ΑΛ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΣ, ΡΙΖΕΣ ΤΕΥΧΟΣ 13, ΑΝΟΙΞΗ 1985
ΕΙΚΩΝ
Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος «κατ’ εικόνα Θεού» (Γεν. Α΄27). Ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, και όλος ο άνθρωπος, ψυχή και σώμα (Αγ. Ειρηναίου, «Έλεγχος» Ε΄VI 1). «Μη αν ψυχήν μόνην μήτε σώμα μόνον λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά το συναμφότερον, όν δη και κατ’ εικόνα πεποιηκέναι ο Θεός λέγεται» (Αγ. Γρηγ. Παλαμά, PG 150, 1361c). Εικών του Θεού είναι ο Χριστός. (Κορ. Β΄, δ΄4) (Κολ. Α΄15). Αυτός είναι η φανερή εικόνα του αοράτου Θεού, «εικών του Θεού του αοράτου», γιατί είναι ο ίδιος και αόρατος Θεός και ορατός άνθρωπος. Βλέποντας τον Χριστό είδαμε τον Θεό, γιατί ο αόρατος Θεός ευδόκησε να γίνει ορατός άνθρωπος σαρκούμενος. Ο άνθρωπος «θεωρεί… την του Πατρός εικόνα, τον Θεόν Λόγον, ου κατ’ εικόνα Θεού» γιατί ένας από μας, ο Χριστός, είναι σαν Θεός, «εικών του Θεού του αοράτου». «Οπότε δε σαρξ εγένετο ο Λόγος του Θεού… την εικόνα έδειξεν αληθώς, αυτός τούτο γενόμενος, όπερ ην η εικών αυτού» (Αγ. Ειρην. «Έλεγχος» Ε΄ XVI 2). Έχοντας την ίδια ανθρώπινη φύση μ’ Εκείνον είμαστε, κατ’ εικόνα Εκείνου, εικόνες Θεού. Είμαστε «σύμμορφοι της εικόνος του υιού αυτού, εις το είναι αυτόν πρωτότοκον εν πολλοίς αδελφοίς» (Ρωμ. Η΄29). Είμαστε εικόνες εικόνος, εικόνες του σαρκωθέντος Θεού, που είναι εικών του Θεού του αοράτου.
Αυτό σημαίνει «δημιουργημένοι κατ’ εικόνα Θεού». Ο άνθρωπος στην ολότητα της φύσης του, «ψυχή και σώμα», και στην πληρότητα της ανθρωπότητας, από την αρχή της ιστορίας της μέχρι το τέλος, είναι εικόνα Θεού, επειδή ο Θεός ενώθηκε με τη φύση μας στο πρόσωπο του Χριστού. «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον^ κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν. Η μεν ουν εικών του Θεού, η εν πάση τη ανθρωπίνη φύσει θεωρουμένη, το τέλος έσχεν. Ο δε Αδάμ ούπω εγένετο… γέγονεν ούν κατ’ εικόνα ο άνθρωπος, η καθόλου φύσις… όχι μέρος του όλου, αλλ’ άπαν αθρόως το της φύσεως πλήρωμα» (Αγ. Γρηγ. Νύσ., PG 44, 204 D). Αυτή η ένωση των φύσεων στο πρόσωπο του Χριστού έδωσε στον άνθρωπο, κατά Χάριν, εκείνα τα χαρακτηριστικά του Θεού που τον διακρίνουν: την ελευθερία, την δημιουργικότητα, την κυριαρχία, τον λόγο (όχι την ομιλία, ούτε την εξυπνάδα, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο) κ.λπ. Μία από τις θείες αυτές ιδιότητες είναι και η αθανασία. «Ζωή γαρ ων κατά φύσιν ως Θεός, επειδή γέγονεν εν προς την εαυτού σάρκα, ζωοποιόν απέφηνεν αυτήν» (Αγ. Κυρίλ. Αλεξ., PG 77, 113).
