Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Τεῦχος 80

    Τρόμος πάνω ἀπό τὴ Δυτικὴ Ὄχθη

    Τὰ αἱματηρὰ γεγονότα στοὺς ἁγίους Τόπους ἔχουν χωρίς ἀμφιβολία τὸ πνευματικό τους νόημα, καθὼς οἱ τόποι αὐτοὶ συνιστοῦν μιὰ πνευματικὴ γεωγραφία βαθύτατα χαραγμένη στὶς ψυχὲς ὅλων σχεδὸν τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦν στὴ γῆ. Οἱ ἱστορικὲς ὠδῖνες ἐκεῖ προκαλοῦν δυνατοὺς πόνους παντοῦ, καθὼς τὰ γεγονότα ἀντηχοῦν κυριολεκτικὰ σὲ ὅλη τὴν ἱστορία. Οἱ Ἑβραῖοι, ἀκόμη καὶ σήμερα, δὲν εἶναι ἕνας τυχαῖος λαὸς γιὰ μᾶς, ἀφοῦ εἶναι οἱ σαρκικοὶ συγγενεῖς τοῦ Χριστοῦ. Ὡς Χριστιανοὶ κληρονομήσαμε ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς προσδοκίες καὶ τὶς ἐλπίδες τους. Μᾶς θλίβει τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχουν ἀκυρώσει τὴ Διαθήκη τους μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, ὅμως οἱ δεσμοὶ τοῦ αἵματος εἶναι ἰσχυροί, ὥστε δὲν παύουμε νὰ τοὺς νιώθουμε λίγο σὰν παλιοὺς συγγενεῖς. Κάπως ἔτσι νιώθουμε καὶ γιὰ τοὺς Παλαιστινίους, ἀφοῦ οἱ δεσμοὶ τους μὲ τοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἡ ἀγάπη τους γιὰ τὴ γῆ ποὺ ἔθρεψε τὴν πανανθρώπινη ἐλπίδα μᾶς κάνουν νὰ τοὺς νιώθουμε δικούς μας. Ἀκόμη περισσότερο τοὺς νιώθουμε δικούς μας ἐπειδὴ γινόμαστε μάρτυρες τῆς ἀχαρακτήριστης ἀδικίας ποὺ γίνεται σὲ βάρος τους ἐδῶ καὶ δεκαετίες, τόσο ἀπὸ τοὺς Ἰσραηλινούς, ὅσο καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἰσχυροὺς τῆς γῆς.

    Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ μέσα σὲ λίγα χρόνια ἐπαναστατοῦν οἱ συνειδήσεις μας ἀπέναντι στὴν μονομέρεια μιᾶς ἰσχυρῆς Νέας Τάξης ποὺ θέλει νὰ ἄρχει πάνω στὰ ἔθνη, ὥστε νὰ κατακυριεύει τοὺς λαοὺς καὶ νὰ ἐπιβάλλει τὸ δικό της στενὸ συμφέρον, παρὰ νὰ ὁδηγεῖ μὲ συναίσθηση τοῦ ἀληθινοῦ συμφέροντος, τοῦ καθήκοντος καὶ τοῦ δικαίου. Τὰ λεγόμενα Χριστιανικὰ ἔθνη ξεχνοῦν ὅτι ὁ ἰσχυρὸς καὶ ὁ πρῶτος ὀφείλει νὰ εἶναι διάκονος. Ἡ ἰσχὺς εἶναι ἀληθινὴ καὶ ἔχει διάρκεια μόνο ἂν χαρακτηρίζεται ἀπὸ εὐγένεια στὶς προθέσεις καὶ στὴ διαγωγή.

    Ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελεῖ πρόκληση γιὰ τὴν παγκόσμια κοινότητα νὰ θέλει νὰ δεῖ τοὺς δύο λαούς, Ἑβραίους καὶ Παλαιστινίους νὰ συνυπάρχουν εἰρηνικὰ σὲ ἕναν τόπο τόσο πολὺ φορτισμένο ἱστορικά. Τὰ μέρη αὐτά, λόγω τῆς ἱστορίας τους, ἔχουν μιὰ λάμψη παγκοσμιότητας καὶ κοσμοπολιτισμοῦ. Δὲν «ἀνήκουν» σὲ κανέναν καὶ ὅλοι μας εἴμαστε κατὰ κάποιο τρόπο ὑπεύθυνοι γι’αὐτά. Ἡ δίκαιη εἰρήνη στοὺς ἁγίους Τόπους θὰ μποροῦσε νὰ ὑπηρετήσει ἕνα πραγματικὸ παράδειγμα τῆς ἀνοικτῆς καὶ πολυσυλλεκτικῆς κοινωνίας ποὺ εὐαγγελίζονται οἱ ἐργάτες τῆς παγκοσμιότητας. Τί εἴδους παγκοσμιότητα ἐπιθυμοῦν, ὅταν ἐπιτρέπουν ἡ διαχείριση τῆς κρίσης στὴν περιοχὴ αὐτὴ νὰ γίνεται μὲ ὅρους ποὺ ἀνακαλοῦν τὶς πιὸ ἐπαίσχυντες μνῆμες τῆς ἀνθρωπότητας;

