Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Τεῦχος 74

    Επίγνωση Τεύχος 74

    ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2000

      ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

    • Μιά κριτική για την έλλειψη θεολογικού φρονήματος ανάμεσα στους Ρώσους πιστούς – π. Γ. Φλωρόφσκυ
    • Άφεση αμαρτιών – Αλ. Καλόμοιρου
    • Μικρό σχόλιο στην Κυριακή προσευχή
    • ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΗ

    • Λίγα ακόμη για τις ταυτότητες

    Θεολογικὰ θέματα

    Στὸ παρακάτω κείμενο ὁ γνωστὸς Ὀρθόδοξος θεολόγος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (1893-1979) παίρνει ἀφορμὴ ἀπὸ κάποιες ἀπόψεις τοῦ Ρώσου Μητροπολίτη Εὐλογίου γιὰ νὰ μιλήσει γιὰ τὴν ἔλλειψη θεολογικῆς παιδείας, τὴν ἀπαξίωση τῶν θεωρητικῶν θεολογικῶν προβλημάτων καὶ τὸν ὑπερτονισμὸ τῶν ἐξωτερικῶν ἢ συναισθηματικῶν στοιχείων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἂν καὶ τὸ κείμενο ἀναφέρεται στὴ νοοτροπία τῶν Ρώσων πιστῶν, δὲν εἶναι λίγα τὰ σημεῖα ποὺ ταιριάζουν καὶ στὴ σημερινὴ στάση πολλῶν ἐξ᾿ ἡμῶν. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ παραθέτουμε τὸ κείμενο αὐτό, σὰν ἀφορμὴ προβληματισμοῦ γιὰ τὴν κεντρικὴ σημασία τῆς θεολογικῆς σκέψης στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. (Βλέπε «The Collected Works of George Florovsky», ed. Richard S. Haugh (Belmont, MA: Nordland), Vol. XIII, Ecumenism I: A Doctrinal Approach, pp. 168-170).

    Μία κριτικὴ γιὰ τὴν ἔλλειψη θεολογικοῦ φρονήματος ἀνάμεσα στοὺς Ρώσους πιστούς

    Ἀπὸ τὸν π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ
    Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Εὐλόγιος δημοσίευσε τὶς σκέψεις του γιὰ τὴν πρόσφατη θρησκευτικὴ ἀναγέννηση ἀνάμεσα στοὺς Ρώσους, τόσο στὴν πατρίδα τους ὅσο καὶ στὴ διασπορά, κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ρωσικῆς μετανάστευσης. (Ὁ συγγραφέας μιλάει γιὰ τὴν ἀναγέννηση ποὺ παρατηρήθηκε μετὰ τὴν κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση Σ.τ.Μ.). Ἦταν φανερὸ ὅτι κάτι ξυπνοῦσε. Οἱ λόγοι ποὺ ὁδήγησαν σ᾿ αὐτὸ ἦταν ἐπίσης φανεροί: τὸ σὸκ ποὺ προκάλεσαν τὰ τραγικὰ γεγονότα, ἡ ἀνασφάλεια, ἡ ἀβεβαιότητα, ὁ πόνος, ὁ φόβος. Ὅμως, τὶ ἦταν αὐτὸ ποὺ προσέλκυε τοὺς Ρώσους στὴν Ἐκκλησία; Τὰ δόγματα τῆς πίστεως, ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία; Ἀπαντώντας σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα ὁ μητροπολίτης Εὐλόγιος, συμφώνησε ὅτι πράγματι ἡ θεολογία ἦταν τὸ κεντρικὸ ζητούμενο στὸ παρελθὸν καὶ ἰδιαίτερα ἀνάμεσα στοὺς Ἕλληνες τοῦ Βυζαντίου, ἀλλὰ ὄχι στὴ σύγχρονη Ρωσία. Ὑπῆρχε πράγματι μία ἐποχή, ποὺ ἀκόμη καὶ οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ ἐνδιαφέρονταν βαθύτατα γιὰ τὰ προβλήματα τῆς πίστεως. Ὅμως, οἱ Ρώσοι, ἰσχυρίστηκε ὁ Μητροπολίτης, μὲ τὴν ἐξαίρεση λίγων σπουδαγμένων θεολόγων, δὲν ἔχουν φτάσει στὸ σημεῖο νὰ ἀσχολοῦνται μὲ ἀφηρημένα θεολογικὰ προβλήματα, καὶ στὴν πραγματικότητα αὐτὰ δὲν τοὺς ἐνδιαφέρουν. Ἴσως, παραδέχτηκε ὁ Μητροπολίτης, ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀπέτυχε νὰ καλλιεργήσει τὸ θεολογικὸ ἐνδιαφέρον ἀνάμεσα στοὺς πιστούς. Ὅμως, κατὰ τὴ γνώμη του, ὁ βαθύτερος λόγος γι᾿ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος ἀνάμεσα στοὺς Ρώσους εἶναι ὅτι οὔτε κατανοοῦν οὔτε ἐπιθυμοῦν νὰ μάθουν τὸ πῶς ἡ θεωρητικὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας πραγματώνεται καὶ ἐνσωματώνεται στὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὸ ποὺ ἀγαποῦν καὶ χαίρονται πάνω ἀπὸ ὅλα εἶναι ἡ τελετουργικὴ πλευρὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἡ ὀμορφιὰ τῶν ἀκολουθιῶν, οἱ εἰκόνες, οἱ μελωδίες καὶ τὰ παρόμοια. Στὴ συνέχεια, ὁ Μητροπολίτης ἐξηγεῖ τὴ συναισθηματικὴ καὶ ἐκπαιδευτικὴ σημασία τῆς ἱεροτελεστίας. Παραδέχεται, πάντως, ὅτι ὅλο αὐτὸ τὸ τελετουργικὸ γίνεται ἐλάχιστα κατανοητό, ἀφοῦ ὁ λαὸς στὴν πραγματικότητα δὲν γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια ποὺ συμβολίζει καὶ κηρύσσει ἡ λατρεία. Ἔστω, κι ἔτσι, ἰσχυρίστηκε, οἱ ἱεροτελεστίες εἶναι ὑπέροχες, ἐμπνευσμένες καὶ συγκινητικές, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ νόημά τους.

    Τὸ ἂν ἡ παραπάνω στάση πράγματι περιγράφει ὀρθὰ τὴ Ρωσικὴ προσέγγιση στὸ χριστιανισμό, εἶναι ἕνα θέμα ἀνοιχτὸ πρὸς συζήτηση. Ὅμως, ἡ στάση ποὺ περιγράφει ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης εἶναι τυπικὴ ἐκ μέρους ὁρισμένων στοιχείων τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας. Ὁρισμένοι συγγραφεῖς διαβεβαιώνουν ἐπίμονα ὅτι οἱ Ρώσοι ἔμαθαν τὸν χριστιανισμὸ ὄχι ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς Βίους τῶν Ἁγίων. Διαβεβαιώνουν ἐπίσης ὅτι γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους, γενικά, ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι «Δόγμα», ἀλλὰ «Ζωή». Οἱ Ὀρθόδοξοι δὲν ἐνδιαφέρονται γιὰ «δογματικὰ συστήματα», ἀλλὰ γιὰ τὸν «τρόπο ζωῆς». Κατανοοῦν τὴν ἀλήθεια ὄχι μὲ τὴ μεσολάβηση τῆς διανοητικῆς γνώσης, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς «καρδιᾶς» καὶ μέσα ἀπὸ μιὰ αἰσθητικὴ προσέγγιση. Δὲν πρέπει νὰ ἀναζητοῦμε τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία στοὺς τρόπους σκέψης, ἀλλὰ στὶς ἀναπαραστάσεις, τὸ τελετουργικὸ καὶ τὶς εἰκόνες. Ἐπίσης διαβεβαιώνουν ὅτι στὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ δὲν ὑπάρχει «θεωρία τοῦ Χριστιανισμοῦ», ἀλλὰ ἀντίθετα ὑπάρχουν ἅγιοι, εἰκόνες, ποίηση καὶ τὰ ὅμοια.

