρέπει πρῶτα νά κόψουμε ὅλα τά σκοινιά πού μᾶς δένουν μέ τήν βασιλεία τοῦ κόσμου τούτου. Νά λευτερώσουμε πρῶτα τήν καρδιά μας καί ὕστερα, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, νά λευτερώσουμε καί τό σῶμα μας. Ἀλλιῶς δέν γινόμαστε μαθητές τοῦ Χριστοῦ. «Πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὅς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναι μου μαθητής» (Λουκ. ιδ’ 33). Προσκολλημένοι στά ὑπάρχοντά μας, ἤ στίς ἐπιθυμίες γιά τήν ἀπόκτησή τους, εἴμαστε δεμένοι σέ τοῦτο τόν κόσμο σάν τό καράβι στό μουράγιο. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐπτώχευσε «μορφήν δούλου λαβών» καί μέ τήν ἐπίγεια ζωή Του ἔγινε τό πρότυπο κάθε Χριστιανοῦ. «Αἱ ἀλώπεκες, εἶπε, φωλεούς ἔχουσιν καί τά πετεινά κατασκηνώσεις, ὁ δέ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τήν κεφαλήν κλίνει». Τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ τό ἀκολούθησαν καί οἱ Ἀπόστολοι. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Μιμηταί μου γίγνεσθε καθώς κἀγώ Χριστοῦ». Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ Χριστός ἦρθε «εὐαγγελίσασθαι διά πτωχείας τόν ἀδαπάνητον πλοῦτον· δι’εὐτελείας τήν ἀπόῥῤητον δόξαν» (Φιλοκ. δ΄ 113). «Μακαρίσας γάρ τούς πτωχούς τῷ πνεύματι, θαυμασίως ὑπέδειξε, ποῖόν ἐστιν ὡσανεί ῥίζα καί πρόξενον τῆς ἐπιφαινομένης πτωχείας τοῖς ἁγίοις, δηλονότι τό ἐκείνων πνεῦμα. Τοῦτο γάρ τήν τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος ἐγκολπωσάμενον χάριν, πηγήν πτωχείας ἀναδίδωσιν ἀφ’ ἑαυτοῦ, ποτίζουσαν πᾶν τό πρόσωπον τῆς γῆς ἡμῶν, τόν ἔξω δηλονότι ἄνθρωπον, καί παράδεισον αὐτόν ἀρετῶν ἀποτελοῦσαν. Ἡ τοιαύτη γάρ πτωχεία παρά Θεοῦ μακαριστή… Δύναται γάρ τις ἀκτήμων εἶναι, ἀλλά καί εὐτελής, ἐγκρατής, καί ταῦτα ἑκουσίως, ἀλλά διά τήν δόξαν τῶν ἀνθρώπων. Ὁ τοῦτος τοίνυν οὐκ ἔστι τῷ πνεύματι πτωχός. Ἡ γάρ ὑπόκρισις ἐξ οἰήσεως γεννᾶται· αὕτη δέ τῆς ἐν πνεύματι πτωχείας ἐναντία. Τῷ δέ συντετριμμένον ἔχοντι καί μέτριον καί ταπεινόν τό πνεῦμα τῶν ἀδυνάτων μή καί τῇ φαινομένῃ χαίρειν εὐτελείᾳ τε καί ταπεινώσει· δόξης γάρ καί εὐπαθείας, εὐπορίας τε καί πάντως τῶν τοιούτων, ἀνάξιος οὗτος ἡγεῖται ἑαυτόν. Καί οὗτος ὁ Θεῷ μακαριστός πτωχός, ὁ ἀνάξιον τούτων ἑαυτόν ἡγούμενος· καί οὗτος ὁ κατά ἀλήθειαν πτωχός, μή ἐξ ἡμισείας τοῦ ὀνόματος ἀντιποιούμενος. Διό καί Λουκᾶς ὁ θεῖος, μακάριοι, εἶπεν, οἱ πτωχοί, μή προσθείς τῷ πνεύματι» (Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Φιλοκ. δ΄ 100).
Εὐκοπώτερον ἐστι κάμηλον…
Ὅταν ἀκοῦμε τήν παραβολή, ὅπου ὁ Κύριος κάλεσε τόν πλούσιο νέο νά τά πουλήσει ὅλα καί νά τόν ἀκολουθήσει, συχνά παρερμηνεύουμε τό σκοπό γιά τόν ὁποῖο ζητήθηκε ἀπό τόν πλούσιο νά σκορπίσει τήν περιουσία του. Νομίσαμε ὅτι ὁ Χριστός ἤθελε νά βοηθήσει τούς φτωχούς, ἐνῶ στήν πραγματικότητα, ἤθελε νά ἐλευθερώσει τόν ἴδιο τόν πλούσιο. Ἄλλη παρερμηνεία ἔγινε στό νόημα πού ἔχει τό «τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστιν». Εἴπαμε ὅτι, ναί μέν εἶναι ἀδύνατο νά μπεῖ πλούσιος στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὁ Θεός τελικά τό κάνει δυνατό! Τό πραγματικό ὅμως νόημα εἶναι: «Εἶπον δέ οἱ ἀκούσαντες· καί τίς δύναται σωθῆναι; (Ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε φιλοκτήμονες, εἴτε ἔχουμε εἴτε δέν ἔχουμε, καί ἑπομένως ὅλοι εἴμαστε κατά τό πνεῦμα καί τήν προαίρεση πλούσιοι). Καί ἀπάντησε ὁ Κύριος ὅτι, αὐτό πού εἶναι ἀδύνατο στόν ἄνθρωπο ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ τό κάνει δυνατό. Κάνει δηλαδή τόν ἄνθρωπο, πού ἀγαπάει τό Θεό καί ἔρχεται πρός Αὐτόν, νά γίνει ἐραστής τῆς ταπείνωσης καί τῆς ἀκτημοσύνης, νά βγάλει πρῶτα ἀπό τήν καρδιά του τήν ἐπιθυμία τοῦ πλούτου, τῆς δόξας τῶν ἀνθρώπων καί τῆς ἡδονῆς καί νά γίνει τελικά καί ἐξωτερικά φτωχός καί ἔτσι, ὄντας πτωχός τῷ πνεύματι, νά γίνει ἀπό τούτη ἀκόμα τή ζωή μακάριος πολίτης τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μᾶς κάνει μακάριους, στήν παροῦσα ζωή καί στόν μέλλοντα αἰώνα. Καί ἐπειδή ἀκολουθούσαμε στραβό δρόμο, πού δέν ὁδηγοῦσε στή μακαριότητα ἀλλά στή δυστυχία, μᾶς κήρυξε νά μετανοήσουμε καί ν’ ἀλλάξουμε δρόμο. Μήν ξεγελιέστε ἀπό τά φαινόμενα, μᾶς εἶπε. Δέν εἶναι ὁ πλοῦτος πού δίνει στόν ἄνθρωπο τή μακαριότητα, ἀλλά ἡ φτώχια πού τή θέλει καί τήν διαλέγει κανείς γιά τόν Θεό. Στήν καρδιά πού εἶναι γεμάτη μέ ξυλοκέρατα τούτου τοῦ κόσμου δέν ὑπάρχει χῶρος γιά τό Θεό, τήν πηγή κάθε μακαριότητας. Ὅσο πιό φτωχοί γίνετε ἀπό τά ἀγαθά τοῦ κόσμου τούτου ἀπό ἀγάπη πρός τό Θεό, τόσο πιό πλούσιοι θά γίνετε ἀπ’ τά ἀγαθά τοῦ Οὐρανοῦ πού δέν φθείρονται ποτέ καί πού μόνο αὐτά κάνουν τόν ἄνθρωπο μακάριο. Καί δέν θά πλουτίσετε ἀπό εὐδαιμονία μόνο στόν ἄλλο κόσμο καί στήν ἄλλη ζωή, ἀλλά ἀπό τώρα, ἀπό αὐτή τή ζωή θά γίνετε εὐδαίμονες καί πανευτυχεῖς, «καί τήν χαράν ὑμῶν οὐδείς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν».