    Εἶναι πολὺ λυπηρὸ νὰ βρίσκεται κανεὶς ἀντιμέτωπος μὲ τὸ πέπλο τῆς προπαγάνδας ποὺ διαστρέφει προγραμματισμένα καὶ θρασύτατα τὴν ἀλήθεια τῶν γεγονότων, ἀνάλογα μὲ τὶς βραχυπρόθεσμες πολιτικὲς ποὺ θέλει νὰ ὐπηρετήσει. Ἀκόμη πιὸ λυπηρὴ εἶναι ἡ σκέψη ὅτι τὰ πλήθη τῶν ἀδιάφορων πολιτῶν ὅπου γῆς εἰσπράττουν αὐτὴ τὴν προπαγάνδα σὰν ἔγκυρη ἐνημέρωση καὶ γίνονται ἕρμαιοι τῆς  ψυχολογίας ποὺ τοὺς ὑποβάλλει ἡ συστηματικὴ πλύση ἐγκεφάλου. Λίγοι ἀναρωτιοῦνται, γιατί ἡ καταπιεστικὴ πολιτικὴ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἐθνικὴ κάθαρση στὴν περίπτωση τῆς Σερβίας, ἐνῶ ἀνάγεται σὲ δίκαιο πόλεμο κατὰ τῆς τρομοκρατίας στὴν περίπτωση τοῦ Ἰσραήλ. Ἀκόμη λιγότεροι ἀναρωτιοῦνται πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ καταπολεμήσει κανεὶς τὴν τρομοκρατία καλλιεργώντας συστηματικὰ τὶς προϋποθέσεις ποὺ θὰ ὁδηγήσουν ἀναμφίβολα σὲ περισσότερη τρομοκρατία. Γιατί τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα εἶναι σημαντικὰ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις ἐνῶ μποροῦν νὰ καταπατοῦνται μὲ τὸν πιὸ βίαιο καὶ ἀπάνθρωπο τρόπο σὲ ὁρισμένες ἄλλες περιπτώσεις. Καὶ τέλος, ποιά μαλθακότητα τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ μυαλοῦ μπορεῖ νὰ ἀναγκάζει τὶς κυβερνήσεις ἰσχυρῶν κρατῶν νὰ μένουν σιωπηλές, ἀκόμη κι ὅταν τὸ διεθνὲς δίκαιο καὶ οἱ ἀποφάσεις τῶν διεθνῶν ὀργανισμῶν καταπατοῦνται μὲ τὸν πιὸ ἀκραῖο καὶ περιφρονητικὸ τρόπο, ἐπιτρέποντας τὸν ἐξανδραποδισμὸ ἑκατομμυρίων ἀθώων Παλαιστινίων.

    Πολλὰ ἔχουν εἰπωθεῖ γιὰ τὴν τρομοκρατία τῶν ἀκραίων ἰσλαμικῶν ὀργανώσεων ποὺ μάχονται τὸ κράτος τοῦ Ἰσραήλ. Ὅμως, ἡ λογικὴ τῶν ἴσων ἀποστάσεων δὲν εἶναι ποτὲ γόνιμη προσέγγιση. Οἱ Παλαιστίνιοι τρομοκράτες ἀντιδροῦν στὴν κρατικὴ τρομοκρατία καὶ τὴν ἀκραία πίεση στὴν ὁποία τοὺς ὑποβάλλει τὸ Ἰσραήλ. Εἶναι μία ἀντίδραση ἀπαράδεκτη, καταστροφικὴ καὶ χωρὶς νηφαλιότητα, τὴν προκαλεῖ ὅμως τὸ ἀδιέξοδο στὸ ὁποῖο τοὺς ἔχει ὁδηγήσει ἡ Ἰσραηλινὴ ἡγεσία καὶ ἡ ἀναλγησία τῆς διεθνοῦς κοινότητας.

    Δὲν ὑπάρχουν πολλά καινούρια πράγματα νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ γίνεται σὲ βάρος τοῦ Παλαιστινιακοῦ λαοῦ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι στοιχειώδης ὑποχρέωση νὰ εἰπωθοῦν ἔστω καὶ τὰ αὐτονόητα, ὅταν αὐτὰ σκεπάζονται ἀπὸ τὴν ὑποκριτικὴ παραλλαγὴ καὶ τὴν ἐπιθετικὴ μονομέρεια.

    Επιστροφή στην αρχή

    Ἱστορία καί Προφητεία

    Τά τελευταῖα χρόνια γίναμε μάρτυρες ἀρκετῶν κοσμοϊστορικῶν γεγονότων. Γίνεται συχνά λόγος γιά τή σημασία πού μπορεῖ νά ἔχουν τά γεγονότα αὐτά μέσα ἀπό μιά ἐσχατολογική προοπτική καί γιά τή σχέση τῶν γεγονότων μέ τίς προφητεῖες καί μάλιστα μέ τό προφητικό βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης. Θά γράψουμε παρακάτω μερικές σκέψεις γιά τή σημασία τῶν προφητειῶν καί γιά τό πνεῦμα μέ τό ὁποῖο μποροῦμε νά τίς προσεγγίζουμε, σάν Χριστιανοί.

    Ἡ Ἀποκάλυψη, ὅπως καί ὅλα τά βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης, καί γενικά τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀναφέρονται στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί δείχνουν τό δρόμο πρός τή βασιλεία Του. Μία διάσταση τῶν ἱερῶν κειμένων εἶναι ὅτι καθοδηγοῦν τήν ψυχή, ὥστε νά τή σηκώσουν πάνω ἀπό τό βάρος τῶν φυσικῶν περιστάσεων καί νά τή βοηθήσουν νά δεῖ μέ μία ἐλευθερία τόν κόσμο καί τήν ἱστορική του πορεία. Ἔτσι, στή χριστιανική σκέψη ἀποκτᾶ βαρύτητα ἡ ἐσχατολογική κατανόηση ὅτι ἡ πόλη τῶν Χριστιανῶν δέν βρίσκεται ἐδῶ, ἀλλά εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς δημιουργίας μέσα στήν Καινή Γῆ καί στούς Καινούς Οὐρανούς, ἡ μέλλουσα πόλη.