    Κανένας Ὀρθόδοξος, ἀλλὰ οὔτε καὶ Καθολικός, δὲν θὰ ἀρνιόταν τὴ βασικὴ σημασία  ποὺ ἔχουν οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ ἡ ζωὴ τῆς ἁγιότητας. Αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀπαράδεκτο στὶς προτάσεις ποὺ προαναφέραμε εἶναι ἡ ἀποκλειστικότητα μὲ τὴν ὁποία ἐκφέρονται, ἡ ἔμφασή τους στὸ «ὄχι… ἀλλά». Θὰ μποροῦσε νὰ ρωτήσει κανείς, γιὰ ποιό λόγο ἡ «δογματικὴ σκέψη» καὶ ἡ «διανοητικὴ κατανόηση» ἀποκλείονται τόσο ἐπίμονα, ὑποτιμοῦνται τόσο περιφρονητικὰ καὶ σχεδὸν διαγράφονται. Ἡ ἰσορροπία προφανῶς καταστρέφεται. Σὲ κάθε περίπτωση, αὐτὴ ἡ ὑπερβολικὴ ἔμφαση στὴν ἐξωτερικὴ πλευρὰ τῆς λατρείας δὲν βρίσκεται σὲ συμφωνία μὲ τὴν παράδοση τῆς ἴδιας τῆς Ὀρθόδοξης τέχνης. Ἂν κάποιος μπορεῖ νὰ ὠφεληθεῖ καὶ νὰ μάθει ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ὑμνογραφία καὶ τὶς εἰκόνες ὀφείλεται ἀκριβῶς στὸ ὅτι αὐτὰ ἐκφράζουν καὶ ἐνσαρκώνουν μία «δογματική θεώρηση». «Θεωρία» σημαίνει πάνω ἀπ᾿ ὅλα πνευματικὴ κατανόηση. Εἶναι μία ἐσωτερικὴ ὅραση, μία θέαση, μία ποιητικὴ ἐνόραση, μία νοητικὴ θεωρία. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικὴ παράδοση, ὁ Νοῦς εἶναι ἡ κυρίαρχη δύναμη τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, «τὸ ἡγεμονικόν». Ἡ Ὀρθόδοξη ὑμνολογία τῆς παραδόσεως, ποὺ ἦρθε στοὺς Ρώσους ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, δὲν εἶναι μόνο τραγούδι. Δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ συγκίνηση, ἀλλὰ ἀπὸ νηφαλιότητα. Εἶναι πράγματι ὑψηλὴ ποίηση, ἀλλὰ εἶναι «θεολογικὴ ποίηση» καὶ δὲν διστάζει νὰ χρησιμοποιήσει πολλὲς φορὲς περίπλοκη θεολογικὴ ὁρολογία. Πράγματι, ὁρισμένοι ὕμνοι τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν ἁπλῶς παράφραση τῶν δογματικῶν διατυπώσεων: «Ἔτεκες Πανάμωμε ἀπάτορα Υἱὸν ἐν σαρκί, τὸν πρὸ αἰώνων ἐκ Πατρὸς γεννηθέντα ἀμήτορα, μηδαμῶς ὑπομείναντα τροπήν, ἤ φυρμὸν ἢ διαίρεσιν, ἀλλ᾿ ἑκατέρας οὐσίας τὴν ἰδιότητα σῶαν φυλάξαντα…» (δογματικὸ Θεοτοκίο γ᾿ ἤχου). Ἐδῶ ἔχουμε ἐπακριβῶς τὴ διατύπωση τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος, ἡ ὁποία βέβαια ἀπαιτεῖ θεολογική κατανόηση. Πολὺ σωστὰ λέχτηκε ὅτι οἱ Ὀρθόδοξες εἰκόνες εἶναι «δογματικὰ μνημεῖα». Μαρτυροῦν γιὰ τὶς ἴδιες ἀλήθειες ποὺ ὁρίζονται στὰ δόγματα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο πρέπει νὰ ἀντανακλοῦν σὲ κάθε τους λεπτομέρεια τὸ Ὀρθόδοξο δόγμα. Μὲ μιὰ κουβέντα, δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ κάνει κανείς αὐτὴ τὴν ἀντιδιαστολή, νὰ καταφάσκει τὴ λειτουργικὴ ζωή, ἀλλὰ νὰ παραμερίζει τὴ θεωρητική θεολογία. Φυσικά, τὰ δόγματα πρέπει νὰ βιώνονται καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ διατυπώνονται μὲ ἀφηρημένο τρόπο, ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο εἶναι παραπλανητικὸ νὰ προβάλλει κανεὶς ὄχι τὸ δόγμα ἀλλὰ τὴ ζωή. Αὐτὴ ἡ διαζευκτικὴ συνήθεια τῆς διαίρεσης ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ στὸ δόγμα, ἁπλῶς παραμορφώνει τὴν ἴδια τὴ ζωή. Δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ διαχωρίσει κανεὶς τὴν πνευματικότητα καὶ τὴ θεολογία στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ ἢ στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Ναζιανζηνό. Χάνουμε τὸ ἴδιο τὸ κέντρο τῆς πνευματικότητας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἂν τὴν ἀφαιρέσουμε ἀπὸ τὴ συνολικὴ θεολογικὴ του εἰκόνα. Ἡ ἁγιότητα στὴν Ὀρθόδοξη παράδοση ἑρμηνεύεται πάντα «θεολογικά» καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ κατηγορίες αἰσθητικῆς ἢ εὐλαβικῆς συγκίνησης, ἀλλὰ μὲ τὶς κατηγορίες τῆς πνευματικῆς νηφαλιότητας, σὲ πιστότητα πρὸς τὴν ἀλήθεια.

    Εἶναι πραγματικὰ ντροπὴ τὸ ὅτι ὑπάρχει τόσο λίγο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ θεολογία καὶ γιὰ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας σὲ διάφορους κύκλους τῆς σύγχρονης Ὀρθόδοξης κοινωνίας, καὶ ὅτι ἡ «εὐλάβεια» χωρίζεται συχνὰ ἀπὸ τὸ «δόγμα». Ὑπάρχει πολὺ περισσότερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ «δοχεῖα» καὶ πολὺ λιγότερο γιὰ τὸ Θησαυρό, ποὺ μόνον αὐτὸς κάνει τὰ δοχεῖα πολύτιμα. Τὸ συμβολικὸ καὶ τελετουργικὸ μέρος εἶναι τὸ ὄχημα τῆς ἀλήθειας, κι ἂν δὲν μεταδίδει τὴν ἀλήθεια, τότε ἁπλούστατα παύει νὰ λειτουργεῖ. Δυστυχῶς, λέγεται συχνὰ ὅτι τὸ «δογματικὸ ἐνδιαφέρον» εἶναι κάτι ἀρχαϊκὸ καὶ ὅτι περισσότερο ταιριάζει στοὺς Ἕλληνες παρὰ στοὺς Ρώσους. Ὅμως, δὲν ὑπάρχει παρὰ μία Ὀρθόδοξη παράδοση τῆς πίστεως καὶ διασχίζει ὅλα τὰ ἐθνικὰ σύνορα. Ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι μιὰ θεολογικὴ ἑορτή. Ἡ κληρονομιὰ τῶν ἁγίων Πατέρων ποὺ εἶναι ὁ πυρήνας τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης, εἶναι μιὰ θεολογικὴ κληρονομιά. Ἡ ζωὴ τῆς Ὀρθοδοξίας πηγάζει ἀπὸ τὸ δόγμα τῶν Πατέρων. Θὰ μποροῦσε κανεὶς ἀπολύτως δικαιολογημένα νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι ἡ σημερινὴ σύγχυση τοῦ βίου προέρχεται εὐθέως ἀπὸ τὴν παραμέληση τῆς ὀρθῆς διδασκαλίας, ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ὀρθῆς γνώσης τῶν θεμάτων τῆς πίστεως. Αὐτὸ ποὺ κρατᾶ τὴν Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ πιστότητά της στὶς ἑπτὰ Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Συχνὰ ξεχνοῦμε ὅτι οἱ Σύνοδοι ἀσχολοῦνταν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν ἐπεξεργασία «δογματικῶν ἀναλύσεων». Ἄραγε ἀποτελεῖ βῆμα πρὸς τὰ μπρὸς τὸ ὅτι πλέον δὲν μᾶς συγκινεῖ ἡ δογματικὴ διδασκαλία αὐτῶν τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, ποὺ ἔδωσαν ὅλη τους τὴ ζωὴ γιὰ τὴν καθιέρωση τῆς ὀρθῆς Πίστεως, δηλαδὴ τῆς Ὀρθοδοξίας; Δοξάζουμε τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες, ποὺ ὑπῆρξαν πάνω ἀπ᾿ ὅλα οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι τῆς θεολογίας, ἀλλὰ παραδόξως παραμένουμε ἀδιάφοροι γιὰ τὴ διηνεκή τους προσφορὰ στὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας. Ἡ προσφορά τους αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τους, ἡ «ἐν λόγω» ἑρμηνεία τους γιὰ τὴ Χριστιανικὴ ἀλήθεια. Χρειαζόμαστε, πράγματι, σὲ πρώτη προτεραιότητα, νὰ φωτιστεῖ ὁ νοῦς μας ἀπὸ τὸ «φῶς τοῦ Λόγου», σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῆς διανοητικῆς σύγχυσης. Χωρὶς νηφάλια καθοδήγηση, χωρὶς τὸ σταθερὸ στοιχεῖο τοῦ ὀρθοῦ δόγματος, τὰ αἰσθήματά μας μᾶς παραπλανοῦν καὶ οἱ καρδιές μας τυφλώνονται.

    Θὰ πρέπει νὰ κατανοήσουμε τὴ σύγχρονη ἀναβίωση τῆς πίστης, αὐτὸ τὸ ξύπνημα τῶν καρδιῶν, ὡς ἕνα δῶρο τῆς Χάριτος, ὡς ἔνδειξη Θείου ἐλέους, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ὡς πρόσκληση γιὰ μελέτη καὶ κατανόηση, γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς Γνώσης τῆς Ἀλήθειας, ποὺ εἶναι ἡ πηγή τῆς αἰώνιας ζωῆς. Εἶναι λυπηρὴ προκατάληψη, ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ Ὀρθόδοξες πηγὲς τὸ ὅτι τὰ «δόγματα» εἶναι ἀφηρημένες διατυπώσεις καὶ ὅτι ἡ «θεολογία» εἶναι κάτι τὸ διανοητικό. Ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας εἶναι ὁ Λόγος, καὶ φωτίζει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ὁ ζωῆς χορηγός, εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας. Τὰ συναισθήματα καὶ οἱ συγκινήσεις μας εἶναι ἀνθρώπινες διαθέσεις, ὅμως ἡ ἀλήθεια εἶναι Θεϊκή.

    Ἂς στολίσουμε τὰ δοχεῖα, ἀλλὰ ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τὰ δοχεῖα εἶναι πήλινα. Ὅμως σ᾿ αὐτὰ εἶναι κρυμμένος ἕνας αἰώνιος θησαυρός: ὁ Λόγος τῆς Ζωῆς.  

    (Στὸν ἴδιο τόμο, σελ. 173, μὲ τίτλο Ἡ μαρτυρία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας) …Αὐτὸ ποὺ χρειάζεται ἡ γενιά μας, ἰδιαίτερα στὴν πατρίδα μας (τὴν Ἀμερική), εἶναι μία ἀληθινὴ θεολογικὴ ἀναβίωση, μία ἀναβίωση τῆς ζωντανῆς θεολογίας, ποὺ θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὴν Ἀλήθεια τῶν Γραφῶν, τῆς Παραδόσεως καὶ τῆς Λειτουργικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα τώρα μᾶς εἶναι κρυμμένα ἐξ᾿ αἰτίας τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς ἀμέλειάς μας… Στὴ γενιά μας, ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νὰ μαρτυρήσουμε γι᾿ Αὐτόν. Πῶς θὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι ἂν δὲν ἀκούσουν τὸν Λόγο; Ἂν κι ἔχουμε ἀκάθαρτα χείλη, ἂς ἀνταποκριθοῦμε στὸ Θεῖο κάλεσμα, καὶ ἡ φλόγα τοῦ Πνεύματος θὰ μᾶς καθαρίσει γιὰ τὴ διακονία τοῦ Λόγου.   

              Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς συμπληρώσεως δέκα χρόνων ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ Θεσσαλονικέως ἰατροῦ καὶ λογίου Ἀλέξανδρου Καλόμοιρου, δημοσιεύουμε ἕνα κείμενό του, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἀδημοσίευτο δοκίμιο μὲ τίτλο «Τὰ Κλειδιὰ τῆς Βασιλείας». Τὸ ἑπόμενο τεῦχος τῆς Ἐπίγνωσης θὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ἀναδημοσίευση μιᾶς παλαιᾶς, ἄγνωστης σὲ πολλούς, ἀλλὰ πολὺ σημαντικῆς συγγραφῆς του, μὲ τίτλο «Ἡ Δόξα τῆς Ὕλης».

    Ἄφεση Ἁμαρτιῶν

    Τοῦ Ἀλέξανδρου Καλόμοιρου
    Ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό. Ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι ἡ μετάνοια. Μετάνοια σημαίνει ἀλλαγὴ τοῦ νοῦ ὥστε νὰ γυρίσουμε κοντὰ στὸ Θεό. Ἄφεση ἁμαρτιῶν εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα μας, νὰ ἀγκαλιασθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ ξαναγίνουμε παιδιά Του. Ἡ ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὸν Θεὸ ὑπῆρξε ἀρρώστια καὶ θάνατός μας. Θεραπεία μας καὶ ζωὴ αἰώνια εἶναι ἡ ἐπιστροφή μας σ᾿ Αὐτόν. Στὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ βλέπουμε ὅτι ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ θεραπεία ψυχῆς καὶ σώματος συνδέονται ἄμεσα. Τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὅμως, καὶ τὴ θεραπεία μας, μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μᾶς τὴ δώσει, ἂν τοῦ τὴ ζητήσουμε, ὅπως τοῦ τὴν ζήτησε ὁ παραλυτικός. Ἀλλὰ πολλὲς φορὲς χρειάζεται νὰ μᾶς βοηθήσουν κι ἄλλοι ποὺ θὰ μᾶς ἀνεβάσουν στὰ κεραμίδια καὶ θὰ μᾶς κατεβάσουν στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἀδελφοί μας στὴν Ἐκκλησία. Πάντως, ἄφεση ἁμαρτιῶν δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει κανένας ἄνθρωπος. Ἐξομολογούμενοι ἐνώπιον τῶν ἀδελφῶν μας στὴν Ἐκκλησία ἢ ἐνώπιον τῶν πρεσβυτέρων «αὐτῷ τῷ Χριστῷ ἐξομολογούμεθα τῷ ἐξουσίαν ἔχοντι μόνῳ συγχωρεῖν ἁμαρτήματα» (Ἡσυχίου πρεσβυτέρου, Φιλοκ. Α’ σ. 142). Καὶ γιατί μόνον ὁ Θεὸς καὶ κανένας ἄλλος δὲν ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτήματα; Γιατὶ μόνον Ἐκεῖνος εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς μας. Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν δὲν εἶναι δικανικὴ πράξη ἀνθρώπινης ἐξουσίας ποὺ μπορεῖ νὰ ἀνατεθεῖ σὲ ἄλλον δικαστή, ἀλλὰ ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ διὰ τῆς Ἐκκλησίας Του, διὰ τοῦ Σώματός Του. Ἄφεση ἁμαρτιῶν εἶναι νὰ μᾶς κατοικήσει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, νὰ λάβουμε Πνεῦμα Ἅγιο, νὰ μᾶς φωτίσει καὶ νὰ μᾶς θερμάνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ νὰ διώξει μακρυά μας τὸ σκοτάδι, τὸ κρύο, τὴν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς μας. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος μίλησε ταυτόχρονα γιὰ λήψη Ἁγίου Πνεύματος καὶ γιὰ ἄφεση ἁμαρτιῶν. Γιατὶ εἶναι δύο ὄψεις τοῦ ἰδίου πράγματος. Ἄφεση ἁμαρτιῶν εἶναι ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό, ἡ εἴσοδος στὴ Ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀνάλογα μὲ τὰ μέτρα τῆς μετανοίας καὶ τῆς ἐπιστροφῆς μας. Ἡ εἴσοδός μας στὴν Ἐκκλησία ἢ ἡ ἐπιστροφή μας στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα μας. Γι᾿ αὐτὸ ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας παρέχουν ἄφεση ἁμαρτιῶν, γιατὶ ὅλα παρέχουν ἕνωση μὲ τὸν Θεό. Παίρνουμε ἄφεση μὲ τὸ βάπτισμα, μὲ τὸ Χρίσμα, μὲ τὸ Εὐχέλαιο, μὲ τὴν ἐξομολόγηση, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα, μὲ τὴ Θεία Κοινωνία. Ὁλόκληρη ἡ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἀποβλέπει στὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας, δηλαδὴ στὴ θεραπεία μας, στὴ θεραπεία μὲ μία λέξη τῶν «παθῶν» μας, ὅλης τῆς ἀπίθανης ποικιλίας τῶν παθημάτων μας. Γιατὶ ὅταν λατρεύσουμε τὸν Θεό ἀληθινὰ καὶ ἑνωθοῦμε μαζί Του, τὰ πάθη μας λιώνουν σὰν τὸν πάγο στὸν ἥλιο.

            Δὲν ἔχουμε καταλάβει, ἴσως, ὅτι ἡ γλώσσα μὲ τὴν ὁποία μᾶς μίλησε ὁ Θεός, ἡ πεσμένη ἀνθρώπινη γλώσσα, ἡ ἀρρωστημένη καὶ διεφθαρμένη, εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλη γιὰ νὰ ἐκφράσει τὰ θεῖα μυστήρια καὶ τὴν θεία πραγματικότητα. Τὴν χρησιμοποιεῖ, ὅμως, ὁ Θεὸς κατ᾿ οἰκονομίαν καὶ κατὰ συγκατάβαση, ἐφόσον ἡ δική του γλώσσα θὰ ἦταν γιὰ μᾶς ἄφθαστη καὶ ἀκατανόητη. Ἂν τὸν πλησιάσουμε τότε μόνον ἀρχίζει νὰ μᾶς μιλάει μὲ τὴν δική του γλώσσα ποὺ οὶ ἄλλοι δὲν καταλαβαίνουν. Οἱ ἅγιοι μιλοῦσαν μὲ τὸν Θεὸ μὲ ἄλλη γλώσσα ποὺ δὲν ἔχει τὶς ἀτέλειες καὶ τὴ φτώχεια τῆς ἀνθρώπινης καὶ εἶναι ἄμεση. Ἐμεῖς αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ καταλάβουμε εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ κολλοῦμε στὶς ἀνθρώπινες λέξεις καί, ἐπειδὴ εἶναι γραμμένες στὴν Ἁγία Γραφή, νὰ νομίζουμε ὅτι εἶναι θεῖες. Ὄχι· ἀνθρώπινες εἶναι, ὅπως ἀνθρώπινη ἦταν καὶ ἡ σάρκα μας ποὺ ἀνέλαβε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πάνω Του ἀπὸ ἀγάπη. Καὶ ὄχι μόνο ἀνθρώπινες, ἀλλὰ καὶ πεσμένες, καθὼς προέρχονται ἀπὸ τὴ βαβυλωνία τῆς εἰδωλολατρίας ποὺ ἔδωσε σ᾿ αὐτὲς νοήματα εἰδωλολατρικά. Ἀπὸ τὴ φόρτιση αὐτὴ τῶν λέξεων προῆλθαν παρεξηγήσεις καὶ κακοδοξίες ἀναρίθμητες ποὺ μᾶς τυραννοῦν συνεχῶς. Ἂς σκεφτοῦμε, σὰν ἕνα μικρὸ παράδειγμα, τὴν εἰδωλολατρικὴ φόρτιση ποὺ ἔχει ἡ λέξη «ψυχή». Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἡ λέξη «ἄφεση» εἶναι πολὺ βαριὰ φορτισμένη ἐννοιολογικὰ ἀπὸ εἰδωλολατρικές, δικανικὲς καὶ ἄλλες ἀνθρώπινες ἔννοιες.

    Ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χρησιμοποιοῦν τὶς ἀνθρώπινες λέξεις μὲ ἐλαστικότητα, ἄγνωστη στὸ ὀρθολογιστικὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα ποὺ εἶναι σκληρὸ καὶ ἄκαμπτο. Ἂν δὲν κατορθώσουμε νὰ μποῦμε μέσα στὸ νοῦ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ συνεχίσουμε νὰ τὴ διαβάζουμε μὲ τὶς ἀνθρώπινες εἰδωλολατρικὲς καὶ ὀρθολογιστικὲς ἐννοιολογικὲς φορτίσεις, δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ νὰ καταλάβουμε ὀρθὰ τί πιστεύουμε, στὴν πραγματικότητα, οἱ Χριστιανοί. Ἡ δυσκολία αὐτὴ ὑπῆρχε πάντοτε, ἀλλὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες, μὲ τὴν εἰσροὴ τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισμοῦ στὶς ὀρθόδοξες χῶρες, τὸ πρόβλημα πῆρε ἐπικίνδυνες διαστάσεις.

                Λέγει ὁ Ἅγιος Συμεών, ὁ Νέος Θεολόγος: «Καὶ τῷ Πέτρῳ φησί· «Σοὶ δώσω τὰς κλεῖς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, οὐ κλεῖς πάντως χαλκάς ἢ σιδηράς, ἀλλὰ κλεῖς ἀξίας τῆς οἰκίας ἐκείνης. Κλεῖς μὲν γὰρ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα λέγεται, ὅτι δι᾿ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ πρῶτον τὸν νοῦν ἐλλαμπόμεθα καὶ καθαιρόμενοι φωτιζόμεθα φῶς γνώσεως, βαπτιζόμεθά τε ἄνωθεν καὶ ἀναγεννώμεθα καὶ τέκνα Θεοῦ χρηματίζομεν» (Κατήχησις λγ᾿, ἔργα 1, σελ. 416-417). Τὰ κλειδιὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ποὺ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος στὸν Πέτρο καὶ ποὺ ἔδωσε κατόπιν σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία Του εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ποὺ παίρνουν σὰν σπόρο μέσα τους ὅλοι οἱ χριστιανοὶ μὲ τὸ βάπτισμά τους καὶ καλοῦνται νὰ τὸ ποτίσουν καὶ νὰ καλλιεργήσουν τὴ «γῆ» τους, ὥσπου νὰ βλαστήσει μέσα τους καὶ νὰ καρποφορήσει φωτίζοντας καὶ καθαρίζοντάς τους, ἀναγεννώντας τους καὶ κάνοντάς τους παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὰ Κλειδιὰ τῆς Βασιλείας, εἶναι δοσμένο σὲ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς καὶ ὄχι μόνο στοὺς διὰ χειροτονίας διαδόχους τῶν Ἀποστόλων. Τὰ Κλειδιὰ τῆς Βασιλείας δὲν εἶναι ἰδιοκτησία κανενός, δὲν εἶναι εἰδικὴ δωρεὰ σὲ μιὰ τάξη χριστιανῶν ποὺ στεροῦνται ὅλοι οἱ ἄλλοι.

