ΑΛ. ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΣ – ΡΙΖΕΣ ΤΕΥΧΟΣ 12 ΧΕΙΜΩΝΑΣ 1984-85
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΥΛΗ
Ο Θεός είναι Πνεύμα (Ιωάν. Δ’ 24), το μόνο πνεύμα, ο μόνος όντως άϋλος και ασώματος (αγ. Ιω. Δαμ. «Έκδοσις…»Β’ 3), ο μόνος αθάνατος (Α’ Τιμ.στ’ 16), ο μόνος άχρονος, ο μόνος άπειρος, η αυτοζωή (Μ. Αθαν. PG 26, 584), η αυτοΰπαρξη, ο αόρατος και απερίγραπτος (Α’ Τιμ. Στ’ 16, Ιω. Α’ 18), ο αιώνιος. Με τον Θεό τίποτε δεν είναι όμοιο, «όσα γαρ εστι μετά τον Θεόν ή έσται ποτέ, ταύτα φύσιν φθαρτήν έχει, και οίά τε εξαφανισθήναι και μη είναι έτι^ μόνος γαρ αγέννητος και άφθαρτος ο Θεός και δια τούτο Θεός εστί^ τα δε λοιπά πάντα μετά τούτον γεννητά και φθαρτά» (Αγ. Ιουστ. «Διαλ.» ε,4). Τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί Του με κανένα τρόπο. «Πάντα απέχει Θεού, ου τόπω αλλά φύσει» (Άγ. Ιω. Δαμ. «Έκδοσις…» Α’ 13). Αν και με τη λέξη «Πνεύμα» η φτωχή ανθρώπινη γλώσσα ονομάζει πολλά πράγματα, από τον Θεό μέχρι τον άνεμο και τον αέρα (ένθ. ανωτ.), όμως, με την έννοια του πραγματικά άϋλου και ασώματου μόνον ο Θεός μπορεί να ονομασθεί έτσι. Όλα τα άλλα που ονομάζονται συνήθως «πνεύματα», ο άγγελος, ο δαίμων, η ψυχή, καταχρηστικά και σχετικά φέρουν αυτό το όνομα, αφού με κανένα τρόπο δεν μπορούν να συγκριθούν με το μόνο πνεύμα, τον Θεό. Τα λέμε έτσι συμβατικά για να τονισθεί η διαφορά τους από τα παχύτερα δημιουργήματα παρ’ όλον ότι, στην πραγματικότητα, είναι και αυτά σωματικά και υλικά. «Έκαστον γαρ κατά την ιδίαν φύσιν σώμά εστιν, ο άγγελος, η ψυχή, ο δαίμων^ ότι καν λεπτά ώσιν, όμως εν υποστάσει και χαρακτήρι και εικόνι, κατά την λεπτότητα της φύσεως αυτών, σώματα τυγχάνει λεπτά» (Αγίου Μακ. Αιγ. «Ομιλ. Πνευμ.» 4). Ο άγγελος «ασώματος λέγεται και άυλος, όσον προς ημάς^ πάν γαρ συγκρινόμενον προς Θεόν τον μόνον ασύγκριτον παχύ τε και υλικόν ευρίσκεται, μόνον γαρ όντως άυλον το θείον εστί και ασώματον» (Άγ. Ιω. Δαμ. «Έκδοσις…» Β’ 3). Αν λοιπόν οι «ασώματοι και άϋλοι» άγγελοι και οι ανθρώπινες ψυχές είναι όντα υλικά και σωματικά πόσο μάλλον όλα τα άλλα δημιουργήματα. Ύλη και δημιουργία είναι ταυτόσημες έννοιες. Πνεύμα είναι μόνον ο Δημιουργός. Δεν υπάρχει πνεύμα κτιστό, εκτός εάν μιλούμε καταχρηστικά και συμβατικά. Τα έργα του Δημιουργού είναι όλα υλικά, ακριβώς επειδή τα έργα δεν είναι Θεός αλλά κάτι άλλο, που απέχει από τον Θεό κατά την φύση. Πνεύμα ο Θεός, ύλη η Κτίση, όλα τα κτιστά. «Μη κάκιζε την ύλην^ ου γαρ άτιμον ό παρά Θεού γεγένηται. Των Μανιχαίων τούτο το φρόνημα» (Αγ. Ιω. Δαμ. P.G. 94, 124SC).