    Σέ κάθε ἐποχή οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀνάγκη ἀπό αὐτό τό ἐσχατολογικό νόημα, τό ὁποῖο καλλιεργεῖται καί ἐνδυναμώνεται μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπίσης, εἶναι ἀνάγκη νά ἀποκτᾶ κανείς, μέσω τῶν Γραφῶν, τήν πνευματική διάκριση ὅτι πολλές φορές, πίσω ἀπό τά γεγονότα καί τίς καταστάσεις, αὐτός πού ἐνεργεῖ εἶναι ὁ διάβολος καί οἱ ἐνεργούμενοι ἀπό αὐτόν. Ἔχοντας αὐτή τή γνώση, οἱ Χριστιανοί ἀντλοῦν πνευματική δύναμη ὥστε νά σηκώσουν τό ἀνάστημά τους καί νά ἀντισταθοῦν σ’ αὐτό τό ὁποῖο προσπαθεῖ νά ἐνεργήσει ὁ διάβολος μέσα στήν Ἱστορία.

    Ὅταν κανείς πλησιάζει τήν Ἀποκάλυψη ἤ γενικότερα τόν προφητικό λόγο μέ αὐτό τό πνεῦμα καί προσπαθεῖ νά ἀντλήσει αὐτή τήν πνευματική δύναμη καί διάκριση, τότε πραγματικά τό ἀνάγνωσμα βρίσκει πνευματική καταξίωση. Ἄν ὅμως προσπαθήσει νά βρεῖ ἄμεσες ἱστορικές ἀντιστοιχίες, μέσα ἀπό μιά διάθεση νά βγάλει συγκεκριμένα ἱστορικά συμπεράσματα, τότε κινδυνεύει νά χάσει τό πραγματικό νόημα. Στήν περίπτωση αὐτή ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νά κάνει ἕνα εἶδος πρόβλεψης τοῦ μέλλοντος, κάτι πού βρίσκεται σέ ριζική ἀντίθεση μέ τή Χριστιανική πίστη. Πρόβλεψη τοῦ μέλλοντος στήν πίστη μας δέν ὑπάρχει. Εἶναι φανερό, ὅτι οἱ προφητεῖες πού προέρχονται πραγματικά ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο δέν εἶναι ποτέ μία κατά γράμμα ἀναφορά σέ μελλούμενα ἱστορικά γεγονότα, δέν προδιαγράφουν μέ λεπτομέρειες τήν Ἱστορία. Οἱ προφητεῖες εἶναι ρήσεις πού ἔχουν καταρχήν ἕνα πνευματικό νόημα, ἀλλά τό ἱστορικό τους περιεχόμενο μπορεῖ νά διευκρινιστεῖ καί νά ἐπιβεβαιωθεῖ ἀφοῦ αὐτές ἐνδεχομένως ἐπαληθευθοῦν.

    Βλέπουμε, γιά παράδειγμα, ὅτι οἱ προφῆτες ποτέ δέν διηγοῦνται ἐπακριβῶς, μέ ἱστορικές λεπτομέρειες, τά τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ. Οἱ διηγήσεις τους σκεπάζονται συχνά ἀπό ἕνα πέπλο ἀσάφειας, ἀφοῦ ὁ προφήτης γνώριζε τό πνευματικό νόημα, τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, καί ὄχι ἐπακριβῶς τίς ἱστορικές περιστάσεις. Τό πῶς θά ἐξελιχθοῦν τά πράγματα μέσα στήν ἀνθρώπινη Ἱστορία καί πῶς θά γίνει πραγματικότητα τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, μέ τή συνέργεια συγκεκριμένων ἀνθρώπων, αὐτό δέν τό γνωρίζει κανείς.

    Βλέπουμε πώς ὁ Κύριος ἐξηγοῦσε στούς μαθητές στό δρόμο πρός Ἐμμαούς, μέ ποιόν τρόπο τά λόγια τῶν προφητῶν παρέπεμπαν σ’ Αὐτόν. Τά λόγια τῶν προφητῶν ἦταν μιά παραπομπή στό πρόσωπό Του, ὄχι μιά ἱστορική διήγηση. Καί γι’ αὐτό, ὅσοι εἶχαν τό πνευματικό ἀνάστημα νά ἀναγνωρίσουν στόν προφητικό λόγο τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τό ἔκαναν, ἐνῶ δέν ὑπῆρχε τίποτε στή διήγηση πού νά ἀναγκάσει τούς ὑπόλοιπους νά τό κάνουν. Ἄν κάποιος γνωρίζει τό μέλλον, Αὐτός εἶναι ὁ Θεός, πού πραγματικά κρατᾶ ὅλον τόν κόσμο, ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος στά χέρια Του. Αὐτό ὅμως εἶναι ἕνα μυστήριο, πού ἐμεῖς σάν ἄνθρωποι δέν μποροῦμε σέ καμία περίπτωση νά τό ψηλαφήσουμε.

    Κάθε συζήτηση πού προσπαθεῖ νά βάλει τήν ἱστορία καί τίς ἐξελίξεις μέσα σ’ ἕνα κλισέ κατανόησης καί ἑρμηνείας, εἶναι ἀποτυχημένη σέ ὅλα τά ἐπίπεδα –ἀκόμα κι ἄν μέσα σ’ αὐτή τήν προσπάθεια ὑπάρχουν καί σωστές προβλέψεις ἤ ἀντιλήψεις γιά τό πῶς προχωράει ὁ κόσμος. Ἡ ἴδια ἡ προσπάθεια νά περικλείσει κανείς μέσα σέ ἕνα ἑρμηνευτικό μοντέλο ὅσα συμβαίνουν γύρω του, εἶναι μία ἀποτυχία. Ὁ κόσμος δέν εἶναι τέτοιος ὥστε νά χωράει μέσα στά δικά μας τά μοντέλα καί μέσα στίς δικιές μας προβλέψεις γιά τό ποῦ πηγαίνουν τά πράγματα. Σάν ἄνθρωποι νιώθουμε συχνά τήν ψυχολογική  ἀνάγκη νά ἔχουμε μία εἰκόνα γιά τό ποῦ βαδίζει ὁ κόσμος. Τό θέμα εἶναι ἄν, σάν χριστιανοί, ἔχουμε τό πνευματικό ἀνάστημα νά κατανοήσουμε ὅτι δέν πρέπει νά ὑποκύπτουμε σ’ αὐτόν τόν πειρασμό. Αὐτός ὁ πειρασμός ὑποκρύπτει πάντοτε μία παγίδα γιά τήν πνευματική μας κατάσταση, στήν ὁποία ἄν ὁ ἄνθρωπος πέσει, παγιδεύεται σ’ ἕνα στατικό μοντέλο πού, ὅμως, ἀνά πᾶσα στιγμή ἀνατρέπεται γύρω μας. Διότι ἡ φύση τοῦ κόσμου εἶναι δυναμική, εἶναι μία φύση διαρκῶν  ἀλλαγῶν, ὅπου αὐτό πού θεωροῦμε σήμερα ὅτι κατανοήσαμε καί ἑρμηνεύσαμε, αὔριο ἔχει  ἀνατραπεῖ  ἀπό καινούριες καταστάσεις.