                «Πότε θὰ ξέρω ὅτι συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες μου;» ρώτησε κάποιος κάποιον ἅγιο. Κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Ὅταν καταλάβεις ὅτι θεραπεύθηκες ἀπὸ τὰ πάθη σου». Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν ἴαση, τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς μας, ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ μετάνοια καὶ συνεχίζεται μὲ ὅλους τοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς προσπάθειες τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Δὲν εἶναι δικανικὴ διαγραφὴ ἐνοχῆς ποὺ πραγματοποιεῖ κάποιος ἀντιπρόσωπος ἐπὶ τῆς γῆς τοῦ Μεγάλου Δικαστοῦ Θεοῦ. Δέν εἶναι μία διαγραφὴ συγκεκριμένων ἁμαρτητικῶν πράξεων ποὺ ἀφήνει τὰ πάθη –δηλαδὴ τὴν αἰτία τῶν πράξεων αὐτῶν– νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ζοῦν μέσα στὴν ψυχή μας. Ἡ διαστρεβλωτικὴ αὐτὴ ἀντίληψη περὶ ἀφέσεως χρέους καὶ ἐνοχῆς  δημιουργεῖ ἀρρωστημένες καταστάσεις στὶς ψυχές, καθὼς τὶς ὑποτάσσει στὴ φοβία τῆς ἐνοχῆς, ἀντὶ νὰ τὶς παροτρύνει στὴν ταπείνωση καὶ στὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ ἐγώ τους. Ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἁμαρτίας γίνεται στοὺς ἀνθρώπους ἰδεοληψία, καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν βωμὸ θυσιάζουν τὸν ἑαυτό τους καὶ τοὺς ἄλλους. Ἔτσι, οἱ ἄνθρωποι χάνουν κάθε χριστιανικὴ ἱλαρότητα ποὺ ἦταν τὸ κοινὸ χαρακτηριστικὸ τῶν χαρούμενων ψυχῶν τῶν ἁγίων.

                Ὅταν εἶπε ὁ Κύριος γιὰ τὴ μετανοημένη πόρνη «ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ» (Λουκ. ζ’ 47), δὲν ἀναφερόταν σὲ κανένα σβήσιμο ἁμαρτητικῶν πράξεων. Μιλοῦσε γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῆς πόρνης στὸ Θεό. Ὅσο ἀπὸ πιὸ μακρυὰ ἐπιστρέφει κανεὶς στὸ Θεό, τόσο μεγαλύτερη ἡ ἀγάπη του. Ἡ ἀγάπη της πρὸς τὸν Θεό, ἡ μετάνοιά της, ἡ ἐπιστροφή της σ᾿ Αὐτὸν ἦταν συγχρόνως καὶ ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν της. Οἱ ἁμαρτίες της δὲν «ἀφέθηκαν» ὅταν τῆς εἶπε ὁ Χριστὸς «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι». Εἶχαν ἤδη ἀφεθεῖ ὅταν ἔτρεξε στὸ σπίτι τοῦ Φαρισαίου «κομίζουσα ἀλάβαστρον μύρου», γιατὶ εἶχε ἤδη μετανοιώσει καὶ ἐπιστρέψει στὸν Θεὸ καὶ περίμενε τὴν εὐκαιρία νὰ προσπέσει στὰ πόδια Του. Οἱ ἄνθρωποι σκέπτονται καὶ μιλοῦν ἀνθρωποπαθῶς. Μιλοῦν γιὰ ἄφεση, ἐπειδὴ ἔχουν ὑπ᾿ ὄψιν τους τί γίνεται μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Σοῦ χαρίζουν τὸ χρέος, σὲ λύνουν ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση, σοῦ συγχωροῦν τὸ ἔγκλημα, σοῦ ἀφήνουν τὶς ἁμαρτίες σου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη γλώσσα καὶ αὐτὴν μεταχειρίζεται ὁ Θεὸς γιατὶ μιλάει σ᾿ ἐμᾶς. Ἀλλὰ κι ἐμεῖς πρέπει νὰ κάνουμε τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε ὄχι ἀνθρωποπαθῶς, ἀλλὰ θεοπρεπῶς τὰ λόγια Του. «Οὐκ ἔστιν ἁμαρτία ἀσυγχώρητος, εἰ μὴ ἡ ἀμετανόητος» (Ἁγ. Ἰσαάκ, λόγ. Λ’ σ. 127). Ἡ μετάνοια εἶναι ποὺ σὲ κάνει νὰ ἐπιστρέψεις στὴν Ἐκκλησία καὶ στὸ Θεό, νὰ ἐξομολογηθεῖς καὶ νὰ ὁμολογήσεις τὰ κρίματά σου. Αὐτὴ εἶναι ποὺ σὲ θεραπεύει, ἂν εἶναι πραγματική, γιατὶ σὲ φέρνει ἀπὸ τὴν ἀσωτία πίσω στὸ σπίτι τοῦ Πατέρα σου. Ἡ εὐχὴ τοῦ ἱερέως δὲν ἔχει κάποια δῆθεν μαγικὴ δύναμη καὶ ἐξουσία νὰ σβήνει τὰ χρεωστούμενα. Ἡ εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοῦ πρεσβυτέρου ὑποβοηθεῖ καὶ διακηρύττει τὸ ἔργο τῆς μετανοίας. Αὐτὸ ποὺ πλένει τὶς ἁμαρτίες μας δὲν εἶναι τὰ λόγια τοῦ ἱερέως, ἀλλὰ τὰ δικά μας δάκρυα. Χωρὶς τὴ μετάνοιά μας, τί ἀξία ἔχουν τὰ λόγια τοῦ ἱερέως, ἔστω καὶ ἂν ὁμολογήσαμε σ᾿ αὐτὸν ὅλες τὶς ἁμαρτίες μας, μὲ κάθε λεπτομέρεια; Ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἁγίασε ἀπὸ τὴν μετάνοιά της καὶ μόνο.

                Αὐτά, λοιπόν, νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας ὅταν μιλοῦμε γιὰ «ἄφεση» ἁμαρτιῶν καὶ νὰ μὴν παρασυρόμαστε ἀπὸ ἀνθρωποπαθεῖς ἐκφράσεις καὶ σκεπτόμαστε ἀνθρώπινα. «Ὁρᾶτε δέ, λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, μὴ ταῦτα ὑμεῖς ἀκούοντες, (τὰ περὶ κλειδιῶν καὶ θυρῶν τῆς Βασιλείας, δηλαδή), ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν οἰκιῶν ὁμοῦ καὶ θυρῶν τὰς εἰκόνας λαμβάνοντες, σωματικόν τι σχῆμα τῷ νοΐ ὑμῶν προεντυπωθῇ, καὶ εἰς ἀμφιβολίαν καὶ βλασφημίαν περιπέσῃ ἡμῶν ἡ ψυχή. Ἀλλὰ θεοπρεπῶς ἅπαντα καὶ καλῶς, εἴγε δύνασθε, κατὰ τὸν τῆς θεωρίας λόγον καὶ νόμον ἐν ἑαυτοῖς ἀναλογιζόμενοι, εὑρήσετε ὀρθῶς ἅπαντα διερμηνευόμενα. Εἰ δὲ μὴ δύνασθε ταῦτα θεοπρεπῶς οὔτω νοεῖν, πίστει ταῦτα δέχεσθε μόνη καὶ μὴ πολυπραγμονεῖν ὅλως θελήσητε» (Ἔργα 1, σελ. 417).

    Μικρὸ σχόλιο στὴν Κυριακὴ προσευχή

    Ὁ ἅγιος Μάξιμος σχολιάζει στὴ Φιλοκαλία τὰ μυστικὰ νοήματα τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», ἀνακαλύπτοντας πολλὰ μυστήρια τῆς θεολογίας ποὺ ἐνεργοῦνται καὶ φανερώνονται στὴν ψυχὴ μέσω τῆς προσευχῆς. Ἤδη, ἡ ἀρχὴ τῆς προσευχῆς, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου, ἀποτελεῖ μοναδικὴ εἰσαγωγὴ στὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος.

    «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ γίνεται ἀναφορὰ στὰ τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τὰ ὁποῖα δοξάζουμε καὶ ἀνυμνοῦμε ὡς ποιητικὴ αἰτία τῆς δικῆς μας γενέσεως. Γίνεται, δηλαδὴ ἀναφορὰ στὸ Πρόσωπο τοῦ Πατρός, στὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ στὴ Βασιλεία τοῦ Πατρός: «Ὄνομα γὰρ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς οὐσιωδῶς ὑφεστώς ἐστιν ὁ Μονογενὴς Υἱός. Καὶ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς οὐσιωδῶς ἐστιν ὑφεστῶσα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον», γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος.