ΑΘΑΝΑΣΙΑ
Την κτίση την έφερε ο Θεός στην ύπαρξη από το μηδέν, δεν έχει δική της ζωή ούτε δική της ύπαρξη. Όλα τα κτιστά, επειδή προήλθαν από το μηδέν, τείνουν στο μηδέν, τα συντηρεί όμως στο είναι η βούληση, η χάρη, η ενέργεια του Θεού, η συνεχής και αδιάκοπη, η αστείρευτη αγάπη Του. «Ο δούς Πνεύμα το τρέφον αυτήν (τη γήν), ού η πνοή ζωογονεί το πάν, ός εάν συσχή το Πνεύμα παρ’ εαυτώ εκλείψει το πάν» (Θεοφ. Αντιοχ. «Προς Αυτόλυκον» Α7΄). Τα κτίσματα, όλα τα δημιουργήματα χωρίς εξαίρεση, είναι περιγραπτά, πεπερασμένα, χρονικά, σωματικά, υλικά, από τη φύση τους θνητά «τη παντοκρατορική δυνάμει διακρατούμενα» (Αγ. Μαξ. Ομολ. «Φιλοκ.» Β 31 κη΄). Ζωή και αθανασία είναι μόνον ο Θεός. Ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι άγγελοι είναι αθάνατοι από δική τους φυσική αθανασία. «Ει δε ζή (η ψυχή), ου ζωή ούσα ζή, αλλά μεταλαμβάνουσα της ζωής… ζωής δε ψυχή μετέχει, επεί ζήν αυτήν ο Θεός βούλεται… ου γαρ ίδιον αυτής εστί το ζείν ως του Θεού (Αγ. ιουστ. Φιλ. «Διαλ.» 6). «Άγγελος τοίνυν εστιν ουσία νοερά… κατά χάριν εν τη φύσει το αθάνατον ειληφυϊα… Αθάνατος ου φύσει, αλλά χάριτι^ πάν γαρ το αρξάμενον και τελευτά κατά φύσιν» (Αγ. ιω. Δαμ. «Έκδοσις…» Β΄3). Η φυσική αθανασία είναι ιδιότης της θείας φύσεως. Κανένα κτιστό δεν μετέχει στη θεία φύση. Όσοι πιστεύουν στην φυσική αθανασία της ψυχής ή των αγγέλων είναι κρυπτο-πανθεϊσταί. «Ει γαρ αθάνατον αυτόν (τον άνθρωπο) απ’ αρχής επεποιίκει, Θεόν αυτόν επεποιήκει» (Θεοφ. Αντιοχ. «Προς Αυτόλυκον» Β 27). Η διδασκαλία ότι η ψυχή είναι από τη φύση της αθάνατη, προέρχεται από τον διάβολο (Άγ. Ειρηναίος «Έλεγχος» Γ΄ΧΧ, 1) (Βλέπε και «Ρίζες» 8, σελ.3-4). Είναι δε διαβολική η διδασκαλία ότι η ψυχή είναι ασώματη και από τη φύση της αθάνατη, όπως ο Θεός, και γιατί δίνει στα λογικά κτίσματα την εντύπωση ότι δεν χρειάζονται τον Θεό, αφού είναι δήθεν θεοί οι ίδιοι. «Άλλοι δε τινές, υποστησάμενοι αθάνατον και ασώματον την ψυχή, ούτε κακόν τι δράσαντες ηγούνται δώσειν δίκην (απαθές γαρ το ασώματον), ούτε, αθανάτου αυτής υπαρχούσης, δέοντάι τι του Θεού έτι» (Αγ. Ιουστ. «Διαλ.» 1,5) Η αναλλοίωτη και αθάνατη ύπαρξη θα δοθεί στον άνθρωπο, ψυχή και σώμα, την ημέρα της κοινής αναστάσεως. «Της μεγάλης και κοινής αναστάσεως, εις αθανασίαν γεννώσης τον άνθρωπον καθ’ ύπαρξιν αναλλοίωτον» (Αγ. Μάξ. Ομολ., PG 91, 1347-1349).