Η πηγή λοιπόν της αθανασίας στον άνθρωπο δεν είναι κάποια αθάνατη ψυχή αλλά η ζωοποιός σαρξ του αναστάντος Κυρίου. Αν και η σάρκωση του Θεού έγινε σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο του χρόνου και της ιστορίας, εν τούτοις είναι η απ’ αρχής οντολογική πραγματικότητα της κτίσεως. «Το μυστήριον το αποκεκρυμμένον από των αιώνων και από των γενεών» (Κολασ. Α΄26). «Τούτό εστι το μέγα και απόκρυφον μυστήριον. Τούτο εστί το μακάριον, δι’ ό τα πάντα συνέστησαν τέλος. Τούτό εστιν ο της αρχής των όντων προεπινοούμενος θείος σκοπός, όν ορίζοντες είναι φαμεν προεπινοούμενον τέλος, ού ένεκα μέν πάντα, αυτό δε ουδενός ένεκα^ προς τούτο το τέλος αφορών (την υποστατική ένωση θείας και ανθρωπίνης φύσεως, τον Χριστό), τας των όντων ο Θεός παρήγαγεν ουσίας» (Άγ. Μάξ. Ομολ., PG 90, 621A). Ο Χριστός είναι «πρωτότοκος πάσης κτίσεως, ότι εν αυτώ εκτίσθη τα πάντα, τα εν τοις ουρανοίς και τα επί της γής, τα ορατά και τα αόρατα… τα πάντα δι’ αυτού και εις αυτόν έκτισται^ και αυτός εστι πρό πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε». (Κολασ. Α΄15-17). Ο Χριστός είναι τη προαιώνιος βουλή του Θεού, το πρωτότυπο της ανθρωπότητος, η οντολογική αρχή και το τέλος όλης της δημιουργίας. Ο Θεός δημιούργησε τα κτίσματα για να μετάσχουν, κατά χάριν και κατά υιοθεσίαν, στη θεία ζωή της Αγίας Τριάδος, και ο τέλειος τρόπος για να γίνει αυτό δεν ήταν άλλος, από την υποστατική ένωση Θεού και κτίσεως στο πρόσωπο του Λόγου του Θεού. Ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι ο μακάριος σκοπός για τον οποίον τα πάντα δημιουργήθηκαν, γιατί Αυτός είναι η πραγματοποίηση του σκοπού, η ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωση του Δημιουργού με τη δημιουργία Του, η ολοκλήρωση της αγάπης του Θεού, που δεν αρκέσθηκε να μας δώσει κάτι, ούτε έστω τα πάντα, αλλά θέλησε να μας δώσει τον ίδιο τον Εαυτό Του. Ο άνθρωπος, ο αληθινός, ο αιώνιος άνθρωπος είναι αυτός που αναστήθηκε, αναλήφθηκε και κάθεται στα δεξιά του θρόνου του Θεού. «Τον αληθινόν άνθρωπον και τέλειον… πρώτος και μόνος έδειξεν ο Σωτήρ» (Νικολ. Καβάσιλας, PG 150, 680c).
Εικόνες Αυτού είμαστε όλοι οι άνθρωποι από την κατασκευή μας, γιατί Αυτός είναι το οντολογικό μας πρότυπο. Φίλοι ή εχθροί του Θεού είμαστε όλοι πλασμένοι κατ’ εικόνα Χριστού. Αυτός είναι ο λόγος της αιωνιότητάς μας, αλλά και της ελευθερίας μας. Η ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού μας έκανε κι εμάς πρόσωπα και εικόνα δική Του, πρόσωπα δεκτικά των ενεργειών του Θεού, δεκτικά της Χάριτος. Μας έκανε δοχεία κατάλληλα να δεχθούν την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Είμαστε εικόνες Θεού επειδή είμαστε εικόνες Χριστού που είναι Θεός και άνθρωπος.