    Ἕνα ἀπό τά συστατικά τοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἐλευθερία τῶν λογικῶν ὄντων πού δροῦν καί ἐνεργοῦν μέσα σ’ αὐτόν. Ἡ Ἱστορία εἶναι ἐνέργημα λογικῶν ὄντων καί ὄχι ἀποτέλεσμα βιολογικῆς δράσης πού συμβαίνει μέ συγκεκριμένους φυσικούς νόμους. Στή Φυσική, στή Βιολογία, μποροῦμε νά θέσουμε νόμους καί νά προδιαγράψουμε τό μέλλον, διότι τό μέλλον εἶναι ἀπόρροια τῶν συγκεκριμένων νόμων. Στήν Ἱστορία, ὅμως, τά πράγματα εἶναι διαφορετικά, ἀφοῦ τά λογικά ὄντα ὑπάρχουν καί ἐνεργοῦν μέσα στά ὅρια μιᾶς δεδομένης προσωπικῆς ἐλευθερίας. Κι ἄν σκεφτοῦμε ὅτι ἡ Ἱστορία εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη ἡ συλλογική δράση πού ἀπορρέει  ἀπό τήν βιωτή ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι πρόκειται γιά μιά χαώδη κατάσταση, ὅπου πραγματικά δέν γνωρίζουμε τί θά γίνει αὔριο. Ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι τά γεγονότα πού σημάδεψαν τήν Ἱστορία καί ἄλλαξαν πραγματικά τήν πορεία της, ἦταν πολλές φορές ἀπόρροια ἐνεργειῶν μεμονωμένων ἀνθρώπων. Μπορεῖ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι νά ἐνεργοῦν σύμφωνα μέ τούς προδιαγεγραμμένους νόμους, ἤ νά ὑποτάσσονται στίς τρέχουσες ἀντιλήψεις, ὅμως νά βρεθεῖ ἕνας ὁ ὁποῖος θά κάνει τό  ἀντίθετο –καί ἴσως τότε ἡ Ἱστορία ἀλλάξει.

    Συχνά, γίνεται λόγος γιά τό «μυστήριο τῆς ἀνομίας», σάν μία δύναμη πού ὁδηγεῖ τήν Ἱστορία. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τό ἀναφέρει σάν μία πραγματικότητα πού ἐνεργεῖ στόν κόσμο. Ἀφοῦ ὅμως πρόκειται γιά μυστήριο, θά πρέπει νά εἴμαστε προσεχτικοί νά τό ἀντιλαμβανόμαστε σάν τέτοιο καί ὄχι σάν μία φυσική βία πού προδιαγράφει αὐστηρά τίς ἐξελίξεις. Πρόκειται μᾶλλον γιά ἐκείνη τήν κατάσταση ὅπου ὁ ἄνθρωπος ἀπό τή φύση του εἶναι ἀντιμέτωπος μέ τή φθορά καί τό θάνατο. Δέν ζοῦμε μέσα σέ μία παραδείσια κατάσταση, ἐλεύθεροι ἀπό τά πάθη καί τή φθορά,  ἀλλά ἀντίθετα εἴμαστε ὑποκείμενοι στό θάνατο, στήν ἀρρώστια, σέ ὅλα ὅσα σημαδεύουν τήν  ἀνθρώπινη ζωή καί προκαλοῦν πόνο. Ἡ ζωή τοῦ  ἀνθρώπου καί ἡ  ἀνθρώπινη Ἱστορία σημαδεύονται ἀπό τή φθορά, τόν πόνο καί τόν θάνατο. Αὐτή λοιπόν ἡ αἱματηρή σφραγίδα, ἡ φθοροποιός, ἡ ἐμπαθής, ἡ σφραγίδα τοῦ πόνου, εἶναι ἡ ὁδηγός δύναμη, πού περιγράφουμε μέ τόν ὅρο «μυστήριο τῆς  ἀνομίας». Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἡ πορεία τοῦ κόσμου εἶναι αὐστηρά προδιαγεγραμμένη. Διότι, ἐκτός  ἀπό αὐτές τίς φθοροποιές δυνάμεις ὑπάρχουν οἱ δυνάμεις τῆς Ἐκκλησίας, ἡ παρέμβαση τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεία πρόνοια, ἡ ἐλπίδα τῶν ἀνθρώπων πού πιστεύουν στό Θεό καί ἐναποθέτουν τή ζωή τους σ’ αὐτόν. Καί μέ βάση αὐτή τήν ἐλπίδα, σηκώνουν τό ἀνάστημά τους πάνω ἀπό αὐτές τίς φθοροποιές δυνάμεις καί ἐνεργοῦν μέ ἐλευθερία ἀντίθετα πρός αὐτές, ἐνάντια στά ἔργα καί στά ἐνεργήματα τοῦ διαβόλου μέσα στήν Ἱστορία. Ἀκόμη καί ἄνθρωποι πού ἀγνοοῦν τήν Ἐκκλησία καί τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καί κάπου μέσα τους, μέ ἕναν τρόπο μυστικό, κατανοοῦν τό θέλημά Του. Ἄρα, λοιπόν, καί τέτοιοι ἄνθρωποι πολλές φορές ἐνεργοῦν μέσα στήν Ἱστορία μέ ἕναν ἀγαθό τρόπο.