ΕΝ ΕΜΟΙ, ΤΟΥΤ’ ΕΣΤΙΝ ΕΝ ΤΗ ΣΑΡΚΙ ΜΟΥ (Ρωμ. ζ΄ 18)
Ο άνθρωπος είναι σάρκα. Σώμα και ψυχή είναι δύο όψεις του ιδίου πράγματος, της σαρκός. «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο» Ιω. α΄14). «Ίσον τω ειπείν άνθρωπος γέγονεν» (Μ. Αθανασίου, P.G. 26, 620). «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Τιμ. Α΄, γ, 16). Ανθρώπινη φύση και σάρκα είναι το ίδιο πράγμα. «Κρίνεται αυτός, προς πάσα σάρκα» (Ιερεμ. λβ΄17). «Ευλαβείσθω πάσα σαρξ από προσώπου Κυρίου» (Ζαχ. β΄17). «Ου έστιν ειρήνη πάση σαρκί» (Ιερεμ. ιβ΄12). «Πάσα σαρξ χόρτος, και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου» (Ησα└ας μ, 6). «Και ει μη εκολοβώθησαν αι ημέραι εκείναι, ουκ αν εσώθη πάσα σαρξ» (ματθ. κδ΄22). Η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή, έτσι μίλησε για τον άνθρωπο. Η διαρχική ανθρωπολογία ήταν των εθνικών, δεν ήταν των Εβραίων, ούτε των χριστιανών. Ο παλαιός και ο νέος Ισραήλ δεν ήξερε ψυχή και σώμα, πνεύμα και ύλη, ήξερε Θεό και κτίση, ήξετε τον άνθρωπος όν ενιαίο, κτίσμα, ύλη, σάρκα. Όταν η Αγία Γραφή λέγει «πάσα σαρξ» και όταν λέγει «πάσα ψυχή» εννοεί ακριβώς το ίδιο πράγμα, κάθε τι που έχει ζωή και κυρίως τον άνθρωπο. Σαρξ είναι ολόκληρος ο άνθρωπος και όχι μόνο ένα μέρος του, το ίδιο και η ψυχή. η Αγία Γραφή δεν ξέρει τον άνθρωπο να είναι πλασμένος από δύο μέρη, το ένα αθάνατο και το άλλο θνητό. Ο άνθρωπος ολόκληρος είναι θνητός, αφού είναι δημιουργημένος από το μηδέν, αλλά και ολόκληρος είναι πλασμένος για την αθανασία. Στην Ορθοδοξία οι λέξεις «ψυχή» και «σώμα» δεν έχουν την πραγματική σημασία που είχαν στην ειδωλολατρία αλλά εκφράζουν καταχρηστικά διαφορές ιδιοτήτων και λειτουργιών του ανθρωπίνου όντος. Τα ονόματα εναλλάσσονται χωρίς να δίνεται σ’ αυτά ορθολογιστικό περιεχόμενο. «Πολλά λέγει η θεία Γραφή και τίθησι καταχρηστικώς ονόματα πολλάκις… οι συνετοί συνιείσι τούτο» (Αγ. Ισαάκ Σύρ., Λογ. Πγ΄). Στην χρήση των διαφόρων λέξεων οδηγεί ο σκοπός του λόγου και η νοοτροπία των ανθρώπων που τον δέχονται, χωρίς ποτέ να ρηχαίνει η αίσθηση του μυστηρίου για το οποίο μιλάμε, γιατί οι ορθόδοξοι δεν στέκονται στις ανθρώπινες λέξεις αλλά τις ξεπερνούν. Αν οι Πατέρες τόνισαν ότι ο Χριστός, σαν άνθρωπος ήταν ψυχή και σώμα, το έκαναν εξ αιτίας της νοοτροπίας των εθνικών, για να μη νομίσουν ότι ο Χριστός δεν έγινε ολόκληρος και τέλειος άνθρωπος αλλά, σαρκούμενος, πήρε μόνο σώμα χωρίς ψυχή. Αν δεν έχουμε υ’ όψη μας αιρέσεις σαν αυτή του Απολλιναρίου δεν καταλαβαίνουμε τον σκοπό των Πατέρων και των λέξεων που χρησιμοποίησαν, και εύκολα τους παρεξηγούμε, ότι είχαν δήθεν ελληνιστική ανθρωπολογία. Οι Πατέρες μιλούσαν σ’ ένα κόσμο χαραγμένο βαθιά από τις πλατωνικές και ορφικές αντιλήψεις, που σιχαινόταν το σώμα, το