ΟΜΟΙΩΣΙΣ
Άλλο εικών και άλλο ομοίωσις. Η εικόνα μας είναι δοσμένη από την κατασκευή μας. Την ομοίωση την κατακτούμε ελεύθερα αν θέλουμε ή μάλλον επιτρέπουμε στο Θεό να μας την χαρίσει. Ο ομοίωση προϋποθέτει την ελεύθερη αποδοχή. Ο Θεός μας θέλησε κατ’ εικόνα Του και καθ’ ομοίωσιν (Γεν. Α΄26), μας εποίησε όμως μόνο κατ’ εικόνα Του (Γεν. Α΄27). τΗ βουλή δύο είχε, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν. Η δημιουργία έν έχει.. Παρέλκον εστι δίς τα αυτά λέγειν. Αργόν ρήμα εν τη Γραφή λέγειν, βλασφημία δεινή… Διατί ου είρηται, και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν… Το μέν, τη κτίσει έχομεν^ το δε εκ προαιρέσεως κατορθούμεν… Δυνάμει ημάς εποίησεν ομοιωτικούς Θεού. Δύναμιν δε δούς προς το ομοιούσθαι Θεώ αφήκεν ημάς εργάτας είναι της προς Θεόν ομοιώσεως… Έχω ουν τη κτίσει το κατ’ εικόνα^ γίνομαι δε τη προθέσει, και καθ’ ομοίωσιν.. . (Αγ. Γρηγ. Νύσσης, PG 44, 272-273). Είμαστε δημιουργημένοι δοχεία της Χάριτος όλοι μας. Το αν θα γεμίσουμε όμως, το δοχείο αυτό με το λαδάκι της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος εξαρτάται αποκλειστικά από την ελεύθερη προαίρεσή μας, από την «προς Θεόν νεύσιν» μας. Προορισμός του ανθρώπου είναι η ομοίωσή του με τον Θεό, η θέωση, που την εργάζεται μυστικά στον άνθρωπο η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτή δίνεται στην εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, αν η τελευταία ενεργητικά την αποδέχεται και κρατήσει την επαφή της με το Σώμα και το Αίμα του αναστάντος Χριστού, την Εκκλησία Του.
ΤΟ ΕΜΦΥΣΗΜΑ
Είναι πολύ διαδεδομένη η πλάνη ότι το εμφύσημα (Γεν. Β7) ήταν δήθεν η ψυχή που δόθηκε σ’ ένα προκατασκευασμένο πήλινο άψυχο άγαλμα. Η κακοδοξία αυτή έχει τις ρίζες της στην Ελληνιστική δυϊστική ανθρωπολογία, όπου η ψυχή συνήθως θεωρείται ότι προϋπάρχει του σώματος, αφού νομίζεται από τη φύση της αΐδιος και αθάνατος. Εδώ, αντίστροφα, θεωρείται ότι προϋπάρχει το σώμα και η ψυχή δίδεται σ’ αυτό αργότερα. Αυτή η χρονική διάσταση σώματος και ψυχής, όπως γενικά, κάθε διάσταση σώματος και ψυχής, είναι ειδωλολατρική και απόλυτα αντιχριστιανική. «Απόβλητος επίσης ο παρ’ αμφοτέρων λόγος.. μήτε κατά την ελληνική απάτην… μηδ’ αν πάλιν οιονεί πήλινον ανδριάντα προδιαπλασθέντα τω λόγω τον άνθρωπον, τούτου ένεκα την ψυχήν γίνεσθαι λέγειν… ενός όντος του ανθρώπου… μίαν αυτού και κοινήν της συστάσεως την αρχήν υποτίθεσθαι, ως αν μη αυτός εαυτού προγενέστερός τε και νεώτερος γένοιτο»(Αγ. Γρηγ. Νύσ., PG 44, 229-237). Οι Πατέρες