«Ὅσον τις μετριώτερον ἔχει τόν βίον, τοσοῦτον ὑπάρχει εὐδαιμονέστερος», εἶπε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, πού ὑπάκουσε στόν Κύριο καί σκόρπισε ἀπό νέος ὅλο του τό βιός καί ἔγινε πάμπτωχος τῷ πνεύματι. Δηλαδή: «ὅσο πιο λίγα ἔχει κανείς, τόσο πιό εὐτυχισμένος εἶναι». Γράφει καί ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος: «Ὅσον ὁ ἄνθρωπος καταφρονεῖ τοῦτον τόν κόσμον, καί καταγίνεται εἰς τόν φόβον τοῦ Θεοῦ μετά σπουδῆς, τοσοῦτον καί ἡ θεία πρόνοια πλησιάζει εἰς αὐτόν, καί κρυπτῶς αἰσθάνεται τήν βοήθειαν αὐτῆς, καί δίδονται αὐτῷ καθαροί λογισμοί, ἵνα καταλάβῃ αὐτήν· καί ἐάν τις ἑκουσίως στερηθῆ τῶν ἀγαθῶν τοῦ κόσμου, καθ’ ὅσον στερεῖται τούτων, κατά τοσοῦτον τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖ αὐτῷ, καί βαστάζει αὐτόν ἡ θεία φιλανθρωπία (Λόγ. κε΄). Καί ἀλλοῦ λέγει πάλι ὁ ἴδιος: «Ὁ φεύγων τοῦ παρόντος βίου τήν ἀνάπαυσιν, τούτου ὁ νοῦς κατεσκόπευσε τόν μέλλοντα αἰώνα. Ὁ δέ συνδεδεμένος τῇ φιλοκημοσύνῃ δοῦλος τῶν παθῶν πέφυκε» (Λόγ. κγ΄). Ἔχει μεγάλη δύναμη ἡ ἀκτημοσύνη γιατί αὐτή εἶναι «ἡ λύουσα τά νοήματα ἡμῶν ἐκ τῶν δεσμῶν» (Λόγ. λε΄), αὐτή εἶναι πού δίνει τήν ἐξωτερική ἀλλά καί τήν ἐσωτερική ἐλευθερία. Ἀναφερόμενος στόν πρῶτο μακαρισμό ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γράφει: «Πῶς δ’ οὐ μακαρίζοιντο δικαίως ἄν οἱ μή πεποιθότες ὅλως ἐπί χρήμασιν, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῷ; Οἱ μή ποθοῦντες ἀρέσκειν ἄλλῳ, πλήν αὐτοῦ; Οἱ ἐν ταπεινώσει μετά τούτων ζῶντες ἐνώπιον αὐτοῦ; Πτωχεύσωμεν οὖν καί ἡμεῖς τό πνεῦμα ταπεινωθέντες καί τήν σάρκα κακοπαθήσαντες καί τόν βίον ἀκτημονήσαντες, ἵν’ ἡμῶν γένηται ἡ τοῦ Θεοῦ Βασιλεία καί τῶν μακαρίων ἐπιτύγχωμεν ἐλπίδων, τήν τῶν Οὐρανῶν Βασιλείαν κληρονομήσαντες»
(Φιλοκ. δ΄ 106).

Γιά τό νόημα τῆς Χριστιανικῆς Σωτηρίας
Προϋπόθεση γιά τό βίωμα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας εἶναι ἡ γνώση τοῦ μυστηρίου τῆς Βασιλείας. Τό νόημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς δέν μπορεῖ σέ καμιά περίπτωση νά ἐξαντληθεῖ στήν ἐπίσκεψη σέ κάποιον ἐνοριακό ναό στό πλαίσιο τῆς λατρείας. Ὁπωσδήποτε, ἡ συμμετοχή στή λατρεία εἶναι ἕνας ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ βιώματος καί τῆς ζωῆς τῆς ἐκκλησίας· ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὅμως, ἡ ἐκκλησιαστική ζωή ὀφείλει νά ξεπηδήσει μέσα ἀπό τόν ἄνθρωπο μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ν’ ἁπλωθεῖ καί σέ ἄλλους τομεῖς τῆς ζωῆς του γιά ν’ ἀγκαλιάσει τήν καθημερινότητά του. Ἀλλιῶς, φτάνει κανείς νά θεωρεῖ τή συμμετοχή του στήν ἐκκλησία σάν κάτι πού ἀφορᾶ σέ μιά συγκεκριμένη στιγμή, ἤ ἐνδεχομένως σ’ ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς του, τό ὁποῖο ὅμως εἶναι στεγανά ἀποκομμένο ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο. Κι ἄν ὁ ἄνθρωπος ἀρκεσθεῖ σέ κάτι τέτοιο, τότε πάντοτε θά μένει μέ μιά μεγάλη ἀπορία: τελικά, τί νόημα ἔχουν ὅλα αὐτά;
Ἀπό δῶ πρέπει νά ξεκινήσει κάθε προβληματισμός πάνω σ’ αὐτά τά ζητήματα. Ἄν περιορίζουμε τήν ἐκκλησιαστική ζωή σέ μιά ἐξωτερική συμμετοχή στή λατρεία, τότε ἔχουμε μιά πολύ μερική εἰκόνα καί εἶναι ἀμφίβολο ἄν μέσα ἀπό αὐτή τή μερικότητα εἶναι δυνατόν νά ξεπηδήσει κάποιο νόημα.
