ΡΙΖΕΣ ΤΕΥΧΟΣ 10 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1984
Ο ΜΟΝΟΓΕΝΗΣ ΥΙΟΣ ΕΞΗΓΗΣΑΤΟ
Τον Θεό τον γνωρίσαμε επειδή Εκείνος θέλησε να μας αποκαλυφθεί με την ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου Του. «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε, ο μονογενής υιός ο ών εις τον κόλπον του Πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (Ιωάνν. α’ 18). «Θεόν ανθρώποις ιδείν αδύνατον, όν ου τολμά αγγέλων ατενίσαι τα τάγματα. Διά σου δε Πάναγνε ωράθη βροτοίς, Λόγος σεσαρκωμένος» (Μ. Ευχολ.). Τόσο οι πρό Χριστού όσο και οι μετά Χριστόν «δι’ αυτού πιστεύομεν εις Θεόν» (Πέτρου Α΄ α’ 21).
ΠΕΡΙ ΓΑΡ ΕΜΟΥ ΜΩΥΣΗΣ ΕΓΡΑΨΕΝ
Επικρατεί σε πολλούς η εντύπωση ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, ο Γιαχβέ, είναι δήθεν ο Θεός Πατήρ. Όμως ο Χριστός λέγει στους Εβραίους γιά τον Πατέρα Του: «Ούτε φωνήν αυτού ακηκόατε πώποτε ούτε είδος αυτού εωράκατε» (Ιωάνν. ε’ 37). Ποιόν είδαν τότε οι Πατριάρχαι και οι Προφήται, γιά ποιόν Θεό μιλάει η Παλαιά Διαθήκη; Το λέγει ο ίδιος: «Ερευνάτε τάς γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν^ και εκείναί εισιν αι μαρτυρούσαι περί εμού». Γιά μένα, λέγει, γράφει η Παλαιά Διαθήκη που μελετάτε. Και μη λέτε ότι πιστεύετε στον Μωϋσή. «Ει γάρ επιστεύετε Μωϋσεί, επιστεύετε αν εμοί^ περί γάρ εμού Εκείνος έγραψεν» (Ιωάνν. ε’ 46). Κανένας δεν είδε ποτέ τον Πατέρα εκτός μόνον από τον ομοούσιό Του Υιό. «Ουχ ότι τον Πατέρα τις εώρακεν, ει μη ο ών παρά του Θεού, ούτος εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάνν. στ’ 46). Τον Χριστό λοιπόν είδαν και μ’ Εκείνον μίλησαν οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτό έγινε δυνάμει της μελλούσης σαρκώσεώς Του. Και ας μήν απορεί κανείς γι’ αυτό το μυστήριο. Γιατί η σάρκωση είναι μέν κάθοδος του Θεού σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, πλήν όμως ο Δημιουργός δεν δεσμεύεται και δεν περιορίζεται από τα δημιουργήματά Του, αλλά είναι πανταχού παρών και στον τόπο και στον χρόνο, η δε ενανθρώπιση δεν είναι μόνον ιστορικό αλλά και οντολογικό γεγονός που αφορά όλη τη δημιουργία παρελθούσα και μέλλουσα, όπως και η πτώση του πρώτου Αδάμ. «Βλέπεις ότι και ο Προφήται τότε έβλεπον τον Χριστόν, αλλά καθό εχώρουν έκαστος» (Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατήχησις δεκάτη).
Ο ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
Στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης ο Θεός που εμφανίζεται και μιλάει στους δικαίους ονομάζεται πολύ συχνά «Άγγελος». «Και είπε μοι ο άγγελος του Θεού καθ’ ύπνον: Ιακώβ^ εγώ δε είπα^ τι εστί; και είπεν… εγώ ειμι ο Θεός ο οφθείς σοι εν τόπω Θεού, ού ήλειψάς μοι εκεί στήλην και ηύξω μοι εκεί ευχήν» (Γεν. Λα, 11,13). Την εξήγηση μας την δίνει ο Θεοδώρητος «εις τα άπορα» (τόμος 1, ερώτ. πθ’ σ. 50): «Εγώ ειμί, φησίν ο Θεός, ο οφθείς σοι εν τη οδώ^ είδε δε αγγέλους μέν ανιόντας και κατιόντας δια της κλίμακος, τον δε Κύριον άνω εστηριγμένον^ τούτον ενταύθα και άγγελον ονόμασε και Θεόν. Θεόν μεν, τούτο την φύσιν όντα^ άγγελον δε ίνα γνώμεν ως ουχ ο Πατήρ εστιν ο οφθείς, αλλ’ ο Μονογενής Υιός^ τίνος γάρ άγγελος ο Πατήρ; ο δε Υιός, και Θεός, και μεγάλης βουλής άγγελος^ αυτός γαρ ημίν απήγγειλε του Πατρός τα μυστήρια^ ά γαρ ήκουσα, φησί, παρά του Πατρός μου, εγνώρισα υμίν^ ούτω και τον κεκληκότα τον Αβραάμ και άγγελον ονόμασε και Θεόν». Ο Χριστός είναι ο απεσταλμένος του Πατρός, ο Μεγάλης Βουλής άγγελος, ο «ο απόστολος», όπως τον ονομάζει η προς Εβραίους Επιστολή (γ’ 1), ο Θεός και της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. «Κλίμακα έφη εωράσθαι αυτώ (τω Ιακώβ) και τον Θεόν επ’ αυτής εστηρίχθαι η Γραφή δεδήλωκε^ και ότι ουχ ο Πατήρ ήν, από των Γραφών απεδείξαμεν» (Άγ. Ιουστίνος ο Φιλόσοφος, Διάλογος προς Τρύφωνα §36). «Ότι παιδίον εγενήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν… και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ησαΐας θ’ 6). «Τέρπου και ευφραίνου, θύγατερ Σιών, διότι ιδού εγώ έρχομαι και κατασκηνώσω εν μέσω σου, λέγει Κύριος… και επιγνώση ότι Κύριος παντοκράτωρ εξαπέσταλκέ με προς σε» (Ζαχ. Β’ 14-15). Έρχεται ο Κύριος, τον οποίον στέλνει ο Κύριος, έρχεται ο Υιός τον οποίον στέλνει ο Πατήρ. «Και εξαίφνης ήξει εις τον ναόν εαυτού Κύριος, όν υμείς ζητείτε, και ο Άγγελος της διαθήκης, όν υμείς θέλετε^ ιδού έρχεται, λέγει Κύριος παντοκράτωρ» (Μαλαχ. Γ’ 1).
Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΣΤΙΑΤΩΡΙΑ
«‘Ωφθη σοι Χριστός, ώ θαυμάσιε, υπ’ αγγέλων δορυφορούμενος δύο». Ο Χρυσόστομος εδώ (PG 56, 546) αναφέρεται στην επίσκεψη του Αβραάμ, τότε που είχε τη σκηνή του στη Δρύ του Μαμβρή. Ο Άγιος Θεόδωρος Εδέσσης εξηγεί ότι η αγάπη του Αβραάμ προς κάθε ξένο που περνούσε τον αξίωσε να φιλοξενήσει και τον Θεό: «Διό δη και της θαυμαστής εκείνης εστιατωρίας, κατηξιώθη, ξενίσας αγγέλους και τον των όλων Δεσπότην» (Φιλοκ. Α’ σ. 320 πε). Αλλά ο Θεός είχε σαφώς ανθρωπίνη μορφή. «‘Ωφθη δε αυτώ ο Θεός πρός τη δρυΐ τη Μαμβρή καθημένου αυτού επί της θύρας της σκηνής αυτού μεσημβρίας. Αναβλέψας δε τοις οφθαλμοίς αυτού είδέ, και ιδού τρεις άνδρες ειστήκεισαν επάνω αυτού» (Γεν. Ιη’ 1-2). «Θεόν υπεδέξατο (η Σάρρα) εν ανθρωπίνη μορφή, συν δυσίν αρχαγγέλοις» ψάλλει ο Άγ. Ρωμανός ο Μελωδός (Sancti Romani Melodi Cautica, Oxford, 1963 σ. 279). Στη συνέχεια του κειμένου της Γενέσεως βλέπουμε «τους δύο (άνδρες) οίτινες άγγελοι τω όντι ήσαν…» (Άγ. Ιουστίνος ο Φιλόσ., Διαλ. 57,2). Να αποστέλονται από τον Κύριο στα Σόδομα, προς τον Λώτ, ενώ Εκείνος συνεχίζει τη συνομιλία Του με τον Αβραάμ. «Θεός μετά αγγέλων… Και οι μεν άγγελοι απήεσαν καθώς ενετάλθησαν, ο δεσπότης δε συν τω δικαίω…» (Άγ. Νεόφυτος ο Έγκλειστος, Λόγ. ΙΔ). Μόνον ο Χριστός θα μπορούσε να εμφανισθεί σαν Θεός και σαν άνθρωπος. Ο Αβραάμ όμως «ουκ ήδει ότι τον Χριστόν εδέχετο^ ουκ ήδει, ότι αγγέλους… (Άγ. Ιωάνν. ο Χρυσόστομος p.g. 60, 320). «Ήλθον δε, φησιν, οι δύο άγγελοι, εις Σόδομα εσπέρας… Ο μέν κηδεμών και φιλάνθρωπος Θεός … σχήματι ανθρώπου τότε οφθείς παρέμενε τω Πατριάρχη διαλεγόμενος… οι δε άγγελοι ώρμησαν επί τα Σόδομα, το επιταχθέν πληρώσαντες» (Χρυσόστομος P.G. 54, 396).
ΕΠΑΛΑΙΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕΤ ΑΥΤΟΥ
Αλλά και ο Ιακώβ συνάντησε τον Χριστό και πάλεψε μαζί του (Γεν. Λβ’ 24-31). «Υπελείφθη δε Ιακώβ μόνος, και επάλαιεν άνθρωπος μετ’ Αυτού έως πρωΐ». Και δεν τον άφηνε ο Ιακώβ αν πρώτα δεν τον ευλογήσει. «Και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου εκείνου, Είδος Θεού^ είδον γάρ Θεόν πρόσωπον πρός πρόσωπον, και εσώθη μου η ψυχή». «Τίνος ένεκεν παλαίει τω Ιακώβ ο άγγελος;…» ρωτάει ο Θεοδώρητος «εις τα άπορα». Και συνεχίζει: «Δια τούτο και ερωτήσας τίνα προσηγορίαν είχεν, ου μόνον διαμαρτάνει της αιτήσεως, αλλά και επιπλήττεται, ως υπερβάς τα μέτρα της φύσεως. Ίνα τι γάρ ερωτάς, φησι, το όνομά μου; Και τούτο εστι θαυμαστόν^ επισημαντέον δε κανταύθα, ως τον αυτόν και άνθρωπον εκάλεσε και Θεόν… διά τούτων δε πάντων μανθάνομεν, ως ο μονογενής υιός του Θεού και Θεός επεφάνη κανταύθα τω Ιακώβ» (Τόμ.1, ερ.92, σ.52).