    Ἀποκαλώντας Πατέρα μας τὸν Δημιουργὸ τῆς φύσεως, ὁμολογοῦμε τὴν χάρη τῆς υἱοθεσίας μας ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὅτι εἴμαστε υἱοὶ κατὰ Χάρη, συγκληρονόμοι τῆς Βασιλείας Του. Κινούμαστε ἔτσι πρὸς τὴν ἐπιθυμία νὰ ὁμοιάσουμε στὸν κατὰ Χάρη Πατέρα μας καὶ νὰ ἀποτυπώσουμε στὴ ζωή μας τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς δικῆς Του ζωῆς, ἀποδεικνύοντας μὲ τὰ ἔργα μας ὅτι εἴμαστε παιδιά Του. Δοξάζουμε, ἔτσι, καὶ τὸν αὐτουργὸ τῆς υἱοθεσίας μας, τὸν κατὰ φύση Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Πατρός: «Ἁγιάζομεν δὲ τοῦ ἐν οὐρανοῖς κατὰ χάριν Πατρὸς τὸ ὄνομα, τὴν πρόσυλον νεκροῦντες ἐπιθυμίαν καὶ φθοροποιῶν ἐκκαθαιρόμενοι παθῶν…»

    Ὅταν ἀποθέσουμε τὸν θυμὸ καὶ τὰ φιλόϋλα πάθη γίνεται πραγματικότητα ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὰ λόγια τῆς προσευχῆς: «Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου». «Τουτέστι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο», ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Μάξιμος, ποὺ ἀναπαύεται σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν γίνει ναοὶ τοῦ Θεοῦ «τῷ τῆς πραότητος λόγῳ καὶ τρόπῳ…», «ὡς ἐντεῦθεν εἶναι δῆλον ὅτι τῶν ταπεινῶν καὶ πραέων ἐστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός».

    «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς». Ἐκεῖνος ποὺ λατρεύει μυστικὰ τὸ Θεὸ ἔχοντας ἀποκαθάρει τὴ λογική του δύναμη, ἐλεύθερος ἀπὸ τὸ θυμὸ καὶ τὰ πάθη, αὐτὸς ἐκπληρώνει στὴ γῆ, ὅπως οἱ ἄγγελοι στὸν οὐρανό, τὸ θεῖο θέλημα καὶ γίνεται μέτοχος τῆς λατρείας καὶ τοῦ τρόπου τῶν ἀγγέλων. Γιὰ τοὺς τοιούτους λέγει ὁ μέγας Ἀπόστολος, «τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει».

    «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον». Ὅταν ζοῦμε κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς προσευχῆς, ζητοῦμε νὰ δεχτοῦμε ὡς ἄρτο ἐπιούσιο καὶ ζωοποιὸ Αὐτὸν ποὺ εἶπε: «ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς». Μὲ τὸ «σήμερον» ἐννοεῖται ἡ παρούσα ζωή: «τὸν ἄρτον ἡμῶν, ὃν κατ᾿ ἀρχὰς ἐπ᾿ ἀθανασία τῆς φύσεως ἡτοίμασας, δὸς ἡμῖν σήμερον, κατὰ τὴν παρούσαν ζωὴν οὖσι τῆς θνητότητος, ἵνα νικήσῃ τὸν θάνατον τῆς ἁμαρτίας ἡ τροφὴ τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐπιγνώσεως, ἧς μέτοχον γενέσθαι τὸν πρῶτον ἄνθρωπον ἡ παράβασις τῆς θείας ἐντολῆς οὐ συνεχώρησεν».

    Ὅποιος χωρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ πάθη τῆς ἐπιθυμίας, καὶ ζητεῖ καθημερινὰ τὸν ἄφθαρτο ἄρτο τῆς σοφίας, αὐτὸς μαθαίνει νὰ συγχωρεῖ ὅσους τοῦ φταῖνε, διότι κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τοῦ στερήσει τὸ ἀγαθὸ καὶ τὴν ἀρετὴ στὸ ὁποῖο κατὰ βάθος σκοπεῖ. Ἔτσι, μέσα ἀπὸ τὴ συγχωρητικότητα ποὺ ὁ ἴδιος ἐπιδεικνύει, ἀποκτᾶ τὴν καλὴ παρρησία νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Καὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ γίνει ἀπέναντί του τέτοιος, ὅπως κι αὐτὸς ἔγινε γιὰ τὸν πλησίον.

    «Καὶ μὴ εἰσενέγκεις ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Πειρασμό, ἐννοεῖ τὸ νόμο τῆς ἁμαρτίας ποὺ εἰσέρχεται στὴ φύση μὲ τὴ θνητότητα, ἐνῶ πονηρὸ ἐννοεῖ τὸν διάβολο, ποὺ εἰσήγαγε τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἀπάτη. Ἀλλιῶς, πειρασμὸς εἶναι τὰ φοβερὰ ἀδιέξοδα διλήμματα, ποὺ βάζει ὁ διάβολος μὲ τὶς πνευματικὲς παγίδες του στοὺς ἀνθρώπους. Προϋπόθεση γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ζητεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τέτοιους πειρασμοὺς εἶναι ἡ τελεία συγχώρηση ὅσων ἔφταιξαν πρὸς τὸ πρόσωπό του. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συγχωρεῖ τὸν πλησίον του, εἰσακούεται ἡ προσευχή του καὶ δέχεται διπλὴ χάρη ἀπὸ τὸν Θεό, δηλαδή, τόσο τὴ συγχώρηση τῶν προηγούμενων ἁμαρτημάτων του ὅσο καὶ τὴν προφύλαξη καὶ λύτρωση ἀπὸ τὰ μελλοντικά.

    Ἡ Κυριακὴ προσευχή, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, περιέχει ἐπιγραμματικὴ ἀναφορὰ στὰ ἑπτὰ μυστήρια ποὺ δώρησε ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους: Τὴ Θεολογία, τὴν υἱοθεσία, τὴν πρὸς τοὺς ἀγγέλους ἰσοτιμία, τὴ μετοχὴ τῆς ἀϊδίου ζωῆς, τὴν ἀποκατάσταση τῆς φύσεως στὴν ἁρμονία τῆς ἀπάθειας, τὴν κατάλυση τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν καθαίρεση τῆς τυραννίας τοῦ πονηροῦ διαβόλου.

    Γεγονότων διάκριση

    Λίγα ἀκόμη γιά τίς ταυτότητες

    Τοῦ Ἰ.Κ.
    Εἶναι δύσκολο νά παρακάμψει κανείς τό σχολιασμό ἑνός θέματος, ὅπως αὐτό τῶν ταυτοτήτων, πού ἔχει κυριαρχήσει τόσο ἔντονα στή δημόσια ζωή καί τόν δημόσιο λόγο κατά τόν τελευταῖο καιρό. Ἀκόμη κι ἄν κάποιος ἔμπαινε στόν πειρασμό νά προσπεράσει τό ζήτημα, θεωρώντας ὅτι δέν ἅπτεται θεολογικῶν ζητημάτων ἄξιων νά προκαλέσουν τέτοια ἀναστάτωση, παρόλα αὐτά ἡ ἔκταση καί ἡ τροπή τοῦ ζητήματος ἐξαναγκάζουν σέ σύννοια καί σέ προβληματισμό καί ἀνακαλοῦν ἕνα αἴσθημα εὐθύνης. Μᾶλλον στούς περισσότερους εἶναι φανερό ὅτι ἡ ἀναγραφή ἤ μή τοῦ θρησκεύματος καθαυτή δέν θίγει τήν ὁμολογία τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν καί ἀπό αὐστηρά θεολογική σκοπιά εἶναι ἕνα ζήτημα οὐδέτερο. Στή νεότερη ἐκκλησιαστική ἱστορία ὑπῆρξαν ἄλλα ζητήματα, καθόλου οὐδέτερα ἀπό θεολογική καί ἐκκλησιολογική σκοπιά, τά ὁποῖα μᾶλλον παρακάμφθηκαν καί ἀγνοήθηκαν ἀπό τό μεγάλο πλῆθος καί ἐν πάσει περιπτώσει δέν δημιούργησαν τόν προβληματισμό καί τή σύννοια πού παρατηρεῖται μέ ἄξονα τό θέμα τῆς ἀναγραφῆς τοῦ θρησκεύματος στίς ταυτότητες. Ἀφήνοντας πίσω μας αὐτή τήν παρατήρηση, μπορεῖ νά διακρίνει κανείς καθαρά ὅτι τό ζήτημα τῶν ταυτοτήτων ἔχει μία εμβέλεια, ὥστε ἀγγίζει χορδές καί εὐαισθησίες πού προφανῶς βρίσκονται πέρα ἀπό τό ζήτημα τῆς ταυτότητας καθεαυτό. Ἀπό αὐτή τή διαπίστωση ἀπορρέει καί τό νόημα τοῦ σχολιασμοῦ αὐτοῦ τοῦ προβλήματος.

    Μιά πρώτη παρατήρηση, καί πάλι δέν ἔχει νά κάνει μέ τήν οὐσία τοῦ προβλήματος, ἀλλά μέ τήν ἀνάδειξη, ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ, ἑνός κεντρικοῦ ἐλλείμματος ἐκκλησιαστικῆς παιδείας: εἶναι λυπηρή ἡ κατ’ ἐπανάληψη χρήση τοῦ ὅρου «Ἐκκλησία» σέ κύρια ἀναφορά μέ τήν ἐπισκοπική Ἱεραρχία. Γιά μιά ἀκόμη φορά, λαϊκοί, κληρικοί καί Μέσα ἐνημέρωσης πλειοδότησαν στή φραστική ἀλλοίωση τοῦ νοήματος τῆς Ἐκκλησίας προβάλλοντας μία δυτικίζουσα παρερμηνεία πού μεταθέτει τή διατύπωση γιά τή φύση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, σῶμα συνερχομένων λαϊκῶν καί κληρικῶν πάνω στή βάση τῆς ὀρθῆς πίστεως, σέ σῶμα Ἐπισκόπων, δηλαδή στό Ἱερατεῖο. Σέ ὅλη τή διάρκεια τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ἡ συνείδηση τῶν Ἑλλήνων πιστῶν βομβαρδίστηκε ἀκατάπαυστα μέ τήν κληρικαλιστική αὐτή ἀναφορά, μέ ἀποτέλεσμα μιά ἀνυπολόγιστη ζημία στό συμβολικό ἐπίπεδο.