Σάν ἄνθρωποι πού ἔχουμε ἕνα ἐνδιαφέρον γιά τά πνευματικά, θά πρέπει νά κατανοοῦμε ὅτι αὐτό πού λέμε νόημα, δέν μπορεῖ νά προκύψει παρά μέσα ἀπό μιά καθολικότητα καί ἡ καθολικότητα ἀγκαλιάζει τά πάντα μέσα στή ζωή μας. Δέν εἶναι δυνατόν νά ξεπηδήσει νόημα ἀπό τό ἐπί μέρους. Τό ἐπί μέρους ποτέ δέν παράγει νόημα ἀπό μόνο του, παρά μόνο μία ἀποσπασματική εἰκόνα. Τό ἐπί μέρους ἔχει πάντοτε τό στοιχεῖο τῆς ἰδιωτικότητας, εἶναι δηλαδή αὐτό πού κάνει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἰδιώτης στή ζωή του. Τό ἄν θά πάει, γιά παράδειγμα, τήν Κυριακή τό πρωί στήν ἐκκλησία ἤ ὄχι εἶναι ἕνα θέμα ἰδιωτικῆς
ἀπόφασης καί ἰδιωτικῆς ζωῆς. Καί ἐπειδή στήν ἰδιωτικότητα δέν περικλείεται τό ὅλο τοῦ νοήματος, μόνο ἄν αὐτό τό μέρος τῆς ζωῆς του ξεπηδήσει ἀπό μιά καθολικότερη καί εὐρύτερη ἀνθρώπινη πνευματική διάσταση καί ἐμπειρία – ἡ ὁποία πραγματικά τόν ὁδηγεῖ νά ζεῖ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς του μ’ ἕναν ὁρισμένο τρόπο –μόνον τότε μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά διακρίνει νόημα πίσω ἀπό ὅλες αὐτές τίς ἐπιμέρους πράξεις.
Ἄν θέλουμε ἡ πράξη μας νά καρποφορεῖ, ὀφείλουμε νά ἀποφεύγουμε ἐκείνη τή στάση τοῦ ἀνθρώπου πού ἁπλῶς ἀναπαράγει συγκεκριμένες πρακτικές, ἐνῶ σπάνια προβληματίζεται γιά τό νόημα πού μπορεῖ νά κρύβεται πίσω ἀπό αὐτές. Εἶναι γεγονός ὅτι δέν πρόκειται νά κριθοῦμε ἄν ἐκπληρώσαμε τόν νόμο ἤ κάποιους κανόνες χριστιανικῆς ζωῆς, ἀλλά γιά τό ἦθος τῆς ζωῆς πού ξεπήδησε ἀπό μέσα μας μ’ ἕναν ζωντανό τρόπο, ὡς μαρτυρία τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου.
Τό μόνο μυστήριο
Τί ἐννοοῦμε, σάν χριστιανοί, ὅταν λέμε σωτηρία; Τί μπορεῖ νά σημαίνει σωτηρία γιά κάποια πλάσματα ὅπως οἱ ἄνθρωποι, πού γεννιοῦνται, μεγαλώνουν καί πεθαίνουν;
Ὁπωσδήποτε δέν εἶναι δυνατόν νά συζητήσουμε μέ νοήμονα τρόπο γιά τή σωτηρία μας χωρίς νά ἔχουμε πλήρη συνείδηση ὅτι, τελικά, τό ζητούμενο ἔχει νά κάνει μέ κάτι τό ὑπερφυές. Ἄν κατεβάσουμε τή συζήτηση γιά τό νόημα τῆς σωτηρίας σέ πράγματα πού εἶναι καθαρά φυσικῆς ἤ βιολογικῆς τάξεως καί κατανοήσουμε τόν ἄνθρωπο ἁπλῶς μέσα σέ κάποιους φυσικούς ὅρους, τότε θά περιπέσουμε σέ μία ψυχολογική καί ἠθική κατανόηση γιάτό τί εἶναι τελικά τό ζητούμενο, πράγμα πού εἶναι ἔκφραση καί ὁποιασδήποτε ἀνθρώπινης θρησκείας. Γιατί το ζητούμενο τῶν θρησκειῶν, γενικά, εἶναι νά προσφέρουν στόν ἄνθρωπο, ὡς φυσική ὀντότητα, ἐκεῖνα τά ἠθικά ἐρείσματα πού χρειάζεται γιά νά μπορέσει νά πορευθεῖ μέ τήν κατάλληλη ψυχολογική ἀρματωσιά μέσα στίς δυσκολίες τῆς ζωῆς.
Τό νόημα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς σωτηρίας θά πρέπει νά τό ἀναζητήσουμε σέ κάτι πέρα ἀπό αὐτό. Χρειάζεται κατ’ ἀρχήν νά δεῖ ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του ὡς ἕνα ὄν τό ὁποῖο δέν εἶναι αὐτοτελές στή φυσική του ὑπόσταση. Πρέπει, δηλαδή, νά ξεφύγουμε ἀπό αὐτή τή φυσιοκρατική κατανόηση τοῦ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτό πολλές φορές ἡ αναζήτηση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας, προϋποθέτει μία θεολογική, ἀνθρωπολογική προσέγγιση, χωρίς τήν ὁποία κάθε συζήτηση περί Ἐκκλησίας ἐκφυλλίζεται μ’ ἕναν πολύ ἐγκόσμιο τρόπο.
Σύμφωνα μέ τή Χριστιανική κατανόηση, ἡ Ἐκκλησία ἐνσαρκώνει τό μόνο χριστιανικό μυστήριο, τή βάση γιά κάθε συζήτηση περί σωτηρίας. Κι αὐτό τό
μυστήριο εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος. Πρόκειται γιά μία κατανόηση πού ὑπάρχει μόνο μέσα στόν χριστιανικό κόσμο καί ἡ ὁποία σηκώνει τή συζήτηση περί σωτηρίας, ἀλλά καί περί τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, σέ κάποιο ἄλλο ἐπίπεδο ἀπό αὐτό ὁποιαδήποτε θρησκείας. Κι ἄν λέμε καμιά φορά ὅτι ἡ Ἐκκλησία καί ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι θρησκεία ἀλλά κάτι ἄλλο, σημαίνει αὐτό ἀκριβῶς: ὅτι ἡ χριστιανική παράδοση καί ἡ χριστιανική πνευματικότητα ἔχουν σάν βάση τό μυστήριο ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος.