τονίζουν με επιμονή ότι ο άνθρωπος δημιουργείται ολόκληρος τη στιγμή της συλλήψεως, και ότι δεν προϋπάρχει η ψυχή του σώματος ή το σώμα της ψυχής. Πρόκειται για στοιχειώδη χριστιανική αλήθεια ότι είναι ανθρωποκτονία ο φόνος του εμβρύου σε οποιοδήποτε στάδιο της κυήσεως. Τονίζουν εξ άλλου ότι η πλάση του Αδάμ επαναλαμβάνεται στον καθένα μας με τον ίδιο τρόπο από το ίδιο χέρι. «Η χείρ δε η πλάσασα τότε τον Αδάμ, και αύτη και νυν και αεί τους μετ’ εκείνον πάλιν πλάττει και διασυνίστησι» (Αγ. Αθανασίου, PG 25, 429). Εδώ βασίζεται και η χριστιανική καταδίκη των περί μετεμψυχώσεως μύθων. «Ημείς δε την μέσην οδόν ως βασιλικήν κατά τους Πατέρας ημών οδεύοντες ούτε προύπαρξιν ούτε μεθύπαρξιν ψυχής ή σώματος, συνύπαρξιν δε μάλλον φαμεν» (Αγ. Μάξ. PG 91, 1325D). Τι ήταν το εμφύσημα στην πραγματικότητα το βλέπουμε στην Καινή Διαθήκη (Ιω. κ΄22): «Ο Ιησούς.. ενεφύσησε και λέγει αυτοίς^ λάβετε Πνεύμα Άγιον». «Ανακαινίζων τον άνθρωπον ο Κύριος, και ήν απώλεσε χάριν εκ του εμφυσήματος του Θεού, ταύτην πάλιν αποδιδούς, εμφυσήσας εις το πρόσωπον των μαθητών, τι φησί; Λάβετε Πνεύμα Άγιον» (Μ. Βασ., PG 32, 140D). Ό,τι ήταν το εμφύσημα στην Καινή Διαθήκη το ίδιο ήτο και στην Παλαιά: Η Χάρις και η Ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Όπως οι Απόστολοι δεν ήσαν πήλινα αγάλματα αλλά ζωντανοί και κινούμενοι άνθρωποι, το ίδιο και ο άνθρωπος που έλαβε το εμφύσημα στην Παλαιά. Αυτή η Χάρις του Αγίου Πνεύματος ήταν κάτι που χάθηκε με την παρακοή και την ξαναδίνει ο Κύριος στους Αποστόλους. Δεν έδωσε ο Κύριος στους Αποστόλους ψυχή, ψυχή είχαν, όπως είχε και ο Αδάμ. Κάτι άλλο τους έδωσε που έκανε την ψυχή τους «ψυχήν ζώσαν», όπως και του Αδάμ. «Άφες τους νεκρούς θάπτειν τους εαυτών νεκρούς». Αυτοί οι νεκροί ήσαν έμψυχοι και κινούμενοι άνθρωποι αλλά δεν είχαν το Πνεύμα το Άγιο που ζωοποιεί (Β΄ Κορ. Γ΄6). «Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται». Αυτή η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δίδεται στον άνθρωπο ολόκληρο, ψυχή και σώμα και τον αγιάζει και τον ζωοποιεί. «Ενεφύσησε γαρ εις το πρόσωπον αυτού, τουτέστι μοίράν τινα της αυτού χάριτος εναπέθετο τω ανθρώπω, ίνα τω ομοίω επιγινώσκη το όμοιον». (Μ. Βασ., PG 29, 449 Β). Πνεύμα Άγιο, βιαία πνοή της Πεντηκοστής, εμφύσημα. Το εμφύσημα στον Αδάμ και στους Αποστόλους προηγείται μεν χρονικά της Πεντηκοστής όμως δυνάμει αυτής δίδεται. «Ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής». Ένα πρόσωπο δεν είναι ποτέ κάτι το άψυχο. Ένα πτώμα ή ένα