    Μιά δεύτερη παρατήρηση ἔχει νά κάνει μέ τό ἐρώτημα κατά πόσο τό ζήτημα τῶν ταυτοτήτων, τουλάχιστον μέ τόν τρόπο πού τίθεται ὡς πρός τήν ἀναγραφή τοῦ θρησκεύματος, ἔχει νά κάνει μέ τόν προσπορισμό ἐξουσίας ἐκ μέρους τῆς (κατά τό σύνταγμα) «ἐπικρατούσας θρησκείας», πού μέ τήν ἐπιμονή της στό ζήτημα αὐτό διεκδικεῖ, μεταξύ ἄλλων, καί ἕνα δικαίωμα ἐλέγχου τῶν πιστῶν ἤ καί ἐπιβεβαίωσης τοῦ ρόλου της, μέσω ἑνός δημοσίου ἐγγράφου. Ἄς μᾶς ἐπιτραπεῖ ὁ παραπάνω προβληματισμός, ἄν καί ἐμπεριέχει κάποια ἀνεπιθύμητη ὀξύτητα. Ἀρκετά ἀκούστηκαν γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ἡ ἀναγραφή τοῦ θρησκεύματος στήν ταυτότητα μπορεῖ νά λειτουργεῖ ὡς ἐλεγκτικός μηχανισμός τῆς χριστιανικῆς πίστεως τῶν προσερχομένων γιά τήν τέλεση μυστηρίων. Εἶναι ἀφύσικο γιά τόν λόγο τῆς Ὀρθοδοξίας, τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, νά ἀρθρώνεται ἐξουσιαστικά καί ἐλεγκτικά, δίνοντας τό δικαίωμα σέ ὑπόνοιες προσκόλλησης σέ μιά κοσμικῆς τάξεως ἐξουσία.

    Μία ἄλλη διάσταση πού συζητήθηκε ἐκτενῶς καί πού προβλήθηκε ὡς ὁ βαθύτερος λόγος τῶν κινητοποιήσεων εἶναι ἡ πιθανή ἀπεμπόληση τῶν θρησκευτικῶν μας συμβόλων, μέ ἀποτέλεσμα μία ἀπαράδεκτη ἐκκοσμίκευση τῆς πολιτείας μας. Φυσικά, τό ζήτημα αὐτό συνδέεται μέ τό λεγόμενο ζήτημα τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας-Πολιτείας πού, μέ τή μιά ἤ τήν ἄλλη μορφή, ἐπανέρχεται τακτικά στό προσκήνιο. Πρόκειται γιά ἕνα θέμα μέ βαθύτατες προεκτάσεις, πού δέν μπορεῖ νά ἀντιμετωπίζεται μέσα ἀπό ἰδεολογικά στεγανά, ἀλλά ἀπαιτεῖ κάποια λεπτολογία, ὥστε ἡ συζήτηση νά παράγει κάποιο νόημα.

    Κατ’ ἀρχήν εἶναι φανερό ὅτι κανένας Ὀρθόδοξος χριστιανός δέν ἐπιθυμεῖ νά ζεῖ σέ ἕνα ἀποχρωματισμένο κράτος, ἀπογυμνωμένο ἀπό κάθε ἐκκλησιαστική ἀναφορά. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς, ὁραματιζόμενος ἐλεύθερα, ἐπιζητεῖ μία Πολιτεία ὅπου λειτουργοῦν δημόσια οἱ ἀναφορές πού προσανατολίζουν τίς ψυχές στόν Χριστό. Ζητεῖ ὥστε οἱ ἀναφορές αὐτές νά λειτουργοῦν μέσα ἀπό τή δημόσια παιδεία, νά ὑπάρχουν τουλάχιστον συμβολικά στό Ἑλληνικό κοινοβούλιο, μέσω τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, καί θέλει τό Σύνταγμα τῆς χώρας νά ὁρίζει τούς κανόνες τοῦ δικαίου στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος καί ὄχι σέ βάση μηδενιστική. Ζητεῖ ἀπό τούς ἄρχοντες σεβασμό στίς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐπιθυμεῖ τήν ἀναφορά τους σ’ αὐτές, γιατί εἶναι πραγματικά ζυμωμένες μέ τή ζωή τοῦ λαοῦ, ἔστω κι ἄν οἱ ἴδιοι οἱ ἄρχοντες δέν ζοῦν σύμφωνα μέ αὐτές τίς παραδόσεις.

    Ἀπό τήν ἄλλη μεριά πρέπει νά σκεφτοῦμε ὅτι ἄν καί ἡ ἀναφορά στήν πίστη ἦταν πάντα ζυμωμένη μέ τήν οὐσία τῆς Ἑλληνικότητας, ἐξίσου ζυμωμένο μέ αὐτήν ἦταν κι ἕνα πνεῦμα συνδιαλλαγῆς καί ἀνεκτικότητας ἀπέναντι στά στοιχεῖα καί τίς ὁμάδες πού συνέλεγε ἡ χριστιανική Ἀνατολή στούς κόλπους της. Ὑπῆρχε πάντα ἕνα πνεῦμα διάκρισης καί «συγχώρησης» ἀπέναντι στούς ἀλλόθρησκους, κάτι πού προσέδιδε οἰκουμενική διάσταση στήν Ὀρθοδοξία καί τόν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα στόν Ἑλληνισμό. Προϋπόθεση γιά τήν ἀσφάλεια αὐτή μέ τήν ὁποία ἡ Ὀρθοδοξία καί ὁ Ἑλληνισμός συμβίωσαν μέ ἄλλες παραδόσεις ὑπῆρξε μιά σταθερότητα ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας στή διαφύλαξη τῆς ἀκρίβειας τῆς πίστεως, ἡ συνείδηση ὅτι ἀποτελεῖ τόν θεματοφύλακα τοῦ Εὐαγγελίου, τῆς ἀληθοῦς χριστιανικῆς παραδόσεως. Μέ αὐτό τό πνεῦμα, μέ αὐτή τή σταθερή ἀναφορά, ἡ Ἐκκλησία δέν εἶχε νά φοβηθεῖ τούς «ἄλλους», διότι ἁπλούστατα εἶχε νά δώσει σ’ αὐτούς. Καί γι’ αὐτό πού ἔδιδε, ἡ Ἐκκλησία δέν χρειαζόταν τήν κρατική συνεπικουρία. Ὁ θησαυρός τῆς πίστεως εἶναι δικός της καί τό πολιτιστικό καί κοινωνικό κατόρθωμα πού ἀπορρέει ἀπό τήν πίστη αὐτή, ἐπίσης δικό της. Τό κράτος ἔχει ἀνάγκη τήν Ἐκκλησία καί ὄχι ἡ Ἐκκλησία τό κράτος. Ὑπάρχει, ὅμως, ἡ ἀναγκαία προϋπόθεση νά εἶναι γνήσια καί τίμια μέ τήν Ὀρθοδοξία.

    Ἴσως ἡ σημερινή ἀνασφάλεια πολλῶν θρησκευόμενων ἀνθρώπων ἀπέναντι στόν πιθανό κρατικό ἀποχρωματισμό νά συνδέεται μέ τή δική τους κρίση ταυτότητας. Ἴσως ἔχει σχέση μέ τήν ἀπώλεια τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων, μέ τή σπανιότητα τῆς ὀρθῆς θεολογίας. Ἴσως νά ἔχει σχέση μέ τή συχνή προβολή μιᾶς ἰδεολογικῆς πίστης σέ βάρος μιᾶς ἐκκλησιαστικῆς καί θεολογικῆς κατανόησης. Ἡ κρίση ταυτότητας πού γεννᾶ τήν ἀνασφάλεια ἴσως νά γεννιέται ἀπό τόν συμφυρμό μέ μιά ψευδεπίγραφη, δυτικότροπη οἰκουμενικότητα, τῆς ὁποίας γίναμε μάρτυρες τίς τελευταῖες δεκαετίες, πού ἔχει σάν ἀποτέλεσμα νά ἀπεμπολοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι στό οἰκουμενικό ἐπίπεδο τήν ἴδια τήν ἀξία τῆς ταυτότητάς τους.

    Εἶναι πιθανό, ὅτι αὐτό πού φοβοῦνται πολλοί Ἕλληνες μήπως χάσουν εἶναι κάτι πού αἰσθάνονται ὅτι δέν τό κατέχουν πραγματικά. Στίς τόσες συζητήσεις γιά τά ἐφόδια μέ τά ὁποῖα ὁ σημερινός Ἕλληνας μπαίνει στήν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἀκούγονται ἀρκετές μεγαλοστομίες γιά τή γλώσσα, τήν ποίηση, τήν Ὀρθοδοξία. Καί γεννιέται καμιά φορά τό ἐρώτημα πόσοι ἄραγε ἀπό τούς σημερινούς Ἕλληνες καί μάλιστα ἀπό τά σημερινά Ἑλληνόπουλα, κατέχουν πραγματικά αὐτά τά ἐφόδια μέ ἕναν ἀληθινό τρόπο πού νά παράγει νόημα; Κατά πόσο, ἀλήθεια, ἡ καρποφορία καί ἡ διαφύλαξη αὐτῶν τῶν θησαυρῶν ἐνεργεῖται ἀπό τή «συντριπτική πλειοψηφία», πού τίς τελευταῖες μέρες προβάλλεται μέ κάποιο κομπασμό ἀπό πολλούς;

    Εἶναι εὔκολο καί δίκαιο βεβαίως νά μοιράζουμε εὐθύνες γιά ὅλες αὐτές τίς ἐλλείψεις στήν πολιτεία, ἀλλά εἶναι πιθανό ὅτι τό πρόβλημα εἶναι πολύ βαθύτερο. Διότι, βέβαια, ἄν αὐτά τά ἀγαθά διασώθηκαν στό διάβα τῶν αἰώνων, ὄχι ἁπλῶς συντηρούμενα, ἀλλά παράγοντας καρπό, αὐτό δέν ἔγινε τόσο χάρη στήν ὅποια κρατική μέριμνα, εἰδικά στίς δύσκολες καί σκοτεινές ἐποχές. Ἀλλά, μᾶλλον ὀφείλεται στήν προσωπική εὐθύνη καί ἀγάπη μέ τήν ὁποία τά ἐνστερνίστηκαν καί ἐργάστηκαν πάνω σ’ αὐτά κάποιοι πρόγονοί μας.