Η ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΚΑΙ ΜΗ ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΒΑΤΟΣ
Στις εικόνες του Χριστού, μέσα στο φωτοστέφανο, υπάρχει σταυρός με τις λέξεις «Ο ‘Ων». Αυτό γιατί όταν ο Μωϋσής ρώτησε τον Θεό, που εμφανίσθηκε σ’ αυτόν μέσα στη φλεγόμενη βάτο, ποιο είναι το όνομά Του, Εκείνος είπε^ «Εγώ ειμί ο ων» (Έξοδ.γ’ 14). Η φλεγομένη και μη καιομένη βάτος προτύπωνε την Παναγία, που έφερε μέσα της το πυρ της Θεότητος, τον Χριστό, χωρίς να καεί. «Εν Σιναίω τω όρει κατείδε εν τη βάτω Μωϋσής, την αφλέκτως το πυρ της θεότητος, συλλαβούσαν εν γαστρί» (Ειρμός της θ’ ωδής της Υπαπαντής). Επομένως και από την βάτο ο Χριστός μιλάει στον Μωϋσή. «‘Ωφθη δε αυτώ άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ του βάτου… Ως δε είδέ Κύριος ότι προσάγει ιδείν, εκάλεσεν αυτόν ο Κύριος εκ του βάτου λέγων^ Μωϋσή, Μωϋσή.. Και είπεν^ εγώ ειμι ο Θεός του πατρός σου, Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ. Απέστρεψε δε Μωϋσής το πρόσωπον αυτού^ ευλαβείτο γάρ καταβλέψαι ενώπιον του Θεού» (Έξοδ. Γ’ 2-6). Κι’ εδώ ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος που είναι ο Θεός, του Αβράμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. «Ίνα δε γνώς, ότι ούτος (ο Χριστός) εστιν ο τω Μωϋσεί οφθείς, δέξαι μαρτυρίαν Παύλου λέγοντος^ «έπινον γάρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας^ η δε Πέτρα ήν ο Χριστός»» (Α’ Κορ. Ι’ 1-4). Και πάλιν^ «Πίστει Μωϋσής κατέλιπεν Αίγυπτον», και μετ’ ολίγα φυσί^ «Κρείττονα πλούτον ηγησάμενος τον ονειδισμόν του Χριστού των εν Αιγύπτω θησαυρών» (Εβρ. Ια’ 23-27)… Βλέπεις ότι και οι Προφήται τότε έβλεπον τον Χριστόν, αλλ’ καθό εχώρουν έκαστος» (Κυρίλλου, Ιεροσολύμων, Κατήχησις δεκάτη).
Ο ΕΝ ΘΑΛΑΣΣΗ ΣΩΣΑΣ ΚΑΙ ΕΝ ΕΡΗΜΩ ΘΡΕΨΑΣ
«Ου θέλω δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, ότι οι πατέρες ημών πάντες… το αυτό βρώμα πνευματικόν έφαγον, και πάντες το αυτό πόμα πνευματικόν έπιον^ έπινον γάρ εκ πνευματικής ακολουθούσης πέτρας, η δε πέτρα ήν ο Χριστός» (Α’ Κορ. Ι’ 1-4). Έπιναν, λέει, οι τότε, από το νερό της πέτρας που ακολουθούσε, έπιναν στό παρόν ό,τι θά ερχόταν, με την Σάρκωση στό μέλλον, και το έπιναν δυνάμει της μελλούσης σαρκώσεως. «Μηδέ εκπειράζωμεν τον Χριστόν, καθώς και τινες αυτών επείρασαν και υπό των όφεων απώλοντο»(Α’ Κορ. Ι’ 9). Τον Χριστό λοιπόν «επείρασαν» τότε οι Ιουδαίοι στην έρημο. «Μη πλανάσθε Ιουδαίοι, ούτος εστιν ο εν θαλάσσει σώσας και εν ερήμω θρέψας». «Λαός μου, τι εποίησά σοι και τι μοί ανταπέδωκας; Αντί του μάννα χολήν, αντί του ύδατος όξος, αντί του αγαπάν με, σταυρώ με προσηλώσατε». «Τι υμάς ελύπησα; ή εν τίνι παρώργισα; Πρό εμού τις υμάς ερρύσατο εκ θλίψεως; Και νύν τι μοι ανταποδίδετε; Πονηρά αντί αγαθών^ αντί στύλου πυρός, σταυρώ με προσηλώσατε^ αντί νεφέλης, τάφον μοι ωρύξατε» (Ακολουθίες της Μεγ. Εβδομάδος). «Και θήσω την σκηνή μου εν υμίν, και ου βδέλύξεται η ψυχή μου υμάς, και εμπεριπατήσω εν υμίν^ και έσομαι υμών Θεός, και υμείς έσεσθέ μοι λαός. Εγώ ειμι Κύριος ο Θεός υμών, ο εξαγαγών υμάς εκ της Αιγύπτου» (Λευιτικόν κστ’ 11-13). «Ίδετε, ίδετε, ότι εγώ ειμί ο Θεός υμών ο εν θαλάσση σώσας λαόν, καί εν ερήμω θρέψας αυτόν, και άνθρωπος γεγονώς, ίνα σώσω το γένος των ανθρώπων» (Ειρμοί του Α’ ήχου, ωδή β). «Ου πρέσβυς ουδέ άγγελος, αλλ’ αυτός Κύριος, έσωσεν αυτούς διά το αγαπάν αυτούς και φείδεσθαι αυτών» (Ησαΐας ξγ’ 9).