    Ἔχουμε, συχνά, τήν τάση νά ἑρμηνεύουμε τά πράγματα μέσα ἀπό στατικά μοντέλα τά ὁποῖα δημιουργοῦν στό μυαλό μας τήν εἰκόνα ὅτι ὁ κόσμος ἀκολουθεῖ μιά μονοδιάστατη πορεία. Στήν πραγματικότητα, ἡ Ἱστορία μερικές φορές κάνει κύκλους, ἐπανέρχεται σέ κάποια πράγματα. Νομίζουμε ὅτι τά γεγονότα ὁδηγοῦν πρός μία κατάσταση καί ξαφνικά βλέπουμε νά ἀλλάζουν πορεία. Ἄς μήν ἀφήνουμε τόν ὁρίζοντά μας νά περιορίζεται, πιστεύοντας ὅτι ἔχουμε φτάσει σέ μία κατάσταση ὅπου «δέν ὑπάρχουν ἄλλα ἱστορικά περιθώρια». Λόγω τῆς ἔντασης τῶν γεγονότων πού μᾶς περιβάλλουν, μᾶς δημιουργεῖται συχνά ἡ αἴσθηση ὅτι ὁ κόσμος ἔχει φτάσει σέ μία  ἀπροχώρητη κατάσταση. Ὅσο κι ἄν αὐτό μπορεῖ νά ἔχει ἀλήθεια, ἄς εἴμαστε προσεχτικοί κι ἄς ἔχουμε συνείδηση τῆς μικρότητας τῆς δικιᾶς μας ζωῆς σέ σχέση μέ τά μέτρα τῆς Ἱστορίας. Ἄς ἔχουμε στό νοῦ μας αὐτή τήν εἰκόνα: ὁ κόσμος προχωράει μέσα ἀπό πολλές καί ἐπίπονες καταστάσεις. Οἱ ἱστορικές διεργασίες χρειάζονται συνήθως πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα γιά νά ὁλοκληρωθοῦν, ἐνῶ τά ὅρια τῆς ζωῆς μας εἶναι μικρά. Βλέπουμε μέ πόση ἐπιμέλεια ἀπέφυγε ὁ Χριστός ν’ ἀπαντήσει στό ἐρώτημα πού τοῦ εἶχαν θέσει οἱ μαθητές του –«πότε θά ξανάρθεις;» – δίνοντάς τους νά καταλάβουν ὅτι δέν εἶναι δικό τους θέμα νά τό διερευνοῦν. Τούς ἄφησε, δηλαδή, νά κατανοήσουν ὅτι δέν ὑπάρχουν προδιαγραφές γιά τόν κόσμο. Ὁ κόσμος εἶναι μία ἐλεύθερη, μία δυναμική κατάσταση. Κι ἀκόμα καί τή στιγμή πού μοιάζει νά ἔχει φτάσει σ’ ἕνα ὅριο ἐπιβίωσης, κάτι καινούριο μπορεῖ νά προκύψει.

    Ἄς ἔχουμε τά παραπάνω γενικά σχόλια ὑπόψη μας, χωρίς νά  ἀφήσουμε κατά μέρος ὁποιαδήποτε ἀνησυχία ἤ προβληματισμό σχετικά μέ τό νόημα τῶν γεγονότων. Ὅμως, ἄς μήν βλέπουμε τά πράγματα μόνο μέσα στόν δικό μας μικρό χρονικό ὁρίζοντα, διότι πάλι ἐμεῖς θά εἴμαστε ἐδῶ γιά νά διαπιστώσουμε, τελικά, ὅτι τά γεγονότα κι ἡ Ἱστορία ἔχουν τό δικό τους χρονικό ὅριο καί δέν χωροῦν εὔκολα στίς δικές μας ἑρμηνεῖες.

    Επιστροφή στην αρχή

    Ἡ Δημοκρατία καί ἡ κοινωνική ἱεραρχία στήν ἐποχή τῶν τηλεσκουπιδιῶν

    Ἰ.Κ

    Ὅσα συμβαίνουν καί συζητοῦνται τελευταῖα σχετικά μέ τά λεγόμενα «τηλε-σκουπίδια», δίνουν ἀφορμή γιά κάποιες σκέψεις καί διαπιστώσεις. Ἡ αἰτία τῆς δημόσιας συζήτησης δέν εἶναι βέβαια σοβαρή, ὅταν πρόκειται γιά ἐκπομπές ὅπως τά reality shows καί τά τηλεπαιχνίδια τῶν μεγάλων καναλιῶν, καί μέ τήν ἔννοια αὐτή τό θέμα θά μποροῦσε νά περάσει ἐντελῶς ἀσχολίαστο. Ἄς ὁμολογήσουμε ὅμως, ὅτι ἡ σχετική παραφιλολογία καί ἐντρύφηση γύρω ἀπό αὐτό τό θέμα στήν ὁποία ἐπιδόθηκαν πολλοί μέ συζητήσεις καί δημοσιεύματα μᾶς φάνηκε ἀρκετά πιό ἐνδιαφέρουσα, διότι φανερώνει ὄχι τόσο μία κρίση ἀξιῶν, ὅπως τονίζεται συχνά, ἀλλά μία σοβαρή κρίση κριτηρίων καί ἕναν συσκοτισμό νοημάτων πού ἀγγίζουν τή λειτουργία ὁρισμένων θεσμῶν.