άγαλμα πήλινο δεν είναι πρόσωπο. Ο Αδάμ ήταν πρόσωπο επειδή ήταν εικόνα του σαρκωθέντος Προσώπου του Λόγου του Θεού. Στην εικόνα, που είναι δοχείο του Αγίου Πνεύματος, δίδεται η δόξα και η ενέργειά Του. Οι πρωτόπλαστοι «τη άνωθεν ήσαν δόξη ημφιεσμένοι… η άνωθεν δόξα παντός ιματίου μάλλον αυτούς περιέσκεπε». (Άγ. Ιω. Χρυσ., PG 53, 123 και 131). H «άνωθεν δόξα» δεν είναι βέβαια κάτι το κτιστό, δεν είναι ψυχή ή οτιδήποτε δημιουργημένο, είναι η άκτιστη δόξα του Αγίου Πνεύματος που ανεβάζει τον άνθρωπο στο «καθ’ ομοίωσιν». Αυτή την άκτιστη δόξα ο άνθρωπος μπορεί να την χάσει ή να μη την αποκτήσει ποτέ. Την εικόνα όμως δεν την χάνουμε ποτέ γιατί την έχουμε από τη γέννησή μας. «Το καθ’ ομοίωσιν είναι θείαν αποβαλόντες, το κατ’ εικόνα ουκ απωλέσαμεν» (Αγ. Γρηγ. Παλ., PG 150, 1148). Είμαστε άνθρωποι επειδή είμαστε εικόνες Χριστού και αυτό γιατί Εκείνος είναι Θεάνθρωπος και φέρει τη σάρκα μας. Αυτή η Σάρκα που κάθεται στα δεξιά του Πατρός, στον θρόνο της θεότητος, είναι η δόξα της ανθρωπότητας και η ταυτότητά της, η πηγή όλων των αγαθών, που μας δίδονται χωρίς διάκριση αλλά εμείς αν θέλουμε τα δεχόμαστε. Δεν μεταβλήθηκε ο Αδάμ σε πήλινο άγαλμα χωρίς διάκριση, αλλά με την παρακοή, έχασε την Χάρη του εμφυσήματος αλλά γνώρισε την γύμνια του (Γεν. Γ΄7) και φρόντισε να την σκεπάσει με γήϊνα υποκατάστατα εκείνης της Δόξας που τον σκέπαζε πριν, όπως κάνει μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα. Χωρίς το Πνεύμα το Άγιο οι άνθρωποι είναι «ψυχικοί, Πνεύμα μη έχοντες» (Ιουδ. 19) Πνευματικός άνθρωπος και τέλειος είναι αυτός που έχει μέσα του την Χάρη του Αγίου Πνεύματος (Αγ. Ειρην. «Έλεγχος». Ε VI 1). Αυτή η θεία ενέργεια διαποτίζει ολόκληρο τον άνθρωπο που τον δέχεται, μέχρι νεφρών και καρδίας και μυελού των οστών. Το Πνεύμα το άγιο, δια της Σαρκός του Θεανθρώπου, κατοικεί στη σάρκα μας. «Πάσα γαρ σαρξ απολήψεται μισθόν η ευρεθείσα αμίαντος και άσπιλος εν ή το Πνεύμα το Άγιον κατώκισεν». (Ποιμήν, παραβ. Ε΄). Ο Λόγος του Θεού έδωσε στη σάρκα που πήρε από μας την ενέργεια της Θεότητος του, και έκανε έτσι όλο το γένος των ανθρώπων, την εικόνα Του, δεκτικό του θείου πυρός. Δεν είμαστε εικόνες του Θεού επειδή δεχθήκαμε το εμφύσημα αλλά δεχθήκαμε το εμφύσημα, επειδή είμαστε εικόνες. Είμαστε από την κατασκευή μας λαμπάδες που θα ανάψουν οπωσδήποτε αν θελήσουμε να τις φέρουμε σε επαφή με το Ανέσπερο φως και, έτσι και ανάψουν να μη σβήσουν ποτέ πια, αν τις φυλάξουμε από τις βίαιες πνοές του κόσμου. «Το Πνεύμα μη σβέννυτε».