ΠΡΟ ΓΑΡ ΕΙΔΟΝ ΣΩΜΑΤΟΥΜΕΝΟΝ ΘΕΟΝ
«Και εγένετο του ενιαυτού, ού απέθανεν Οζίας ο βασιλεύς, είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου… και Σεραφίμ ειστήκεισαν κύκλω αυτού… και έλεγον^ Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης πάσα η γή της δόξης αυτού.. » (Ησαΐαςστ’ 1-3) «Ταύτα είπεν Ησαΐας ότε είδε την δόξαν αυτού και ελάλησε περί αυτού (του Χριστού)» (Ιωάν. ιβ’ 41). «Ως είδέν Ησαΐας συμβολικώς, εν θρόνω επηρμένω Θεόν, υπ’ αγγέλων δόξης δορυφορούμενον, ώ τάλας, εβόα, εγώ. Πρό γάρ είδον σωματούμενον Θεόν φωτός ανεσπέρου και ειρήνης δέσπόζοντος» (Καταβασίες Υπαπαντής). Είδα, λέει, τον σαρκωθέντα Θεό πρό της εν χρόνω σαρκώσεώς Του. «Τούτον τον θρόνον πρό της ενσάρκου παρουσίας του Σωτήρος εωρακώς ο προφήτης φησιν Ησαΐας. «Είδον τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου» (Ησ. στ’ 1) και τα εξής. Τον Πατέρα μέν γάρ ουδείς εώρακε πώποτε (Ιωάνν. α’ 18) ο δε τω προφήτη τότε φανείς, Υιός ήν» (Κύριλλος, Κατήχησις 14).
ΤΟΝ ΕΝ ΠΥΡΙ ΔΡΟΣΙΣΑΝΤΑ ΠΑΙΔΑΣ
Όλες οι εμφανίσεις του Θεού, στην Παλαιά Διαθήκη, είναι εμφανίσεις του σαρκωθέντος Υιού. «Ο Παλαιός των ημερών», που είδε σε όραμα ο Προφήτης Δανιήλ, «παιδίον γέγονεν ημίν» (Ακολουθία της Υπαπαντής). Η εικόνα των τριών παίδων εν τη καμίνω έχει τον Χριστό σαν Άγγελο πάνω από τα τρία παιδιά με τα γράμματα Ις Χς. «Σε τον εν πυρί δροσίσαντα παίδας θεολογίσαντας, και Παρθένω ακηράτω ενοικήσαντα, Θεόν λόγον υμνούμεν..» (Ωδή Ζ). Η εικόνα έχει τον Αδάμ καθήμενον με υψωμένα τα χέρια και μπροστά του όρθιο τον Χριστό να του στέλνει στό πρόσωπο, σαν ακτίνα το εμφύσημα, την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. «Ο εκ πλευράς διαπλάσας Εύαν το πρίν.. σάρκα περιβάλλεται» (Μέγα Ευχολόγιο, σ.408). Η αμαρτωλή γυναίκα σκουπίζει με τα μαλλιά της τα πόδια του Χριστού, των οποίων τα βήματα μετά την παρακοή «Εύα εν τω παραδείσω το δειλινόν κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα τω φόβω εκρύβη» (Τροπάριο της Κασσιανής).
ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΘΕΟΣ Ο ΠΑΛΑΙ
«Ίδετε, ίδετε ότι εγώ ειμι ο Θεός ο πάλαι τον Ισραήλ εν ερυθρά θαλάσση διαγαγών, και θρέψας και σώσας και εκ δουλείας πικράς ελευθερώσας Φαραώ» (Β΄ Ωδή πλ. Δ). «Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον, φάτνη κρυπτόμενον, κτείναι ζητεί ο Ηρώδης..» (Ειρμός πλ. Β’ Ωδή Α). «Ουδείς, φησιν, όψεται το πρόσωπό μου και ζήσεται. Διά τούτο τοίνυν, επειδή το της θεότητος πρόσωπον ουδέίς ηδύνατο ιδείν ζών, ανέλαβε το της ανθρωπότητος πρόσωπον, ίνα τούτο ιδόντες ζήσωμεν» (Κύριλλος Ιεροσ. Κατήχησις δεκάτη).
Λόγω της σοβαρότητος που έχει το θέμα εκτός των άλλων και για την αντιμετώπιση των αιρετικών, και μάλιστα των Χιλιαστών, συνιστούμε την μελέτη της εγασίας του Αγίου Νεκταρίου: «Περί του Ιεχωβά του αποκαλυφθέντος Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη ότι εστιν ο Υιός και Λόγος του Θεού και ουχί ο Πατήρ» Ορθόδ. Ιερά Κατήχησις (Εκδ. Ρηγόπ. σ.246).
Ὁ Μονογενὴς Υἱὸς ἐξηγήσατο
Ἀλεξάνδρου Καλόμοιρου
Τὸν Θεὸ τὸν γνωρίσαμε ἐπειδὴ Ἐκεῖνος θέλησε νὰ μᾶς ἀποκαλυφθεῖ μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου Του. «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε, ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο»1. «Θεὸν ἀνθρώποις ἰδεῖν ἀδύνατον, ὃν οὐ τολμᾷ ἀγγέλων ἀτενίσαι τὰ τάγματα. Διὰ σοῦ δὲ Πάναγνε ὡράθη βροτοῖς, Λόγος σεσαρκωμένος»2. Τόσο οἱ πρὸ Χριστοῦ ὅσο καὶ οἱ μετὰ Χριστὸν «δι’ αὐτοῦ πιστεύομεν εἰς Θεόν»3.