Τό γεγονός αὐτό σημαίνει ἀμέσως μιά σειρά ἀπό πράγματα. Σημαίνει ὅτι ἄνθρωπος παύει νά εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος γεννιέται, ἐξελίσσεται, ζεῖ καί πεθαίνει μέσα στά ὅρια τῆς βιολογικῆς τάξης· ἀλλά ἄνθρωπος εἶναι τό ὄν πού μαζί του ἑνώθηκε ὁ Θεός. Κι αὐτή εἶναι καί ἡ βάση γιά ὁποιαδήποτε κατανόηση τῆς δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Συχνά, στίς συζητήσεις περί δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου γινόμαστε μάρτυρες ἐντάσεων καί διαφωνιῶν, πού ὅμως δέν ἔχουν πνευματική βάση. Διότι, εἴτε ὑποστηρίξει κανείς ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε σάν ζῶο πού ἐξελίχθηκε μέσα στό χρόνο σέ Homo Sapiens, εἴτε ὑποστηρίξει ὅτι δημιουργήθηκε σάν πήλινο ἄγαλμα τό ὁποῖο τελικά πῆρε ζωή, στό βάθος δέν ὑπάρχει ἀληθινή διαφορά. Καί στή μία καί στήν ἄλλη περίπτωση, προφανῶς, τά στοιχεῖα τοῦ ὄντος αὐτοῦ προέρχονται ἀπό τά στοιχεῖα τοῦ σύμπαντος, δηλαδή ἀπό αὐτή τήν σκόρπια συμπαντική σκόνη πού μέ κάποιο τρόπο κατέληξε σέ ὀργανωμένες μορφές ζωῆς.
Καί οἱ δύο αὐτές ἀπόψεις, ἀνάγονται σ’ αὐτή τήν ἁπλή ἀλήθεια. Ἡ ἀληθινή χριστιανική διάσταση σ’ αὐτή τή συζήτηση, ἔγκειται στήν κατανόηση ὅτι ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνο τό ὄν μέ τό ὁποῖο ἑνώθηκε ὁ Θεός. Αὐτή ἡ ἀλήθεια συχνά μᾶς διαφεύγει καί προσπαθοῦμε νά κάνουμε ἀνθρωπολογικές προσεγγίσεις, ἀκόμα καί ὡς χριστιανοί, ἐρήμην αὐτοῦ τοῦ θεολογικοῦ δόγματος. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι καμιά φορά οἱ θεολογικές συζητήσεις μας χαρακτηρίζονται ἀπό τήν ἴδια μωρία πού χαρακτηρίζει τήν κοσμική φιλοσοφία, ἄν ὄχι περισσότερη. Ὁ κόσμος νομίζει ὅτι μπορεῖ να ἐξερευνήσει τήν ὕπαρξη, τή συνείδηση, τή λογική, τίς ἠθικές καί κοινωνικές ἀξίες, θεωρώντας τόν ἄνθρωπο ὡς ἕνα ἀντικειμενικό, βιολογικό, φυσικό δεδομένο. Σάν Χριστιανοί, ὅμως, ὀφείλουμε νά διακρίνουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος καθόλου δέν ἐξαντλεῖται στά ἁπλά φυσικά του δεδομένα, ἀλλά εἶναι τέτοιος πού φανερώνουν οἱ φυσικές του ἐνέργειες, ἐπειδή ἡ σάρκα του εἶναι ἑνωμένη μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι δυνατόν νά συζητᾶμε γιά τόν ἄνθρωπο καί τίς προϋποθέσεις τῆς σωτηρίας του, ἐρήμην τοῦ γεγονότος ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ὄχι μ’ ἕναν αὐτονόητο τρόπο, ἐξαιτίας τῶν βιολογικῶν συγκυριῶν, ἀλλά ἐπειδή ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος.
Αὐτή, βέβαια, εἶναι μιά θεωρητική βάση, ὅμως μέσα ἀπό τή ζωή ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι μπορεῖ νά γίνει βίωμα καί ἐμπειρία. Τότε, τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζει καί παίζει ἕναν ρόλο ζωτικό γιά τόν ἄνθρωπο. Γιατί ὁ ἄνθρωπος ἀποδεικνύεται ὅτι δέν μπορεῖ νά νοεῖται μ’ ἕναν αὐτόνομο καί αὐτοτελή τρόπο σέ σχέση μέ τόν Θεό. Ἐρήμην τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος παύει νά εἶναι ἀληθινός ἄνθρωπος. Ἄν ὑπάρχει κάτι διαφορετικό στόν ἄνθρωπο σέ σχέση μέ τήν ὑπόλοιπη δημιουργία, πηγάζει ἀκριβῶς ἀπό αὐτό τό θεολογικό δόγμα, αὐτό τό πρωτοφανές καί τό μόνο «καινό ὑπό τόν ἥλιο», ὅπως λένε καί οἱ Πατέρες τῆς ἐκκλησίας, ἀπαντώντας στή ρήση τῶν ἀρχαίων οἱ ὁποῖοι πίστευαν ὅτι «οὐδέν καινόν ὑπό τόν ἥλιο». Ἕνα εἶναι μόνο τό ὁποῖο δέν ξανάγινε, τό ὁποῖο εἶναι ἀδιανόητο σέ ὁποιοδήποτε ἀνθρώπινο μυαλό καί ἐντελῶς ἔξω ἀπό τά δεδομένα τῆς φύσης: τό ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος. Αὐτή ἡ πραγματικότητα σηματοδοτεῖ μέσα στήν ἀνθρώπινη ἱστορία ἕνα γεγονός τό ὁποῖο ἀντιστέκεται στήν ἔννοια τοῦ φθαρτοῦ χρόνου.
Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι, ἡ φύση τοῦ φθαρτοῦ χρόνου συμπυκνώνεται σ’ αὐτό πού μέ πολύ ἰδιοφή τρόπο, εἶχε συλλάβει ὁ ἀρχαῖος παγανισμός: εἶναι μία διηνεκής, κυκλική ἐπανάληψη. Ἄς θυμηθοῦμε τό μῦθο τοῦ Σίσυφου, ὁ ὁποῖος συγκεφαλαιώνει τήν εἰκόνα τῆς μάταιης ἀνθρώπινης προσπάθειας, ἀλλά καί τοῦ κυκλικοῦ χρόνου, μέσα ἀπό τήν ἀέναη ἐπανάληψη, στό διηνεκές. Τό μόνο τό ὁποῖο σπάζει πραγματικά αὐτή τήν ἀνακύκλωση τῶν ἴδιων πραγμάτων στήν ἀνθρώπινη ἱστορία εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μέ τήν ὁποία συντελεῖται καί ἡ ἀπαρχή τῆς ἔννοιας τῆς ἱστορικότητας στίς ἀνθρώπινες συνειδήσεις. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ ἱστορικός χρόνος, μέ τήν ἔννοια τῆς ρήξης τῆς κυκλικῆς ἐπανάληψης, οὐσιαστικά γεννιέται μέσα ἀπό τή χριστιανική σκέψη· γιατί, τό μόνο καινούριο πράγμα τό ὁποῖο μπορεῖ νά συλλάβει ὁ ἀνθρώπινος νοῦ ὅτι συνέβη ποτέ στόν κόσμο εἶναι ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, δηλαδή ἡ αἰτία τοῦ παντός, ἔγινε μέρος αὐτής τῆς φύσης, πῆρε αὐτή τή φύση ἐπάνω Του καί ἑνώθηκε μαζί μας.
Ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, λοιπόν, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό αὐτή τήν εἰκόνα τοῦ δόγματος τῆς ἐνανθρώπισης –καί εἶναι δόγμα ὄχι γιατί ἀποτελεῖ θέσφατο τό ὁποῖο ἀπαγορεύεται νά τό ἀμφισβητήσει κανείς, ἀλλά ἀκριβῶς γιατί μπορεῖ τελικά νά γίνει ἐμπειρία καί νά νοηματοδοτήσει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, νά τόν βγάλει μέσα ἀπό τό ἀ-νόητο πού ὑπάρχει ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά σκεφτεῖ τή ζωή του καί τήν ὕπαρξή του ἐρήμην τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος πού οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦσαν καίριο πλῆγμα γιά τή θεολογική κατανόηση τῆς φύσης τῆς Ἐκκλησίας, τήν ἀνθρώπινη ἀντίληψη πού ἐκλαμβάνει τήν Ἐκκλησία ὡς ἐγκόσμιο ὀργανισμό. Ἡ φύση τῆς Ἐκκλησίας, ἀκριβῶς ἐπειδή στηρίζεται στήν ἐνανθρώπιση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πάντοτε διττή: εἰκονίζει τήν ἐγκοσμιότητα ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, δηλαδή τή φύση ἡ ὁποία συνυπάρχει μέ τήν ἐνέργεια καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τόν ἐναγκαλισμό τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου μέ τό ἐγκόσμιο.
Μέ αὐτό τό δεδομένο ἀρχίζει κανείς καί κατανοεῖ γιατί ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη γιά τή σωτηρία.
Τί μπορεῖ νά σημαίνει σωτηρία γιά τόν ἄνθρωπο, ἄν ὁρίσει κανείς ὡς ἄνθρωπο τό ὄν ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο ἑνώθηκε ὁ Θεός; Μά, ἀκριβῶς, τό νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά διακρίνει πίσω ἀπό τά δεδομένα τῆς φυσικῆς του δημιουργίας καί πίσω ἀπό τά δεδομένα τῆς ζωῆς του αὐτή τήν πραγματικότητα πού τόν ἀφορᾶ. Νά κατορθώσει ν’ ἀποκτήσει τήν ἐμπειρία αὐτῆς τῆς πραγματικότητας στήν ὁποία βρίσκεται ἡ ρίζα τῆς ὕπαρξής του, καί γι’ αὐτό εἶναι σωτήρια γι’ αὐτόν. Ὄχι γιά κάποιο νομικό λόγο, ἐπειδή τάχα ὁ Θεός ἀποφάσισε ὅτι γιά νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος θά πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἐνεργεῖ ἔτσι! Πρέπει ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τή δικανική ἀντίληψη γιά τά ἐκκλησιαστικά καί θεολογικά ζητήματα, τήν ὁποία ἔχουμε δεχτεῖ ἀπό τίς δυτικές ἐπιδράσεις, ἀλλά κυρίως λόγω τῆς ροπῆς τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου πού θέλει ὅλα νά τά βλέπει καί νά τά ἑρμηνεύει μ’ ἕναν ἁπτό, σχηματικό τρόπο. Αὐτή ἡ ἁπλοϊκότητα τῆς κατανόησης μπορεῖ νά μᾶς προσελκύει στήν ἀρχή, ἀλλά σταδιακά ἐκφυλλίζεται καί παύει νά καρποφορεῖ.
Ἡ πνευματική προσπάθεια πρέπει νά ξεκινάει ἀπό μία βάση ἡ ὁποία νά ἔχει νόημα. Καί ἡ μόνη τέτοια βάση, ὅπως τήν ἔχουμε διδαχθεῖ μέσα ἀπό τήν παράδοση, εἶναι αὐτή πού θέλει τόν ἄνθρωπο νά ἔχει ἀνάγκη τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀκριβῶς γιατί ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας διασώζει ἀκέραια τά δεδομένα τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου. Ἀφοῦ ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνο τό ὄν μέ τό ὁποῖο ἑνώθηκε ὁ Θεός, ἡ ἀληθινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄλλη παρά ἡ ζωή ἐκείνου τοῦ ὄντος τό ὁποῖο ζεῖ μέ τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ βαθύτερη πνευματική φύση τῆς Ἐκκλησίας, τό σῶμα τῶν πιστῶν πού γίνεται Σῶμα Χριστοῦ, δηλαδή ἕνωση τοῦ κτιστοῦ μέ τό Ἄκτιστο. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας οἱ ἅγιοι έναγκαλίζονται τόν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ, ἀντλώντας δύναμη ἀπό τήν παρηγορητική Ἑνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Μετέχουν στή ζωή τῆς Θεότητας, κοινωνώντας τῆς ἀφθάρτου φύσεως. Διασώζονται ἀκέραιοι καί ἀληθινοί ἐπιστρέφοντας στή ζωοποιό Ἐνεργεια πού εἶναι ἡ πηγή καί ἡ λογική ἀναφορά τῆς δικῆς τους ὑπάρξεως.
Αὐτός ὁ διαρκής λογικός προσανατολισμός τῆς ζωῆς τους εἶναι ἡ πηγή κάθε ἀρετῆς καί ἁγιότητας καί ἀπεργάζεται τήν ψυχή κατά τό ἦθος τοῦ τελείου ἀνθρώπου, πού εἶναι ὁ Χριστός.

Μέ ἀφορμή τήν ἑορταστική περίοδο τῶν Χριστουγέννων ἀναδημοσιεύουμε τό παρακάτω διήγημα τοῦ κυρ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πάντοτε ἰαματικοῦ καί εὐφρόσυνου γιά μικρούς καί μεγάλους…
Ὑπηρέτρα
ΔΙΗΓΗΜΑ ΕΠΙ Τῌ ΕΟΡΤῌ
ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους… ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸΔιόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.
Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆςλέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη.
Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της, ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφίαν, διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι᾽ ἑνὸς τοίχου, ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ, καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. Ἡ νεᾶνις ἐκάθισε πλησίον τοῦ πυρός, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν περιμένουσα τὸν πατέρα της, καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον, εἰς τὰ φαιδρὰ ᾄσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ, ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ.
Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο. Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ, ἀλλ᾽ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας.
Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν, καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν.
Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της.
― Πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, εἶπε, κι ὁ πατέρας μου!…
Συγχρόνως τότε ἤκουσε θόρυβον καὶ φωνὰς ἔξωθεν. Ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἐξυπνήσει, καὶ ὅλοι ἡτοιμάζοντο διὰ τὴν ἐκκλησίαν.