    Ὁ σημερινός Ἕλληνας, ὅμως, στή συντριπτική του πλειοψηφία, ἔχει χάσει τή βαθύτερη σχέση του, τήν ἔμψυχη ἀναφορά του στή γλώσσα καί στόν πολιτισμό, στή θεολογία καί στό νόημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχέσης. Διατηρεῖ τή σχέση του μ’ αὐτά σάν ἰδεολογικά σχήματα, χωρίς ὅμως νά κατανοεῖ καί νά βιώνει τό βαθύτερο νόημά  τους. Ὅσο κι ἄν ἐπιδεικνύουμε τά συγκεντρωμένα πλήθη κάνοντας συνεχεῖς ἀναφορές στόν «τεράστιο» ἀριθμό, ἡ ἀλήθεια αὐτή δέν ἀλλάζει, ὅπως δέν ἀλλάζει μέ τή συνθηματολογία ἤ τήν ἀδιάκριτη ἀπαγγελία τῶν ἁγίων πατέρων στά τηλεοπτικά παράθυρα.

    Ὁ σημερινός θρησκευόμενος Ἕλληνας ἔχει μάθει νά ἀπαιτεῖ ἀπό τό κράτος τή φροντίδα καί τήν προστασία ὅσων ὀνομάζει «ἀξίες». Καί δέν σκέφτεται ὅτι ὅταν ἡ Ὀρθοδοξία ζητᾶ νά γίνει προστατευόμενο ἀπό τό κράτος εἶδος χάνει τή ζωντανή της ἀξία καί περιέρχεται στό καθεστώς τῆς μουσειακῆς ἀξίας, μέ ὅτι αὐτό συνεπάγεται. Μάλιστα, σπάνια προβληματιζόμαστε γιά τή βαθύτερη φύση τοῦ κράτους, γιά τό ἄν ὑπάρχουν οἱ ἀληθινές προϋποθέσεις ὥστε τό Ἑλληνικό κρατικό μόρφωμα νά παίξει τόν ρόλο πού τοῦ ζητοῦμε.

    Τό σύγχρονο Ἑλληνικό κράτος ἀπό τή συγκρότησή του δέν ἔχει σχέση μέ τή μεγάλη Ἀνατολική Αὐτοκρατορία, στήν ὁποία οἱ μνῆμες μας διατηροῦν τόσες γόνιμες ἀναφορές. Τό σημερινό κράτος εἶναι γέννημα μιᾶς ἄλλης ἱστορικῆς διεργασίας, πού στηρίζεται στήν ἀνατροπή τῶν δεδομένων πού λειτούργησαν πρίν ἀπό τήν πτώση τῆς Κωνσταντινούπολης. Τά σύγχρονα κράτη διαμορφώθηκαν μέσα ἀπό τή ζύμωση τοῦ Διαφωτισμοῦ καί γενικά μέσα ἀπό τίς λεγόμενες Δυτικές ἀξίες. Εἶναι ἀναμφισβήτητο γεγονός ὅτι ἡ ὕπαρξη τῆς σημερινῆς Ἑλλάδας χρωστᾶ πολλά στίς ζυμώσεις τῆς Δυτικῆς σκέψης καί εἶναι ἀποτέλεσμα ἑνός δυτικότροπου μᾶλλον κοσμοειδώλου, πού ὁραματίστηκε τή δημιουργία τοῦ ἐθνικοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους καί στή συνέχεια μεταφύτεψε δομές πολιτικῆς ζωῆς καί παιδείας σ’ αὐτό.

    Ὅσοι Ἕλληνες εἶχαν γνήσιες ἐκκλησιαστικές μνῆμες καί βιώματα ἀγωνίστηκαν νά μετουσιώσουν αὐτή τή γεννεσιουργό διαδικασία σέ τρόπο ζωῆς καί πολιτισμοῦ πού νά συνάδει καί τουλάχιστο νά μήν καταπνίγει τόν τρόπο τῆς Ἐκκλησίας. Καί τό πέτυχαν μόνο στό βαθμό πού οἱ ἴδιοι ὑπῆρξαν γνήσιοι στήν πίστη τους καί στόν ἐκκλησιασμό τους. Γι’ αὐτό, μορφές ὅπως ὁ Μακρυγιάννης, ὁ Καποδίστριας, ὁ Παπουλάκος, ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Κόντογλου (καί βέβαια ἀρκετοί ἄλλοι), φώτισαν τό γένος. Δέν ἀντέστρεψαν ὅμως τό ρεῦμα, διότι οἱ ἱστορικές καί πολιτιστικές ζυμώσεις πού γέννησαν τό κράτος συνέχισαν νά λειτουργοῦν στό εὐρύτερο πλαίσιο ὑπαγορεύοντας μέ τήν καταλυτική τους δυναμική δομές καί ἀξίες στό μεγάλο πλῆθος, ὅπως καί σήμερα. Σήμερα, μάλιστα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἴσως φορά, οἱ ἱστορικές διαδικασίες πού ὁδηγοῦν τά κράτη τῆς Εὐρώπης, ἀλλά καί ὁλόκληρο τόν κόσμο, δημιουργοῦν μορφώματα πού ἡ τεράστια οἰκονομική τους δύναμη καί ἡ ἀκαταμάχητη δυναμική τους πρός τό μέλλον δημιουργοῦν σχεδόν ἕνα μονόδρομο γιά τίς κρατικές ἐπιλογές. Αὐτό τό διαισθανόμαστε οἱ περισσότεροι, μέ ἀποτέλεσμα, ἄν καί ἀνησυχοῦμε, νά παραμερίζουμε κάθε δογματική κομπορρημοσύνη γιά τό «δέον» στήν πορεία τοῦ κρατικοῦ μας μορφώματος.

    Ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς Ἱστορίας, πού μερικές φορές δέν τό σεβόμαστε οἱ Ὀρθόδοξοι, εἶναι ὅτι οἱ ἱστορικές περιστάσεις δέν μποροῦν νά γίνονται ἀντικείμενο ἠθικῆς ἀξιολόγησης. Ἀξιολογοῦμε ἠθικά τά πρόσωπα, πού ἐνεργοῦν μέ ἕναν χαρακτηριστικό βαθμό προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὅμως ἡ Ἱστορία εἶναι ἕνα χωνευτήρι λαῶν καί πολιτισμῶν, πού παράγουν μιά δυναμική πού θά ἔπρεπε μᾶλλον νά χαρακτηριστεῖ σάν «μυστήριο», παρά νά ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἀξιολογικῆς κριτικῆς, ἀποδοχῆς ἤ ἀπαξίωσης. Τά πρόσωπα ἔχουν τήν εὐθύνη τους, οἱ λαοί ἔχουν τόν ἱστορικό τους ρόλο, ὅμως ἡ Ἱστορία ἔχει μιά δυναμική πού τά ξεπερνᾶ, μέσα ἀπό τή δική της ἐσωτερική συνοχή καί προοπτική. Ἔχει πολύ νόημα νά προσπαθοῦμε νά μεταλλάξουμε τήν προοπτική τῆς Ἱστορίας σύμφωνα μέ τά προσωπικά καί συλλογικά μας ὁράματα, ὅμως δέν ἔχει νόημα νά ἀπαξιώνουμε συνολικά τήν ἱστορική δυναμική, ἔστω κι ἄν αὐτή δέν μᾶς βοηθᾶ στόν προσωπικό πνευματικό μας στόχο. Ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅτι ἄν καί ἕνα μέρος τῆς Ἱστορίας εἶναι χωρίς ἀμφιβολία τό ἀποτέλεσμα τῆς συνέργειας τῶν ἀνθρώπων μέ τό διάβολο, ἕνα ἄλλο μέρος, ὅμως, συχνά κρυμμένο, εἶναι τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τόν κόσμο, πού λειτουργεῖ μέσω τῆς Ἐκκλησίας, μέ τήν ἀληθινή καί πνευματική της ἔννοια. Ὄχι βέβαια, μέ τό συσχηματισμό τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν κόσμο, κατά τό παράδειγμα τῶν συλλαλητηρίων (ἐπιτέλους, μία μόνο «σύναξη» γνωρίζουμε στήν Ἐκκλησία καί αὐτή εἶναι ἡ εὐχαριστιακή σύναξη), οὔτε μέ τή διαρκή χρήση τῶν τηλεοπτικῶν μέσων μέχρις ἀργολογίας, ἀλλά μέ τήν ἐν κρυπτῷ ἐργασία, μέ τήν εὐχαριστία, μέ τή σπουδή καί κήρυξη τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ. Μέ παραγωγή ζωντανῆς θεολογίας καί ὄχι μέ ἰδεολογικά μοτίβα, πού συχνά ἀναμιγνύονται μέ δόσεις ἀκρότητας καί ἐπιδιώκουν νά καθιερωθοῦν μέ τήν ἐπιβολή τῆς ἰσχύος, μέ τό δίκαιο τῶν πολλῶν, καί ἐξάπτουν τό φόβο προβάλλοντας διαρκῶς τούς κινδύνους.