Περὶ γὰρ ἐμοῦ Μωϋσῆς ἔγραψεν
Ὁ Χριστὸς λέγει στοὺς Ἑβραίους γιὰ τὸν Πατέρα Του: «Οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε»4. Ποιὸν εἶδαν τότε οἱ Πατριάρχαι καὶ οἱ Προφῆται, γιὰ ποιὸν Θεὸ μιλάει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη; Τὸ λέγει ὁ ἴδιος: «Ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ». Γιὰ μένα, λέγει, γράφει ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ποὺ μελετᾶτε. Καὶ μὴ λέτε ὅτι πιστεύετε στὸν Μωϋσῆ. «Εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν»5. Κανένας δὲν εἶδε ποτὲ τὸν Πατέρα ἐκτὸς μόνον ἀπὸ τὸν ὁμοούσιό Του Υἱό. «Οὐχ ὅτι τὸν Πατέρα τις ἑώρακεν, εἰ μὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἑώρακε τὸν Πατέρα»6. Τὸν Χριστὸ λοιπὸν εἶδαν καὶ μ’ Ἐκεῖνον μίλησαν οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτὸ ἔγινε δυνάμει τῆς μελλούσης σαρκώσεώς Του. Καὶ ἂς μὴν ἀπορεῖ κανεὶς γι’ αὐτὸ τὸ μυστήριο. Γιατὶ ἡ σάρκωση εἶναι μὲν κάθοδος τοῦ Θεοῦ σὲ συγκεκριμένο τόπο καὶ χρόνο, πλὴν ὅμως ὁ Δημιουργὸς δὲν δεσμεύεται καὶ δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὰ δημιουργήματά Του, ἀλλὰ εἶναι πανταχοῦ παρὼν καὶ στὸν τόπο καὶ στὸν χρόνο, ἡ δὲ ἐνανθρώπιση δὲν εἶναι μόνον ἱστορικὸ ἀλλὰ καὶ ὀντολογικὸ γεγονὸς ποὺ ἀφορᾶ ὅλη τὴ δημιουργία παρελθοῦσα καὶ μέλλουσα, ὅπως καὶ ἡ πτώση τοῦ πρώτου Ἀδάμ. «Βλέπεις ὅτι καὶ οἱ Προφῆται τότε ἔβλεπον τὸν Χριστόν, ἀλλὰ καθὸ ἐχώρουν ἕκαστος»7.
Ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος
Στὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁ Θεὸς ποὺ ἐμφανίζεται καὶ μιλάει στοὺς δικαίους ὀνομάζεται πολὺ συχνὰ «Ἄγγελος». «Καὶ εἶπέ μοι ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ καθ’ ὕπνον· Ἰακώβ· ἐγὼ δὲ εἶπα· τί ἐστι; καὶ εἶπεν… ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὁ ὀφθείς σοι ἐν τόπῳ Θεοῦ, οὗ ἤλειψάς μοι ἐκεῖ στήλην καὶ ηὔξω μοι ἐκεῖ εὐχήν»8. Τὴν ἐξήγηση μᾶς τὴν δίνει ὁ Θεοδώρητος «εἰς τὰ ἄπορα»9: «Ἐγώ εἰμι, φησὶν ὁ Θεός, ὁ ὀφθείς σοι ἐν τῇ ὁδῷ· εἶδε δὲ ἀγγέλους μὲν ἀνιόντας καὶ κατιόντας διὰ τῆς κλίμακος, τὸν δὲ Κύριον ἄνω ἐστηριγμένον· τοῦτον ἐνταῦθα καὶ ἄγγελον ὀνόμασε καὶ Θεόν. Θεὸν μὲν, τοῦτο τὴν φύσιν ὄντα· ἄγγελον δὲ ἵνα γνῶμεν ὡς οὐχ ὁ Πατήρ ἐστιν ὁ ὀφθείς, ἀλλ’ ὁ Μονογενὴς Υἱός· τίνος γὰρ ἄγγελος ὁ Πατήρ; ὁ δὲ Υἱός, καὶ Θεός, καὶ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος· αὐτὸς γὰρ ἡμῖν ἀπήγγειλε τοῦ Πατρὸς τὰ μυστήρια· ἃ γὰρ ἤκουσα, φησί, παρὰ τοῦ Πατρός μου, ἐγνώρισα ὑμῖν· οὕτω καὶ τὸν κεκληκότα τὸν Ἀβραὰμ καὶ ἄγγελον ὀνόμασε καὶ Θεόν». Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Πατρός, ὁ Μεγάλης Βουλῆς ἄγγελος, «ὁ ἀπόστολος», ὅπως τὸν ὀνομάζει ἡ πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ (γ΄ 1), ὁ Θεὸς καὶ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης. «Κλίμακα ἔφη ἑωρᾶσθαι αὐτῷ (τῷ Ἰακώβ) καὶ τὸν Θεὸν ἐπ’ αὐτῆς ἐστηρίχθαι ἡ Γραφὴ δεδήλωκε· καὶ ὅτι οὐχ ὁ Πατὴρ ἦν, ἀπὸ τῶν Γραφῶν ἀπεδείξαμεν»10. «Ὅτι παιδίον ἐγενήθη ἡμῖν, υἱὸς καὶ ἐδόθη ἡμῖν… καὶ καλεῖται τὸ ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, θαυμαστὸς σύμβουλος, Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»11. «Τέρπου καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Σιών, διότι ἰδοὺ ἐγὼ ἔρχομαι καὶ κατασκηνώσω ἐν μέσῳ σου, λέγει Κύριος… καὶ ἐπιγνώσῃ ὅτι Κύριος παντοκράτωρ ἐξαπέσταλκέ με πρὸς σέ»12. Ἔρχεται ὁ Κύριος, τὸν ὁποῖον στέλνει ὁ Κύριος, ἔρχεται ὁ Υἱὸς τὸν ὁποῖον στέλνει ὁ Πατήρ. «Καὶ ἐξαίφνης ἥξει εἰς τὸν ναὸν ἑαυτοῦ Κύριος, ὃν ὑμεῖς ζητεῖτε, καὶ ὁ Ἄγγελος τῆς διαθήκης, ὃν ὑμεῖς θέλετε· ἰδοὺ ἔρχεται, λέγει Κύριος παντοκράτωρ»13.