Ἡ δύστηνος Οὐρανιὼ δὲν ἀντέσχεν, ἀλλ᾽ ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν σκεπαστὸν καὶ περίφρακτον ὑπὸ σανίδων ἐξώστην τῆς οἰκίας, ὅπου κρυπτομένη εἰς τὸ σκότος προέβαλε διὰ τῆς θυρίδος τὴν κεφαλήν.
Μία γειτόνισσα λάλος καὶ φωνασκὸς εἶχεν ἐγερθῆ πρώτη, καὶ ἀφύπνιζε διὰ τῶν κραυγῶν της τοὺς γείτονας ὅλους, ὅσων ὁ ὕπνος ἀνθίστατο εἰς τῶν κωδώνων τὸν κρότον, προσπαθοῦσα νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδία της. Ὁ σύζυγός της, Νταραδῆμος, εἶχεν ἀνάγκην μοχλοῦ διὰ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του.
Ἡ θύρα τῆς οἰκίας των ἦτο ἀντικρὺ τῆς τοῦ μπαρμπα-Διόμα. Τὸ Οὐρανιὼἔβλεπε καθαρῶς ἀπέναντί της τὴν γυναῖκα ἐκείνην, κρατοῦσαν φανόν, φωτίζουσαν οἰκτιρμόνως τὰ σκότη τῆς ὁδοῦ διὰ τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς γείτονας. Διότι τὸ σκότος ἦτο βαθύ, καὶ ἐλαφρὸς ἄνεμος ἔπνεεν, ὅσος ἤρκει διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν χιονοσκεπῶν βουνῶν τὸ ψῦχος καὶ τὸν παγετὸν εἰς τὰς φλέβας τῶν ἀνθρώπων.
Κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διῆλθεν ἄνθρωπός τις, ὃν ἰδοῦσα καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ Οὐρανιὼ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ μειδιάσῃ.
― Πῶς! κι ὁ Ἀργυράκης πάει στὴν ἐκκλησιά;… ἐψιθύρισεν.
Ὁ Ἀργυράκης τῆς Γαροφαλιᾶς, ὅστις εἶχε τὸ προνόμιον νὰ προσωνυμῆται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του, εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε καὶ τὸ λόγιον ἔμεινε παροιμιῶδες «ὅποτε πάω στὴν ἐκκλησιὰ βάια μοιράζουνε». Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἐξύπνισε βιαίως ἡ Γαροφαλιὰ καὶ τῷ ἐπέταξε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι εἶδε κακὸν ὄνειρον, εἶπεν. Ἐφοβεῖτο μήπως οἱ γύφτισσες (ὑπῆρχον ἀντικρὺ τοῦ οἰκίσκου των πέντε ἢ ἓξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), ἔκαμαν μαγείας ἐναντίον της. Καὶ ἂν αὐτὴ ἐπάθαινε τίποτε, Θεὸς νὰ φυλάῃ! ποία ἄλλη θὰ ἐκόλλα τὸν φοῦρνον, οἱ μέρες ποὺ ἔρχονται, «τώρα τὸν Ἁι-Βασίλη» κτλ., εἰς ὅλην τὴν γειτονιά; Ὅλον δὲ τὸ ἄτομόν της ἐνθύμιζε τὴν μητέρα ἐκείνην τῶν Σαράντα Δράκων τοῦ παραμυθιοῦ, ἥτις ἐφούρνιζε μὲ τὰς παλάμας καὶ ἐπάνιζε μὲ τοὺς μαστούς.
Ὁ εὐπειθὴς Ἀργυράκης, ὅστις μόλις ἔφθανε μέχρι τῶν ὤμων τοῦ ἀναστήματός της, ἠγέρθη, ἐφόρεσεν εἰς τὴν κεφαλήν του τὸν γιοργούλη του, ἐζώσθη τὸ κόκκινον ζωνάρι του, τρεῖς σπιθαμὰς πλατύ, ὑπέδησεν εἰς τοὺς πόδας τὰ πέδιλά του, καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν.
Ταυτοχρόνως εἶχεν ἐξέλθει καὶ ὁ Νταραδῆμος, ὅστις ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ τὸν Ἀργυράκη τῆς Γαροφαλιᾶς.
― Τώρα μ᾽ ἀρέσεις, γείτονα, τῷ λέγει… μὴν εἶσαι ἀλιβάνιστος, διότι
εἶναι κατὰ τὰ σκοίνια (καταισχύνη). Τὸ φεγγάρι δὲν εἶναι τώρα παν᾽ τς Ἕλληνες (πανσέληνος) νὰ φοβᾶσαι τὸν ἴσκιο σου τὴν νύχτα…
Τοιαῦτα ἑλληνικὰ ὡμίλει ὁ Νταραδῆμος.
― Τί νὰ κάμουμε, νὰ σ᾽ ὁρίσω*, γείτονα; ἀπήντησε ταπεινοφρόνως ὁ Ἀργυράκης.
Καὶ ὁ Νταραδῆμος κατέβη εἰς τὴν ὁδόν, προηγουμένης τῆς συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τὸν φανόν.
― Δὲν ξέρουμε, νὰ ἦλθε τάχα ὁ γείτονας; εἶπε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ
σύζυγος τοῦ Νταραδήμου καὶ ρίπτουσα ἐκφραστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ μπαρμπα-Διόμα.
― Σωπᾶτε, εἶπε, φέρων τὸν δάκτυλον εἰς τὸ στόμα ὁ Ἀργυράκης, εἶπαν πὼς βούλιαξε…
― Τί; εἶπεν ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου.
Ὁ Ἀργυράκης ἡτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ πῶς καὶ ποῦ τὰ ἤκουσεν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν γοερὰ καὶ σπαρακτικὴ κραυγὴ ἠκούσθη ἀπὸ τῆς σιγηλῆς οἰκίας, πρὸς ἣν ἔβλεπον οἱ τρεῖς ὁμιληταί.
Ἀπὸ τοῦ σκεπαστοῦ καὶ περιφράκτου ἐξώστου, ἡ δυστυχὴς τὸ Οὐρανιώ, εἶχεν ἀκούσει τὴν λέξιν τοῦ Ἀργυράκη, καὶ ἀφῆκε τὴν κραυγὴν ἐκείνην.
Ἡ ἄστοργος θεία, ἥτις ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἶχε καλημερίσει τὴν ἀνεψιάν της, ἤκουσε τὴν γοερὰν κραυγήν, καὶ λησμονήσασα τότε τὰ τρία στρέμματα τοῦ ἀγροῦ, ἔτρεξε πρὸς βοήθειαν τῆς περιαλγοῦς κόρης.