     Εἶναι ἀληθές, λοιπόν, ὅτι ἡ δυναμική τῆς Ἱστορίας συμπαρασέρνει τίς κρατικές πολιτειακές μας δομές ἕνα ἀκόμη βῆμα παραπέρα στήν υἱοθέτηση καί ἐνσωμάτωση θεσμῶν καί μηχανισμῶν μέ δυτικό καί «Διαφωτιστικό» μᾶλλον περιεχόμενο, ὁλοκληρώνοντας κατά κάποιο τρόπο τή διαδρομή πού ἡ ἀπαρχή της σημάδεψε τή γέννηση τοῦ σύγχρονου Ἑλληνικοῦ κράτους. Εἶναι ματαιοπονία νά προσπαθεῖ κανείς νά ἀνακόψει τίς συνέπειες αὐτῆς τῆς δυναμικῆς μέσα ἀπό ἀρνητικές ἐκδηλώσεις διαμαρτυρίας, εἰδικά ὅταν δέν εἶναι προφανῶς σέ θέση νά καταθέσει ἄλλη γεωπολιτική πρόταση μέ ρεαλιστικό περιεχόμενο. Καί ὁπωσδήποτε δέν μπορεῖ καί δέν πρέπει νά τό προσπαθεῖ μέσα ἀπό ἕναν σφικτό ἐναγκαλισμό αὐτοῦ τοῦ κράτους, πού ἐξ’ ὁρισμοῦ στηρίζεται στίς συγκεκριμένες δομές. Δέν ἔχει νόημα, δηλαδή, νά ἀντιδρᾶ κανείς μέσα ἀπό μία διαπλοκή μέ τίς προϋποθέσεις πού ὑποτίθεται ὅτι προσπαθεῖ νά ἀκυρώσει. Αὐτό εἶναι τό δράμα τῆς ἰσχυρῆς νομικῆς καί θεσμικῆς σχέσης τῆς Ἐκκλησίας μέ τό Κράτος, ἤδη ἀπό τή γέννηση τῆς σύγχρονης Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι ἡ διαπλοκή αὐτή λειτούργησε πάντα εἰς βάρος τῆς Ἐκκλησίας, (μέ κριτήριο τήν πνευματική της ἀποστολή καί ὄχι τήν κοσμική της προβολή) καί ὄχι ἐξυψώνοντας τήν πολιτεία ἤ ἐνσταλάζοντας πνευματικό νόημα στούς σχεδιασμούς τῶν πολιτειακῶν παραγόντων. Ὁ ἐναγκαλισμός αὐτός εἶχε συχνά σάν ἀποτέλεσμα τήν ἐκκοσμίκευση τῶν ἐκκλησιαστικῶν θεσμῶν, εἰδικά σέ ἐποχές πού Ἱεράρχες ἐνήργησαν ὡς ὑποστηρίγματα τῆς πολιτικῆς, χωρίς νά κατανοοῦν τίς πνευματικές ἀνάγκες καί προϋποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς ἐξουσιαστικῆς διαπλοκῆς ὑπῆρξαν πάσης φύσεως «νεωτερισμοί» καί προβλήματα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀπό τή δίωξη τῶν μοναστηριῶν ἐπί Βαυαροκρατίας, τήν ἀλλαγή τοῦ ἡμερολογίου πού ἔπληξε τή λειτουργική καί διοικητική ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, μέχρι τόν ἐκπροτεσταντισμό πού ἐπέβαλαν στήν ἐκκλησιαστική ζωή οἱ χριστιανικές ὀργανώσεις, οἱ ὁποῖες σαφῶς στηρίχτηκαν σέ πολιτειακά δεκανίκια γιά νά δανείσουν μετά μέ τή σειρά τους στήριξη σέ πολιτειακές ἐκτροπές.

                Ἡ μόνη δυνατότητα γιά νά ὑπάρξει ἀντιπρόταση ζωῆς καί πολιτισμοῦ, μέ πνευματικό περιεχόμενο, ἱκανοῦ νά μετουσιώσει ἤ νά ἐμπλουτίσει τίς ἐξ’ ὁρισμοῦ καί ἐκ παραδόσεως δυτικότροπες πολιτειακές δομές εἶναι ἡ αὐτο-οργάνωση τῆς Ἐκκλησίας σέ σαφή διαχωρισμό της ἀπό τό Κράτος, καί μάλιστα σέ ἀποκεντρωμένο τοπικό ἐπίπεδο, δηλαδή σέ ἐπίπεδο ἐνορίας. Εἶναι πρωταρχική ἀνάγκη νά ξαναβροῦμε τό νόημα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας στήν τοπικότητα τῆς συγκεκριμένης εὐχαριστιακῆς κοινότητας, ὥστε νά μπορέσουμε νά παράγουμε ξανά ζωντανή θεολογία. Σ’ αὐτό τό τοπικό ἐπίπεδο πρέπει νά δημιουργήσουμε (ἐμεῖς, ὄχι τό Κράτος) θεσμούς ζωντανούς, πού νά δίνουν σάρκα στήν ἐνοριακή ἐκκλησιαστική ζωή, ὥστε αὐτή νά πάψει νά ἐπικεντρώνεται σέ πράξεις ληξιαρχικοῦ χαρακτήρα. Κεντρικός θεσμός, ἀπαραίτητος μετά τήν εὐχαριστιακή σύναξη καί τή λατρεία, ὀφείλει νά εἶναι ἡ κατηχητική ἀναφορά στή γλώσσα τῆς θεολογίας, ὥστε ἡ ἀληθής θεολογία νά ἀποτελέσει ξανά ἄξονα τῆς σκέψης καί τῆς κοινωνίας μας. Ἡ ἐνσάρκωση τῆς θεολογίας στίς σχέσεις κοινωνίας τῶν προσώπων συγκροτεῖ τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἁγιάζει τά πράγματα μέ τρόπο μυστικό, φέρνει σέ ἐπαφή τή ζωή τοῦ Θεοῦ μέ τή ζωή τοῦ κόσμου. Ἀνοίγει τήν πόρτα στό Πνεῦμα τό Ἅγιο, στό μυστήριο τῆς Πεντηκοστῆς. Ἡ συνέργεια σ’ αὐτό τό ἀγαθό εἶναι ὅ,τι πιό πολύτιμο μποροῦμε νά προσφέρουμε στόν ἑαυτό μας, στήν πατρίδα μας καί στόν κόσμο.

                Μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις, ἔστω κι ἄν τό κράτος ἀποβάλει ἀκόμη καί τήν ἀσθενή συμβολική του σχέση μέ τό νόημα πού ζωογονεῖ τόν κόσμο (κάτι πού δυστυχῶς θά πλήξει τήν Ἑλληνική Πολιτεία, διότι θά τῆς ἀποστερήσει τήν εὐλογία πού λαμβάνει ἀπό τήν ἀναφορά της στόν ἀληθινό Θεό), αὐτό δέν ἐπηρεάζει τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἐφόσον ἡ Πολιτεία παραμένει ἐλεύθερη καί δημοκρατική. Ἀντίθετα, ἡ Ἐκκλησία τότε ἀποτελεῖ τό δημιουργικό κέντρο στό ὁποῖο προσβλέπουν ὅσοι ἀναζητοῦν ἀληθινό νόημα στή ζωή καί στόν πολιτισμό τους.

    Συχνά, ἡ ἀναφορά μας στήν Ὀρθοδοξία γίνεται μέ ὅρους ἐθνοκεντρικούς καί πολιτισμικούς. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὑπάρχει καί αὐτή ἡ διάσταση στήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά εἶναι δευτερογενής καί ὄχι πρωτογενής. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι πρῶτα ταυτισμένη μέ τό μυστήριο τῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί μετά μέ ὁτιδήποτε ἄλλο. Ἀκριβῶς γι’ αὐτό ἔχει οἰκουμενικό νόημα καί ὄχι βέβαια γιατί ταυτίζεται μέ τίς παραδόσεις τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου λαοῦ. Δίνοντας στήν Ὀρθοδοξία ἕνα ἐθνοκεντρικό χαρακτήρα, δυστυχῶς πέφτουμε σέ μία ἀδιέξοδη παγίδα, μέ ἔντονα τά χαρακτηριστικά τοῦ φυλετισμοῦ, τά ὁποῖα στή συνέχεια παράγουν τά στεγανά καί τίς συνακόλουθες φοβίες.

    Ἡ οἰκουμενική ἀξία τῆς Ὀρθοδοξίας βρίσκεται στήν ἀλήθεια καί τήν ἑνότητα τοῦ μυστηρίου τῆς Μίας Ἀποστολικῆς Παράδοσης πού αὐτή διασώζει. Ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καθόλου δέν σημαίνει τήν ἀνάγκη τῆς ἀποδοχῆς της ἀπό ὅλους ὅσους συστεγάζονται μ’ αὐτήν σέ ἐθνικό, πολιτιστικό ἤ οἰκουμενικό ἐπίπεδο. Ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι δεδομένη καί ἀδιατάρακτη στή μοναδικότητα καί πληρότητα πού ἐκφράζει: τό δικό της μυστήριο ἑνοποιεῖ τό νόημα τοῦ κόσμου καί δίνει ζωή αἰώνια σ’ αὐτόν, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ποιός τήν δέχεται καί ποιός ὄχι. Ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἔχει καμιά ἀνάγκη νά τήν ἀποδεχτοῦν οἱ «ἄλλοι». Αὐτό εἶναι τό νόημα τῆς οἰκουμενικῆς διάστασης τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ κοσμοπολιτισμοῦ πού διακρίνει τόν Ἑλληνισμό. Γι’ αὐτό τόσο ἡ Ὀρθοδοξία ὅσο καί (ἐκ παραδόσεως) ὁ Ἑλληνισμός εἶναι ἀπολύτως ξένοι σέ φαινόμενα θρησκευτικοῦ πειθαναγκασμοῦ, μισαλλοδοξίας ἤ φανατισμοῦ.

    Τό οἰκουμενικό νόημα τῆς Ὀρθοδοξίας δέν βρίσκεται στή θεσμική σχετικοποίησή της, πού διενεργεῖται μέσα ἀπό συμμετοχή σέ δυτικῆς ἐμπνεύσεως θεσμούς, ὅπως τό Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν ἤ ὁ λεγόμενος δια-χριστιανικός καί δια-θρησκειακός διάλογος. Αὐτά, μέ τίς ἀρχές τους παραμερίζουν τό μυστήριο τῆς μοναδικῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως, γιά χάρη μίας δυτικότροπης ὁμολογιακῆς συνύπαρξης καί λεγόμενης ἀνοχῆς τῶν δογματικῶν διαφορῶν. Μέ τόν τρόπο αὐτό, τό μόνο πού μένει ἀπό τήν Ὀρθοδοξία εἶναι τό κέλυφος μιᾶς θρησκευτικῆς παράδοσης, ἀνάμεσα στίς πολλές, πού βέβαια ἔτσι, καμιά ἀληθινή οἰκουμενικότητα δέν μπορεῖ νά διεκδικήσει, οὔτε νά γονιμοποιήσει τόν κόσμο μέ τή μυστηριακή της μοναδικότητα.

    Εἶναι θετικό ὅτι τό πρόβλημα πού προέκυψε μέ τίς ταυτότητες ἀνακίνησε μιά συζήτηση γιά τίς προϋποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας καί τίς ἀξίες τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἄς διεξάγουμε τή συζήτηση μακριά ἀπό ἰδεολογικά στεγανά, μέ τρόπο πού νά παράγει νόημα καί ὄχι καταστρέφοντας καί τό λίγο νόημα πού ἔχει τυχόν ἀπομείνει.