Ἡ θαυμαστὴ ἑστιατορία
«Ὤφθη σοι Χριστός, ὦ θαυμάσιε, ὑπ’ ἀγγέλων δορυφορούμενος δύο…» Ὁ Χρυσόστομος ἐδῶ14 ἀναφέρεται στὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀβραάμ, τότε ποὺ εἶχε τὴ σκηνή του στὴ Δρῦ τοῦ Μαμβρῆ. Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος Ἐδέσσης ἐξηγεῖ ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Ἀβραὰμ πρὸς κάθε ξένο ποὺ περνοῦσε τὸν ἀξίωσε νὰ φιλοξενήσει καὶ τὸν Θεό: «Διὸ δὴ καὶ τῆς θαυμαστῆς ἐκείνης ἑστιατορίας, κατηξιώθη, ξενίσας ἀγγέλους καὶ τὸν τῶν ὅλων Δεσπότην»15. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶχε σαφῶς ἀνθρωπίνη μορφή. «Ὤφθη δὲ αὐτῷ ὁ Θεὸς πρὸς τῇ δρυῒ τῇ Μαμβρῇ καθημένου αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θύρας τῆς σκηνῆς αὐτοῦ μεσημβρίας. Ἀναβλέψας δὲ τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ εἶδε, καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες εἱστήκεισαν ἐπάνω αὐτοῦ»16. «Θεὸν ὑπεδέξατο (ἡ Σάρρα) ἐν ἀνθρωπίνῃ μορφῇ, σὺν δυσὶν ἀρχαγγέλοις», ψάλλει ὁ Ἅγ. Ρωμανὸς ὁ Μελωδός17. Στὴ συνέχεια τοῦ κειμένου τῆς Γενέσεως βλέπουμε «τοὺς δύο (ἄνδρες) οἵτινες ἄγγελοι τῷ ὄντι ἦσαν…»18 νὰ ἀποστέλλονται ἀπὸ τὸν Κύριο στὰ Σόδομα, πρὸς τὸν Λώτ, ἐνῶ Ἐκεῖνος συνεχίζει τὴ συνομιλία Του μὲ τὸν Ἀβραάμ. «Θεὸς μετὰ ἀγγέλων… Καὶ οἱ μὲν ἄγγελοι ἀπῆλθον καθὼς ἐνετάλθησαν, ὁ δεσπότης δὲ σὺν τῷ δικαίῳ…»19. Μόνον ὁ Χριστὸς θὰ μποροῦσε νὰ ἐμφανισθεῖ σὰν Θεὸς καὶ σὰν ἄνθρωπος. Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως «οὐκ ᾔδει ὅτι τὸν Χριστὸν ἐδέχετο…»20. «Ἦλθον δέ, φησίν, οἱ δύο ἄγγελοι, εἰς Σόδομα ἑσπέρας… Ὁ μὲν κηδεμὼν καὶ φιλάνθρωπος Θεός… σχήματι ἀνθρώπου τότε ὀφθείς, παρέμενε τῷ Πατριάρχῃ διαλεγόμενος… οἱ δὲ ἄγγελοι ὥρμησαν ἐπὶ τὰ Σόδομα, τὸ ἐπιταχθὲν πληρώσαντες»21.
Ἐπάλαιεν ἄνθρωπος μετ’ Αὐτοῦ
Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰακὼβ συνάντησε τὸν Χριστὸ καὶ πάλεψε μαζί του22. «Ὑπελείφθη δὲ Ἰακὼβ μόνος, καὶ ἐπάλαιεν ἄνθρωπος μετ’ αὐτοῦ ἕως πρωΐ». Καὶ δὲν τὸν ἄφηνε ὁ Ἰακὼβ ἂν πρῶτα δὲν τὸν εὐλογοῦσε. «Καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Εἶδος Θεοῦ· εἶδον γὰρ Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή». «Τίνος ἕνεκεν παλαίει τῷ Ἰακὼβ ὁ ἄγγελος…» ρωτάει ὁ Θεοδώρητος «εἰς τὰ ἄπορα». Καὶ συνεχίζει: «Διὰ τοῦτο καὶ ἐρωτήσας τίνα προσηγορίαν εἶχεν, οὐ μόνον διαμαρτάνει τῆς αἰτήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπιπλήττεται, ὡς ὑπερβὰς τὰ μέτρα τῆς φύσεως. Ἵνα τί γὰρ ἐρωτᾷς, φησί, τὸ ὄνομά μου; Καὶ τοῦτο ἐστι θαυμαστόν· ἐπισημαντέον δὲ κἀνταῦθα, ὡς τὸν αὐτὸν καὶ ἄνθρωπον ἐκάλεσε καὶ Θεόν… διὰ τούτων δὲ πάντων μανθάνομεν, ὡς ὁ μονογενὴς υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς ἐπεφάνη κἀνταῦθα τῷ Ἰακώβ»23.