    Σέ μιά δημοκρατική κοινωνία εἶναι εὔκολο νά αὐτονομηθεῖ τό νόημα τῶν θεσμῶν καί νά ὑποκατασταθεῖ ἀπό μία ἐξωτερική λειτουργία λήψης ἀποφάσεων. Γιά πολλούς τό νόημα τῶν θεσμῶν καταρρέει στήν ἁπλή διαδικασία τῆς ψηφοφορίας, ὅπου ἀναδεικνύεται ἡ θέληση τῆς πλειοψηφίας. Ἔχει συχνά κανείς τήν ἐντύπωση ὅτι ὅλο τό νόημα τῆς Δημοκρατίας ἐξαντλεῖται στήν ἐπιβολή τῆς θέλησης τῶν πολλῶν (ἔστω τῆς «συντριπτικῆς πλειοψηφίας») ἀπέναντι στή μειοψηφία. Ἡ μηχανιστική αὐτή ἀντίληψη γιά τή Δημοκρατία ἴσως δικαιολογεῖ τή συγκαταβατική στάση πολλῶν, ἀπέναντι σέ ὅσους ἐκφράζουν ἀνησυχίες γιά τήν ὑγεία τῶν θεσμῶν. Τέτοιες ἀνησυχίες χαρακτηρίζονται «κινδυνολογίες» καί ἐκφράζεται συχνά ἡ πεποίθηση ὅτι «ἡ Δημοκρατία δέν κινδυνεύει». Δημιουργεῖται καμιά φορά ἡ ἐντύπωση ὅτι στίς κοινωνίες μας λειτουργοῦν μηχανισμοί αὐτοθεραπείας, κάτι σάν αὐτόματος πιλότος, ἀρκεῖ τίς ἀποφάσεις νά τίς παίρνουν οἱ πολλοί. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἔκφραση τῆς πλειοψηφίας ὀφείλει νά παίζει ἕναν σοβαρό συμβουλευτικό ρόλο στή δύσκολη διαδικασία λήψης ἀποφάσεων γιά σημαντικά ζητήματα, δέν μπορεῖ ὅμως νά μετατρέπεται στό νόημα καί στήν οὐσία τῆς Δημοκρατίας. Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ὅταν ὑποχωροῦμε σέ μία τέτοια εὔκολη κατανόηση τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, τότε παραδίδουμε τίς τύχες μας στήν ἐπιτηδειότητα ὅσων εἶναι σέ θέση νά χειρίζονται τήν κοινή γνώμη γιά τό ἴδιο (δηλαδή τό ἰδιωτικό) ὄφελος, εἴτε αὐτοί εἶναι ἐπίδοξοι πολιτικοί, οἰκονομικοί παράγοντες, τά μέσα ἐνημέρωσης ἤ ἡ διαπλοκή ὅλων αὐτῶν.

    Ἕνα πρᾶγμα πού συνήθως παραγνωρίζουμε στό βωμό μιᾶς ψευδώνυμης δημοκρατίας εἶναι ἡ λειτουργία τῃς κοινωνικῆς ἱεραρχίας. Εἶναι ἀμφίβολο ἄν ὑπάρχουν πλέον πολλοί πού κατανοοῦν τί μπορεῖ νά σημαίνει ἡ κοινωνική ἱεραρχία. Λειτουργοῦμε σέ ὅλα σάν καταναλωτές. Ὁ κυρίαρχος νόμος εἶναι ὁ νόμος τῆς ζήτησης καί ὄχι ὁ νόμος τῆς κοινωνικῆς εὐθύνης. Ἄν ὑπάρχει ζήτηση γιά κάτι ὀφείλουμε νά τό προσφέρουμε. Ἄν δέν ὑπάρχει ζήτηση γιά κάτι, τότε οὔτε ἔχουμε ὑποχρέωση οὔτε πρέπει νά τό προσφέρουμε. Ἄν ὁ μαθητής ἀπαιτεῖ τήν ἐλάχιστη χρηστική γνώση πού θά τόν ὁδηγήσει μέ ἀσφάλεια στίς ἐξετάσεις (ἤ ἴσως καί λιγότερη, ὅπως συμβαίνει δυστυχῶς σέ ὁρισμένες περιπτώσεις) τότε ὁ δάσκαλος δέν ὀφείλει νά προσφέρει παρά μόνον αὐτό πού τοῦ ζητοῦν. Ἡ εὐθύνη βαραίνει τούς μαθητές καί τούς γονεῖς τους. Ἄν ὁ ψηφοφόρος ἀπαιτεῖ, τότε ὁ πολιτικός συμμορφώνεται, ἀφοῦ σέ τελευταία ἀνάλυση ὑπηρετεῖ τόν ψηφοφόρο. Ὁ δημοσιογράφος ὀφείλει νά μετράει τή ζήτηση τοῦ κοινοῦ καί νά προσαρμόζει τή δουλειά του μέ βάση αὐτό τό αὐστηρό κριτήριο.