*
* *
Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας εἶχε φορέσει μέχρι τῶν ὤτων καταβαῖνον ὄρθιον τὸ παμπάλαιον φέσι του, εἶχεν ἐνδυθῆ τὴν τσάκαν* του καὶ τὸ ἀμπαδίτικο βρακί του, καὶ καταβὰς εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔλυσε τὴν μικράν, ἐλαφροτάτην καὶ ὑπόσαθρον λέμβον, καὶ λαβὼν τὰς κώπας ἤλαυνε πρὸς τὴν μεσημβρινώτερον κειμένην μικρὰν νῆσον Τσουγκριᾶν.
Μόνη ἔμεινεν ἡ Οὐρανιὼ εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ μόνος ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπέβαινε τῆς λέμβου του, ναύτης ὁ αὐτὸς καὶ κυβερνήτης καὶ πρῳρεύς.
Ναυτίλος ἀπὸ τῆς δωδεκαετοῦς ἡλικίας του, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέκτησεν ἀμοιβαδὸν σκοῦνες, γολέτες καὶ βρίκια, ὕστερον ὑπεβιβάσθη εἰς βρατσέραν, καὶ τέλος ἔμεινε κύριος τῆς μικρᾶς ταύτης λέμβου, δι᾽ ἧς ἐξετέλει βραχείας ἁλιευτικὰς ἢ πορθμευτικὰς ἐκδρομάς. Τὰ περισσεύματα τῶν κόπων του τὰ ἔφαγαν ἄλλοι πάλιν φίλοι, ἀτυχήσαντες καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς θαλασσίους ἐπιχειρήσεις των. Εἰς τὸ γῆράς του δὲν τῷ ἔμεινε ἄλλο τι, εἰμὴ σιδηρᾶ ὑγεία, δι᾽ ἧς ἠδύνατο ἀκόμη ν᾽ ἀντέχῃ εἰς τοὺς θαλασσίους κόπους, χάριν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐργαζόμενος.
Ἐνίοτε, ἐλλείψει ὁμιλητοῦ, διηγεῖτο τὰ παράπονά του εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ εἰς τὰ κύματα:
― Πῆγα δὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ Ἱππομαχικό, καὶ μὄδωκαν, λέει, δύο σφάκελα, νὰ τὰ πάω στὸ Σοκομεῖο, νὰ παρουσιασθῶ στὴν Πιτροπή· πῆγα καὶ στὴν Πιτροπή, ὁ ἕνας ὁ γιατρὸς μὲ ηὗρε γερό, ἄλλος σακάτη, κι αὐτοὶ δὲν ἤξευραν… ὕστερα γύρισα στὸ ὑπουργεῖο καὶ μοῦ εἶπαν, «σύρε στὸ σπίτι σου, κ᾽ ἐμεῖς θὰ σοῦ στείλωμε τὴ σύνταξή σου». Σηκώνομαι, φεύγω, ἔρχομαι δῶ, περιμένω, περνάει ἕνας μήνας, ἔρχονται τὰ χαρτιὰ στὸ λιμεναρχεῖο, νὰ πάω, λέει, πίσω στὴν Ἀθήνα, ἔχουν ἀνάγκη νὰ μὲ ξαναϊδοῦν. Σηκώνω τριάντα δραχμὲς ἀπὸ ἕνα γείτονα, γιατὶ δὲν εἶχα νὰ πάρω τὸ σωτήριο γιὰ τὸ βαπόρι, γυρίζω πίσω στὴν Ἀθήνα χειμῶνα καιρό, δέκα μέρες μὲ παίδευαν νὰ μὲ στέλνουν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο στὸ Ἱππομαχικό, κι ἀπ᾽ τὸ Ἱππομαχικὸ στὸ Σοκομεῖο, ὕστερα μοῦ λένε «πάαινε, καὶ θὰ βγῇ ἡ ἀπόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στὸ σπίτι μου, καρτερῶ… εἶδες ἐσὺ σύνταξη; (ἀπηυθύνετο πρὸς ὑποτιθέμενον ἀκροατήν), ἄλλο τόσο κ᾽ ἐγώ. Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν Πηρέτρα καὶ πασκίζω νὰ βγάλω τὸ ψωμί μου.
Πηρέτρα ἢ Ὑπηρέτρα ἦτο τὸ ὄνομα τῆς λέμβου, ὅπερ αὐτὸς τῇ ἔδιδε.
Καὶ παύων νὰ μονολογῇ, ἤρχιζε νὰ τραγῳδῇ διὰ τῆς τραχείας καὶ
μονοτόνου φωνῆς του:
Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νιᾶτα!…
καὶ δὲν ἔλεγεν ἄλλον στίχον.
*
* *
Καταπλεύσας εἰς τὴν τερπνὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐφόρτωσεν ἐπὶ τῆς «Ὑπηρέτρας» πέντε ἢ ἓξ ζεύγη ὀρνίθων, κοφίνους τινὰς ᾠῶν καὶ τυροῦ, δύο ἢ τρεῖς ἰνδιάνους, καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ λύσῃ τὰ ἀπόγεια τῆς λέμβου καὶ ν᾽ ἀποπλεύσῃ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθεν ὁ κουμπάρος του Σταθαρός, ὁ ποιμὴν τοῦ Τσουγκριᾶ, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ παραλάβῃ ὀχληρὸν συμπλωτῆρα… «υἱὸν ὑποζυγίου» ὥριμον πρὸς ἐπίσαξιν… ὅπως κομίσῃ αὐτὸν πρὸς ἕνα τῶν πολυαρίθμων κουμπάρων του εἰς τὴν πολίχνην.
Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐσυλλογίσθη τὸ βάρος, καὶ ἔρριψεν ἀμήχανον βλέμμα εἰς τὸ στενόχωρον καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῆς «Ὑπηρέτρας», ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου ἐσκέφθη ὅτι μία δραχμή, ὁ ναῦλος τοῦ ὀναρίου, ἦτο κάτι δι᾽ αὐτόν, ἦτο ὁ καπνὸς καὶ ὁ οἶνος τῶν τριῶν σχολασίμων ἡμερῶν τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσλάβῃ τὸν πῶλον.
Ὁ κουμπάρος Σταθαρὸς εὐχαριστηθεὶς τὸν ἐφίλευσεν ὀλίγα αὐγά, μίαν μυζήθραν, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐπιβιβάσας τὸν πῶλον, ἔλαβε τὰς κώπας, καὶ ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα.
Ἀπεμακρύνθη, ἔκαμε πανιά, καί, διανύσας ὑπὲρ τὸ ἓν μίλιον, ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου σχεδὸν τοῦ Τσουγκριᾶ καὶ τῆς πολίχνης. Καίτοι βορειανατολικὸς ὁ ἄνεμος, Γραῖος, ὑπεβοήθει ἐκ πλαγίου τὸ ἱστίον, διότι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἔδιδε
βορειοδυτικὴν εἰς τὴν λέμβον διεύθυνσιν.