Ἡ φλεγομένη καὶ μὴ καιομένη βάτος
Στὶς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὸ φωτοστέφανο, ὑπάρχει σταυρὸς μὲ τὶς λέξεις «Ὁ Ὤν». Αὐτὸ γιατί ὅταν ὁ Μωϋσῆς ρώτησε τὸν Θεό, ποὺ ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτὸν μέσα στὴ φλεγομένη βάτο, ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά Του, Ἐκεῖνος εἶπε· «Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν»24. Ἡ φλεγομένη καὶ μὴ καιομένη βάτος προτύπωνε τὴν Παναγία, ποὺ ἔφερε μέσα της τὸ πῦρ τῆς Θεότητος, τὸν Χριστό, χωρὶς νὰ καεῖ. «Ἐν Σιναίῳ τῷ ὄρει κατεῖδε ἐν τῇ βάτῳ Μωϋσῆς, τὴν ἀφλέκτως τὸ πῦρ τῆς Θεότητος, συλλαβοῦσαν ἐν γαστρί»25. Ἑπομένως καὶ ἀπὸ τὴν βάτο ὁ Χριστὸς μιλάει στὸν Μωϋσῆ. «Ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἐν πυρὶ φλογὸς ἐκ τοῦ βάτου… Ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ… Καὶ εἶπεν· ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς τοῦ πατρός σου, Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ Θεὸς Ἰακώβ. Ἀπέστρεψε δὲ Μωυσῆς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ· εὐλαβεῖτο γὰρ καταβλέψαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ»26.
Ὁ ἐν θαλάσσῃ σώσας καὶ ἐν ἐρήμῳ θρέψας
«Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν πάντες… τὸ αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον, καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός»27. Ἔπιναν, λέει, οἱ τότε, ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς πέτρας ποὺ ἀκολουθοῦσε, ἔπιναν στὸ παρὸν ὅ,τι θὰ ἐρχόταν μὲ τὴ Σάρκωση στὸ μέλλον, καὶ τὸ ἔπιναν δυνάμει τῆς μελλούσης σαρκώσεως. «Μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐπείρασαν καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο»28. Τὸν Χριστὸ λοιπὸν «ἐπείρασαν» τότε οἱ Ἰουδαῖοι στὴν ἔρημο. «Μὴ πλανᾶσθε Ἰουδαῖοι, οὗτός ἐστιν ὁ ἐν θαλάσσῃ σώσας καὶ ἐν ἐρήμῳ θρέψας». «Λαός μου, τί ἐποίησά σοι καὶ τί μοι ἀνταπέδωκας; Ἀντὶ τοῦ μάννα χολήν, ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος, ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με, σταυρῷ με προσηλώσατε». «Τί ὑμᾶς ἐλύπησα, ἢ ἐν τίνι παρώργισα; Πρὸ ἐμοῦ τίς ὑμᾶς ἐρρύσατο ἐκ θλίψεως; Καὶ νῦν τί μοι ἀνταποδίδοτε; Πονηρὰ ἀντὶ ἀγαθῶν· ἀντὶ στύλου πυρός, σταυρῷ με προσηλώσατε· ἀντὶ νεφέλης, τάφον μοι ὠρύξατε»29. «Καὶ θήσω τὴν σκηνήν μου ἐν ὑμῖν, καὶ οὐ βδελύξεται ἡ ψυχή μου ὑμᾶς, καὶ ἐμπεριπατήσω ἐν ὑμῖν· καὶ ἔσομαι ὑμῶν Θεός, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι λαός. Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, ὁ ἐξαγαγὼν ὑμᾶς ἐκ τῆς Αἰγύπτου»30.
Πρὸ γὰρ εἶδον σωματούμενον Θεόν
«Καὶ ἐγένετο τοῦ ἐνιαυτοῦ, οὗ ἀπέθανεν Ὀζίας ὁ βασιλεύς, εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου… καὶ Σεραφὶμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ… καὶ ἔλεγον· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος σαβαώθ· πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ»31. «Ταῦτα εἶπεν Ἠσαΐας ὅτε εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ (τοῦ Χριστοῦ)»32. «Ὡς εἶδεν Ἠσαΐας συμβολικῶς, ἐν θρόνῳ ἐπηρμένῳ Θεόν, ὑπ’ ἀγγέλων δόξης δορυφορούμενον, ὢ τάλας, ἐβόα, ἐγώ. Πρὸ γὰρ εἶδον σωματούμενον Θεὸν φωτὸς ἀνεσπέρου καὶ εἰρήνης δεσπόζοντος»33. Εἶδα, λέει, τὸν σαρκωθέντα Θεὸ πρὸ τῆς ἐν χρόνῳ σαρκώσεώς Του. «Τοῦτον τὸν θρόνον πρὸ τῆς ἐνσάρκου παρουσίας τοῦ Σωτῆρος ἑωρακὼς ὁ προφήτης φησὶν Ἠσαΐας· “Εἶδον τὸν Κύριον καθήμενον ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ καὶ ἐπηρμένου”»34 καὶ τὰ ἑξῆς. Τὸν Πατέρα μὲν γὰρ οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε35· ὁ δὲ τῷ προφήτῃ τότε φανείς, Υἱὸς ἦν36.
Τὸν ἐν πυρὶ δροσίσαντα παῖδας
Ὅλες οἱ ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, εἶναι ἐμφανίσεις τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ. «Ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν», ποὺ εἶδε σὲ ὅραμα ὁ Προφήτης Δανιήλ, «παιδίον γέγονεν ἡμῖν»37. Ἡ εἰκόνα τῶν τριῶν παίδων ἐν τῇ καμίνῳ ἔχει τὸν Χριστὸ σὰν Ἄγγελο πάνω ἀπὸ τὰ τρία παιδιά, μὲ τὰ γράμματα ΙC XC. «Σὲ τὸν ἐν πυρὶ δροσίσαντα παῖδας θεολογήσαντας, καὶ Παρθένῳ ἀκηράτῳ ἐνοικήσαντα, Θεὸν λόγον ὑμνοῦμεν»38. Ἡ εἰκόνα ἔχει τὸν Ἀδὰμ καθήμενον μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια καὶ μπροστά του ὄρθιο τὸν Χριστὸ νὰ τοῦ στέλνει στὸ πρόσωπο, σὰν ἀκτίνα τὸ ἐμφύσημα, τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ὁ ἐκ πλευρᾶς διαπλάσας Εὔαν τὸ πρίν… σάρκα περιβάλλεται»39. Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα σκουπίζει μὲ τὰ μαλλιά της τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, τῶν ὁποίων τὰ βήματα μετὰ τὴν παρακοὴ «Εὔα ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινὸν κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα τῷ φόβῳ ἐκρύβη»40.
Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὁ πάλαι
«Ἴδετε, ἴδετε ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς ὁ πάλαι τὸν Ἰσραὴλ ἐν ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ διαγαγών, καὶ θρέψας καὶ σώσας καὶ ἐκ δουλείας πικρᾶς ἐλευθερώσας Φαραώ»41. «Κύματι θαλάσσης τὸν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον, φάτνῃ κρυπτόμενον, κτεῖναι ζητεῖ ὁ Ἡρώδης»42. «Οὐδείς, φησίν, ὄψεται τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται. Διὰ τοῦτο τοίνυν, ἐπειδὴ τὸ τῆς θεότητος πρόσωπον οὐδεὶς ἠδύνατο ἰδεῖν ζῶν, ἀνέλαβε τὸ τῆς ἀνθρωπότητος πρόσωπον, ἵνα τοῦτο ἰδόντες ζήσωμεν»43.
Ὑποσημειώσεις
- Ἰωάννου, α΄ 18. ↩
- Μέγα Εὐχολόγιο. ↩
- Πέτρου, Α΄, α΄ 21. ↩
- Ἰωάννου, ε΄ 37. ↩
- Ἰωάννου, ε΄ 46. ↩
- Ἰωάννου, στ΄ 46. ↩
- Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατήχησις δεκάτη. ↩
- Γεν. λα΄ 11, 13. ↩
- Τόμος 1, ἐρώτ. πθ΄, σ. 50. ↩
- Ἁγ. Ἰουστίνου Φιλοσ., Διάλογος πρὸς Τρύφωνα 36. ↩
- Ἠσαΐα θ΄ 6. ↩
- Ζαχ. Β΄ 14–15. ↩
- Μαλαχ. Γ΄ 1. ↩
- P.G. 56, 546. ↩
- Φιλοκ. Α΄, σ. 320 πε΄. ↩
- Γεν. ιη΄ 1–2. ↩
- Ἁγ. Ρωμανοῦ Μελωδοῦ, Cantica, Oxford, τομ. 1, σ. 279. ↩
- Ἁγ. Ἰουστίνου Φιλοσ., Διαλ. 57, 2. ↩
- Ἁγ. Νεοφύτου Ἐγκλείστου, Λόγ. ΙΔ΄. ↩
- Ἁγ. Ἰωάνν. Χρυσοστόμου, P.G. 60, 320. ↩
- Ἁγ. Ἰωάνν. Χρυσοστόμου, P.G. 54, 396. ↩
- Γεν. λβ΄ 24–31. ↩
- Τόμ. 1, ἐρώτ. ϙβ΄, σ. 52. ↩
- Ἔξοδ. γ΄ 14. ↩
- Εἱρμὸς θ΄ ᾠδῆς τῆς Ὑπαπαντῆς. ↩
- Ἔξοδ. γ΄ 2–6. ↩
- Α΄ Κορ. ι΄ 1–4. ↩
- Α΄ Κορ. ι΄ 9. ↩
- Ἀκολουθίες Μεγ. Ἑβδομάδος. ↩
- Λευιτικὸν κστ΄ 11–13. ↩
- Ἠσαΐα στ΄ 1–3. ↩
- Ἰωάννου ιβ΄ 41. ↩
- Καταβασίες Ὑπαπαντῆς. ↩
- Ἠσαΐα στ΄ 1. ↩
- Ἰωάννου α΄ 18. ↩
- Κυρίλλου, Κατήχησις 14. ↩
- Ἀκολουθία τῆς Ὑπαπαντῆς. ↩
- ᾨδὴ Ζ΄. ↩
- Μέγα Εὐχολόγιο. ↩
- Τροπάριο τῆς Κασσιανῆς. ↩
- π΄ ᾨδή, ἤχου πλ. δ΄. ↩
- Εἱρμὸς ἤχου πλ. β΄, ᾨδὴ Α΄. ↩
- Κυρίλλου Ἱεροσ., Κατήχησις δεκάτη. ↩