    Ὁ δάσκαλος, λοιπόν, ἔχει ἐξισώσει στή συνείδησή του τή δική του θέση μέ αὐτή τοῦ μαθητῆ καί δέν διανοεῖται ὅτι βρίσκεται σέ ἄλλο σκαλοπάτι στήν κλίμακα τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας, κάτι πού τόν καθιστᾶ ὑπεύθυνο καί ὑπόλογο ἀπέναντι στόν μαθητή καί τήν κοινωνία. Ὁ μαθητής ἀπό τή μεριά του δέν κατανοεῖ τήν εὐθύνη τοῦ δασκάλου του καί τόν πνευματικό του ρόλο, οὔτε τοῦ ζητᾶ κάτι περισσότερο ἀπό κάποιες τεχνικῆς φύσεως ὑπηρεσίες. Ἀντίστοιχα, ὁ πολιτικός δέν ἐργάζεται γιά τό κοινωνικό του ὅραμα μέ εὐθύνη ἀπέναντι στήν Ἱστορία, μέ τή συναίσθηση ὅτι εἶναι δική του εὐθύνη νά μπολιάσει τήν κοινωνία μέ τόν ὁραματισμό του καί τό παράδειγμά του, ἀλλά συχνά διεκπεραιώνει ὑποχρεώσεις καί δεσμεύσεις πρός τρίτους, μᾶλλον μέ ἀγοραῖα καί κομματικά κριτήρια. Ὁ δημοσιογράφος φτάνει στό ἔσχατο σημεῖο νά ἐξισώνει τόν ἑαυτό του μέ τήν ἔρημη, ἴσως ἀγράμματη γιαγιά, πού νιώθοντας νά τήν πνίγει ἡ μοναξιά δέν βρίσκει τή δύναμη νά κλείσει τήν τηλεόραση, ἀλλά δέχεται παθητικά αὐτό πού τῆς προσφέρουν. Παριστάνει πώς δέν κατανοεῖ ὅτι ὁ ρόλος του δέν εἶναι νά προσφέρει ὑπηρεσίες ἀνάλογα μέ τή ζήτηση, ἀλλά διαμορφώνει συνειδήσεις, ἀναλαμβάνει κι αὐτός ρόλο διδασκάλου, δημιουργεῖ ψυχολογικές ἐξαρτήσεις, ἐπηρεάζει τίς οἰκογενειακές σχέσεις, ἀφήνει τό δικό του ἀποτύπωμα μέ τίς δικές του ἐπιλογές σέ ἀνθρώπινες ψυχές. Τό ὅτι δέν κατανοεῖ τόν ρόλο του καί τή θέση του στήν κοινωνική ἱεραρχία δέν ἀποδεικνύει καθόλου τά δημοκρατικά του αἰσθήματα, ἀλλά δείχνει ἁπλούστατα ὅτι ὁ ἴδιος δέν διαθέτει τόν ἀπαραίτητο σεβασμό γιά τούς ἀνθρώπους πού ἔχει ἀπέναντί του.

    Τό νόημα τῆς κοινωνικῆς ἱεραρχίας (καί εὐθύνης) σέ μιά δημοκρατία δέν εἶναι δυνατό νά κατοχυρωθεῖ ἀπόλυτα μέ νόμους, διότι ἁπλούστατα αὐτό μπορεῖ νά ὁδηγήσει σέ παρεκτροπές. Εἶναι προφανές, γιά παράδειγμα, ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά ὑπάρχει νόμος πού νά βάζει λεπτομερή κριτήρια αἰσθητικῆς στίς τηλεοπτικές ἐκπομπές καί ἐν γένει στά μέσα ἐνημέρωσης, χωρίς αὐτό νά δημιουργήσει ἐνστάσεις πού ἀφοροῦν στήν ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἀπό μία ἄποψη, κάθε reality show προσβάλλει τήν αἰσθητική, ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν σέ μιά δημοκρατική κοινωνία νά ὑπάρχει νόμος πού νά ἀπαγορεύει τά reality shows. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού πρέπει νά θεσπίζονται ἀσφαλιστικές δικλεῖδες μέσα ἀπό θεσμούς πού γίνονται σεβαστοί ὄχι ἐπειδή ὑπηρετοῦν τό νόμο τῆς πλειοψηφίας, ἀλλά διότι διαμορφώνουν κανόνες παιδείας καί αἰσθητικῆς καί μποροῦν νά συμβάλλουν ἐποικοδομητικά, μέ ἕναν συμβουλευτικό τρόπο, στούς κανόνες πού συναποδέχεται μιά δημοκρατία. Τέτοιοι πρέπει νά εἶναι οἱ θεσμοί πού ὑπηρετοῦν τήν ἀκαδημαϊκή παιδεία, ὅπως ἡ σύγκλητος καί οἱ πρυτάνεις τῶν ἀνωτάτων ἱδρυμάτων, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, τό Παιδαγωγικό Ἰνστιτοῦτο, διάφορα σώματα ἀξιολογητῶν καί, χωρίς ἀμφιβολία, τό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο. Τέτοιοι θεσμοί, ἄν καί εἶναι ἀριστοκρατικοί στή φύση τους, ὀφείλουν νά λειτουργοῦν στό πλαίσιο τῶν ὑφιστάμενων νόμων. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὅμως, ὀφείλουν νά κατανοοῦν ὅτι δέν ἐπιτελοῦν ἁπλῶς μία διαχειριστική λειτουργία, ἀλλά ἡ φύση τους σέ μιά δημοκρατία εἶναι «ρυθμιστική». Δέν εἶναι, λοιπόν, σώματα δημοσίων ὑπαλλήλων, ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά δημόσιους λειτουργούς, ἀλλά πρέπει νά εἶναι σώματα «σοφῶν». Ὀφείλουν νά ἐξασφαλίζουν στή δημοκρατία ἕνα περιθώριο ἀσφαλείας πού θά ὑποβοηθᾶ τό ὅραμα ὅταν αὐτό ἐμποδίζεται ἀπό ἕνα σοβαρό ἔλλειμμα παιδείας.

    Μέ ποιό τρόπο, ἄραγε, κατανοεῖ τό ρυθμιστικό ρόλο του τό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο, ὅταν μετά τήν ἀπόφαση τοῦ προέδρου του σχετικά μέ τόν περιορισμό τῆς ἐκπομπῆς τῶν ἐπίμαχων «τηλεπαιχνιδιῶν» τά μέλη του μοιράστηκαν στά παράθυρα τῶν μεγάλων καναλιῶν, κατακρίνοντας δημοσίως τήν ἀπόφαση τοῦ προέδρου τους; Γιατί πρίν κἄν συνεδριάσει τό συμβούλιο ὡς σῶμα, κάθισαν στό ἴδιο τραπέζι μέ δημοσιογράφους καί παραγωγούς τηλεσκουπιδιῶν κι ἔδωσαν δημοσίως τήν θλιβερή εἰκόνα ὅτι ὄχι μόνο δέν σέβονται τόν πρόεδρο, ἀλλά δέν μποροῦν κἄν νά συμφωνήσουν μεταξύ τους; Ποιό νόημα κοινωνικῆς ἱεραρχίας καί ἀξιολόγησης μποροῦν νά ὑπηρετήσουν οἱ ἴδιοι, ὅταν στό βωμό μιᾶς ψευδώνυμης διαλογικῆς καί συναινετικῆς πρακτικῆς ἐξισώνονται ἱεραρχικά μέ ὅσους καλοῦνται νά κρίνουν καί νά συμβουλεύσουν;