Ἀλλ᾽ ὁ πῶλος, ὅστις ἔβοσκεν ἡσύχως τὸ χόρτον του, καὶ δὲν ἐφαίνετο ν᾽ ἀνησυχῇ πολὺ περὶ τοῦ διάπλου, αἴφνης ἐσήκωσε τὸν πόδα, ἔδωκεν ἄτακτον λάκτισμα εἰς τὴν σανίδα… καὶ τὸ μαδέρι τῆς εὐθραύστου καὶ ὑποσάθρου λέμβου διερράγη.
Τὸ ὕδωρ ἤρχισε νὰ εἰσρέῃ εἰς τὸ κύτος.
Ἡ λέμβος ἤρχισε νὰ βυθίζηται.
Ταχὺς ὡς ἡ ἀστραπή, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέβαλε τὸ βαρύτερον φόρεμα, τὸν ἀμπά του, τὸν ὁποῖον εἶχε φορέσει μόνον ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὸ πηδάλιον, ἔγειρε πρὸς τὸ μέρος τῆς σκότας* τοῦ πανίου ἀριστερά, ἐκρεμάσθη ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκάφους καὶ κατώρθωσε νὰ μπατάρῃ τὴν λέμβον.
Μέγας ἔγινεν ὁ θρῆνος ὑπὸ τὴν ἀνατραπεῖσαν τρόπιδα. Ὄρνιθες, ἰνδιάνοι, κόφινοι καὶ ὁ αἴτιος τῆς συμφορᾶς, ὁ πῶλος, ὅλα κατῆλθον εἰς τὸν πυθμένα.
Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ὅστις ἐκολύμβα ὡς ἔγχελυς, εἶχε καὶ στήριγμα τὴν ἀνατραπεῖσαν «Ὑπηρέτραν», τὴν ὁποίαν ἠμπόδισε τοῦ νὰ βυθισθῇ.
*
* *
Περὶ τὰς δύο ὥρας ἔμεινεν οὕτως ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπίστομα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους, κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν ἀπὸ τῆς τρόπιδος, μὴ τολμῶν νὰστηριχθῇ ὅλος ἐπὶ τῶν σανίδων, διότι ἡ λέμβος θὰ ἐβυθίζετο.
Τέλος, περὶ τὴν ἀμφιλύκην, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἀρκετὸν φῶς, ὅσον ἔρριπτεν ἡ ἀνταύγεια τῶν χιονοσκεπῶν πέριξ ὀρέων, ἐφάνη μακρόθεν ἓν ἱστίον.
Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ ὅσην δύναμιν τῷ ἔμεινεν ἀκόμη.
Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς διὰ τὸ ἐρχόμενον πλοῖον, ὅπερ ἔπλεεν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς.
Ἦτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον.
Αἱ φωναὶ τοῦ μπαρμπα-Διόμα δὲν ἠκούοντο, ὁ ἄνεμος τὰς ὤθει μακρὰν πρὸς τὸν λίβα.
Ἀλλὰ τὸ τρεχαντήριον ἐπλησίαζε καὶ ὁ μικρὸς μαῦρος ὄγκος τῆς ἀνατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ὡς φωλεὰ ἀλκυόνος ἐπὶ τῶν κυμάτων.
Καθ᾽ ὅσον ὅμως ἐπλησίαζεν, ἠδύναντο ν᾽ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ φωναί.
Διότι τὸ ἀνατραπὲν σκαφίδιον, ὠθούμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, εἶχε μετατοπισθῆ πολλὰς δεκάδας ὀργυιῶν πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, καὶ ὁ γέρων ναυαγὸς συνέβαλε καὶ αὐτὸς εἰς τοῦτο διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν.
Τέλος τὸ τρεχαντήριον προσήγγισε καὶ ἀπέλυσε τὴν λέμβον. Ὁ
μπαρμπα-Διόμας ἤκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, ἀλλὰ τόσον μόνον ἤκουσεν.
Εὐθὺς κατόπιν ἐλιποθύμησεν.
Οἱ δύο κωπηλάται ἀνέσυραν τὸν μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον καὶ ἡμιθανῆ, καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ τρεχαντήριον.
Ἀφοῦ τοῦ ἤλλαξαν τὰ ἐνδύματα, δι᾽ ἐμπνοῶν καὶ προστρίψεων
προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν ζωήν.
Ὁ κυβερνήτης διέταξε νὰ στρέψωσι πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα, ὅπως τὸν ἀποδώσωσι νεκρὸν ἢ ζῶντα εἰς τοὺς οἰκείους του.
Τέλος ὁ πτωχὸς ναυαγὸς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς.
Οἱ καλοὶ ναῦται ἠθέλησαν νὰ τῷ προσφέρωσι ποὺντς καὶ ἄλλα θερμὰ ποτά.
Ἀλλ᾽ ἅμα ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ μπαρμπα-Διόμας, διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος εἶδε βαρέλια.
Τὸ πλοῖον ἦτο φορτωμένον οἴνους.
―Ὄχι πούντς, ὄχι, εἶπε διὰ πεπνιγμένης φωνῆς· κρασὶ δῶστέ μου !
Οἱ ναῦται τῷ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας τὴν ἐρρόφησεν ἀπνευστί.
. . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἡ θεία εἰς μάτην προσεπάθει νὰ παρηγορήσῃ τὴν σφαδάζουσαν ὑπὸ ἄλγους οὐρανιώ.
Ἀλλ᾽ ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου ἐλθοῦσα τότε ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐναυάγησε μέν, ἀλλ᾽ ἐσώθη, καὶ ὅτι ἔφθασεν ὑγιής.
Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει, φαίνεται, μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου, καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε, δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον.
Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐλθὼν μετ᾽ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος, ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ!
Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα, ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγὰ οὔτε μυζῆθρες οὔτε ὄρνιθες, ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλασσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖράς του, δι᾽ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι᾽ ἑαυτὸν καὶ δι᾽ αὐτήν.
(1888)
Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ἅπαντα, τόμος δεύτερος
Κριτική ἔκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος
Ἐκδόσεις Δόμος
Εὐχαριστίες
Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Λαόνικο Διονυσίου γιά τά καλά του λόγια γιά τήν Ἐπίγνωση, στό περιοδικό «Νέα Ἑστία», τεῦχος 1738. Ἡ ἀδελφική του συμπαράσταση μᾶς ἔδωσεδύναμη καί κουράγιο. Ἡ εὐθύνη καί ἡ δυσκολία πού συνεπάγεται ἡ ἔκδοση ἑνός περιοδικοῦ, ἔστω καί μικροῦ, εἶναι βαριά, γι’ αὐτό καί ἡ στήριξη ἀπό αὐτούς πού τό διαβάζουν ἔχει πάντα ζωτική σημασία.