θεωρούσε φυλακή της ψυχής και έβλεπε την ανάσταση σαν αιώνια φυλάκιση στον κόσμο της ύλης, ένα κόσμο που αδυνατούσε να καταλάβει τον σεβασμό των χριστιανών και την αγάπη τους προς το έργο του Θεού, την ύλη, και που περιφρονητικά ονόμαζε τους Χριστιανούς, «το φιλοσώματον γένος» (Κέλσος), και είχε σαν ιδανικό του την τελική απόλυτη αποπνευμάτωση. Ο Πλωτίνος ντρεπόταν για το σώμα του γι’ αυτό δε μίλησε ποτέ για τους γονείς του ή για την πατρίδα του και δεν δέχθηκε ποτέ να κάνουν το πορτραίτο του. Ο Αυγουστίνος ομολόγησε στις «εξομολογήσεις» ότι αν δίσταζε τόσα χρόνια να γίνει χριστιανός ήταν γιατί η αποστροφή του προς το σώμα τον εμπόδιζε να ασπασθεί την πίστη στη Σάρκωση. Κακό ήταν γι’ αυτούς η ακαθαρσία της ύλης και του σώματος και όχι η διαστροφή της θέλησης. Μέχρι τώρα ακόμη, οι περισσότεροι «χριστιανοί» δεν μπόρεσαν να θεραπευθούν απ’ αυτήν την αρχαία αρρώστια, παρ’ όλη τη διδασκαλία των Πατέρων, γιατί διαβάζουν το κήρυγμά τους φορώντας ελληνιστικά γυαλιά. Δεν μας φταίει η σάρκα, το σώμα, η ύλη, διδάσκου οι Πατέρες, μας φταίει η φθορά. Άλλο το σώμα και άλλο η φθορά. Το σώμα μπορεί να είναι τώρα φθαρτό δεν είναι όμως φθορά, μπορεί τώρα να πεθαίνει, δεν είναι όμως θάνατος. Το σώμα είναι έργο του Θεού. Την φθορά και τον θάνατο τον έφερε η κακή μας πρόθεση, η αμαρτία που μας απομάκρυνε από τον ζωοδότη Κύριο. Η μέλλουσα ζωή δεν καταστρέφει το σώμα αλλά την φθορά και τον θάνατο. Ο άνθρωπος «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία» (Κορ. Α΄ ιε΄42). Το μυστήριο του θανάτου, της ταφής, της διατήρησης της προσωπικότητάς μας στον τάφο, και της τελικής ανάστασης δεν το περιγράφουν οι Πατέρες με ελληνιστικές εικόνες, αλλά με την εικόνα της σποράς του Αποστόλου Παύλου. «Όπως ο σπόρος που πετιέται στη γη, δεν χανόμαστε όταν πεθαίνουμε, αλλά έχοντας φυτευτεί ανασταινόμαστε» (Αγ. Αθαν. «Περί Αναστάσεως» 21 PG 25,123). Δεν χανόμαστε στον τάφο όπως δεν χάνεται το σιτάρι όταν φυτεύεται στη γη. Η διάλυση του ανθρώπου μέσα στη γη είναι, με τη δύναμη του Θεού, κάτι σαν την διάλυση του φυτεμένου σπόρου, δεν εξαφανίζεται, μεταμορφώνεται. Φυτεύεται μέσα στο Σύμπαν η εικόνα του Θεού, για να φέρει μαζί της και το Σύμπαν στην αφθαρσία. Κάμε μνήμα είναι και ένα μόσχευμα αφθαρσίας. Μεγάλη η ιερότητα των κοιμητηρίων. Η γενική Ανάσταση είναι καίριο άρθρο της πίστεώς μας. Και είναι τόσο σοβαρό το ζήτημα ώστε οι Πατέρες λέγουν ότι, όσους δεν έχουν την ορθόδοξη περί ανθρώπου και θανάτου αντίληψη, αλλά την περί ψυχής ειδωλολατρική να μην τους δεχόμαστε σαν χριστιανούς: «οι και λέγουσι μη είναι νεκρών ανάστασιν, αλλ’ άμα τω αποθανείν τάς ψυχάς αυτών αναλαμβάνεσθαι εις ουρανόν, μη υπολαμβάνετε αυτούς χριστιανούς» (Αγ. Ιουστ. Φιλ. «Διαλ.» 80, PG 6, 665).
ΤΟ ΤΩΝ ΟΛΩΝ ΣΥΝΕΚΤΙΚΩΤΑΤΟΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΝ
Τα κτίσματα μετέχουν σ’ ένα φάσμα ιδιοτήτων και λειτουργιών, σε μια διαβάθμιση χαρισμάτων, που άλλα είναι χαρακτηριστικά των ζώων, των φυτών, των λίθων και άλλα χαρακτηριστικά των αγγέλων. Και τα μεν ζώα δεν έχουν τι ιδιότητες των αγγέλων, ούτε οι άγγελοι τις λειτουργίες των ζώων. Μόνον ο άνθρωπος έχει ιδιότητες, χαρίσματα και λειτουργίες που απλώνονται και αντιπροσωπεύουν όλη την κλίμακα της κτίσεως. Αυτή την αγγελική και ζωική όψη του ανθρώπου αποδίδουν οι Πατέρες με τις καθιερωμένες αρχαίες λέξεις «ψυχή» και «σώμα». Δεν πρόκειται καθόλου για δυϊσμό φύσεων και ουσιών, για κάποια σύνθεση στον άνθρωπο της φυσικής θνητότητας (σώμα) και της φυσικής αθανασίας (ψυχή), όπως στην πλατωνική ανθρωπολογία. Η σωματική (φαινομένη) και η νοερά (μη φαινομένη) όψη του ανθρώπου αποτελούν δύο πλευρές του ιδίου πράγματος, μία επιφάνεια κι ένα βάθος. «Δύο γνωρίζω ανθρώπους, ένα τον φαινόμενον και ένα τον υποκεκρυμμένον τω φαινομένω, αόρατον, τον έσω άνθρωπον» (Αγ. Γρηγ. Νύσ. PG 44, 264). Παρ’ όλη πάντως την ποικιλία λειτουργιών και ιδιοτήτων, ο άνθρωπος και όλα τα κτιστά, σαν μια αδιάσπαστη αλυσίδα, χαρακτηρίζονται από ενότητα και συνοχή, γι’ αυτό η πτώση των αγγέλων παρέσυρε στην πτώση τους ανθρώπους, και οι άνθρωποι με την δική τους πτώση παρέσυραν την υπόλοιπη κτίση στη φθορά. Ο άνθρωπος, έχοντας τις ιδιότητες όλων των κτιστών, είναι κεντρικό δημιούργημα, κτίσμα που ανακεφαλαιώνει ολόκληρη την κτίση, συνεκτικός δεσμός ολόκληρης της Δημιουργίας «ώσπερ τι των όλων συνεκτικώτατον εργαστήριον… οιονεί σύνδέσμός τις φυσικός (των πάντων)» (Αγ. Μάξ. PG 91, 1305 ΑΒ). Γι’ αυτό και ο Λόγος του Θεού, για να ενωθεί με την κτίση Του και να της μεταγγίσει την αιώνια ζωή της Θεότητος, δεν έγινε άγγελος αλλά άνθρωπος. Έτσι αγκάλιασε την κτίση ολόκληρη. Από τον Θεό η ενέργεια της ζωής και της αθανασίας δόθηκε, εν Χριστώ αναστάντι, στον άνθρωπο, και από τον άνθρωπο στους αγγέλους. «Χαίρεις (Παναγία) μετά Θεόν η Θεός… αμέσως η δεδομένη των εκ Θεού δωρεών το πλήρωμα όλον και εις άπαντας, αγγέλους ανθρώπους τε, τούτο διαπορθμεύουσα» (Αγ. Ανδρ. Κρήτης). Αν ο άνθρωπος δεν ήταν μία ενιαία φύση αλλά δύο, μία αθάνατη ψυχή και ένα θνητό σώμα, τότε, όντας σχισμένος στα δύο ο ίδιος, αντί να ενώνει θα χώριζε την κτίση φέρνοντας μέσα της το δικό του χάσμα, το χάσμα ανάμεσα στην θνητότητα και στην αθανασία. Αλλά ο άνθρωπος είναι μία ενιαία φύση, και αυτή η φύση είναι ολόκληρη καλεσμένη στην ανάσταση και την αθανασία. «Κέκληκε δε ο Θεός εις ζωήν και ανάστασιν τον άνθρωπον, ου το μέρος αλλά το όλον κέκληκεν, όπερ εστι την ψυχήν και το σώμα.. Πώς ούν τους νεκρούς ανέστησε; Πότερον τάς ψυχάς ή τα σώματα; Αλλά δήλον ότι αμφότερα» (Αγ. Ιουστ. Φιλ. «Περί Αναστάσεως» η΄-θ΄). Δεν προσδοκούμε ανάστασιν σωμάτων αλλ’ ανάστασιν νεκρών.