    Τό ζητούμενο στίς περιπτώσεις αὐτές δέν εἶναι βέβαια ἡ ἁπλή ἀπαγόρευση μιᾶς ἐκπομπῆς, ἀλλά ἡ ἀνάδειξη κριτηρίων, ἡ ἀνάδειξη ἑνός βαρυσήμαντου σκεπτικοῦ πού νά βοηθᾶ στή διαμόρφωση μιᾶς νοήμονος αἰσθητικῆς. Ἀντ’ αὐυτοῦ ἀκούει κανείς τό ἐπιχείρημα ὅτι τό πρόβλημα τάχα δέν ξεκινᾶ ἀπό τά τηλεπαιχνίδια ἤ τά reality shows ἀλλά ἀπό τά δελτία εἰδήσεων. Ὀρθό σάν σκέψη, ἀλλά τί ἄλλο ἀποδεικνύει παρά τό ὅτι χρειαζόμαστε κριτήρια αἰσθητικῆς καί ἀξιολόγησης καί γιά τά δελτία εἰδήσεων; Δέν εἶιναι φαῦλος κύκλος ὅταν τό ἕνα ἀποτελεῖ τό ἄλλοθι γιά τό ἄλλο; Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἐπιχειρεῖται μιά ἐξίσωση τῶν κάκιστων ἑλληνικῶν καί ξένων τηλεοπτικῶν σειρῶν ἤ τῶν κακῶν κινηματογραφικῶν ταινιῶν μέ τά reality shows καί τά τηλεπαιχνίδια πού προκάλεσαν πρόσφατα τήν κοινή γνώμη. Γιατί ἡ προβολή σκηνῶν μέ σεξουαλικό ἤ βίαιο περιεχόμενο μπορεῖ νά μήν προκαλεῖ παρεμβάσεις στή μία περίπτωση, ἐνῶ τό ἁπλό σεξουαλικό ὑπονοούμενο μπορεῖ νά ἔχει σάν ἀποτέλεσμα ἀκόμη καί ἀπαγορεύσεις στήν ἄλλη περίπτωση;

    Ἐδῶ, βέβαια, θά περίμενε κανείς ἀπό ὅποιον θεσμικά μπορεῖ νά ἀσκήσει κάποια κριτική στίς περιπτώσεις αὐτές, νά ἔχει τό σθένος νά ξεκαθαρίσει ὅτι τά κριτήρια δέν μπορεῖ νά ἔχουν περιεχόμενο μέ βάση μία ὁρισμένη ἀντίληψη περί ἠθικῆς. Εἶναι προφανές ὅτι ἄν καί σέ προσωπικό ἐπίπεδο μιά τέτοια βάση ἐνδεχομένως παράγει νόημα, στό ἐπίπεδο τοῦ δημόσιου λόγου εἶναι σαθρή καί προκαλεῖ ἄμεσα καί δικαίως τήν ἐπίκληση τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καί τῆς ἐλευθεροτυπίας. Αὐτό εἶναι ἕνα σημεῖο στό ὁποῖο ὀφείλουμε νά εἴμαστε πολύ εὐαίσθητοι, εἰδικά ὅσοι συνδέουμε τόν προβληματισμό μας μέ χριστιανικά κριτήρια. Ἔτσι, ὀφείλουμε νά διακρίνουμε ὅτι μία σκηνή δολοφονικῆς βίας μπορεῖ νά παράγει βαθύτατο παιδευτικό καί καθαρτικό νόημα σέ ἕνα κινηματογραφικό φίλμ νουάρ, ἀλλά νά συνιστᾶ ἐντελῶς ἀπαράδεκτο καί ἀξιοκατάκριτο θέαμα ὅταν ἀποτυπώνει τήν πραγματικότητα στό δελτίο εἰδήσεων ἤ σέ ἕνα reality show. Ἀκριβῶς τό ἴδιο μπορεῖ νά συμβαίνει καί μέ μιά ἐρωτική σκηνή. Ἡ ἀποτύπωση τῆς θλίψης πού φέρνει ὁ θάνατος εἶναι ἀπαράδεκτη στά δελτία εἰδήσεων καί προσβάλλει τήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια καί τήν ἰδιωτική ζωή, ὅμως εἶναι ἀπό τά βασικά συστατικά νοήματος στήν αἰσθητική τοῦ κινηματογράφου.

    Ἡ ἔκθεση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς (ἤ τοῦ σώματος) σέ ἕνα reality show φυσιολογικά μᾶς ἀπωθεῖ καί μᾶς θλίβει. Ὁ λόγος ἴσως εἶναι ὅτι λείπει τό ἐνδιάμεσο ἐπίπεδο τῆς ἀναπαράστασης, πού δημιουργεῖ τούς εἰκονισμούς πού διδάσκουν καί ψυχαγωγοῦν καθαρτικά. Στήν ἀναπαράσταση τό κινηματογραφικό ἤ θεατρικό ὑλικό χρησιμοποιεῖται γιά νά σημάνει κάτι, νά δημιουργήσει κάποιο νόημα. Στό reality show αὐτή ἡ εἰκονιστική διαδρομή καταργεῖται, ἡ ἀμεσότητα καταργεῖ τήν αἰσθητική καί καταστρέφει τό νόημα. Πληγώνεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια καί μένει ἐκτεθειμένη ἡ ἀνθρώπινη ψυχή σάν βορά στήν περιέργεια, τή διαστροφή, τό χρηματικό κέρδος. Τότε, οἱ ἀσφαλιστικοί θεσμοί ὀφείλουν νά παρεμβαίνουν ρυθμιστικά γιά νά περισώσουν κάτι ἀπό τό νόημα τῆς Δημοκρατίας.

    Αρχή τεύχους

    Ετικέτες: