ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΑΠΑΤΗΝ – Αλ. Καλόμοιρου – Χειμώνας 1983-84
Οι ειδωλολάτρες αγνοούν τον Θεό. Βλέπουν μόνο την Δημιουργία και σ’ αυτήν έχουν αποδώσει θείες ιδιότητες: το αυθύπαρκτο, το άπειρο, το αυτοδύναμο, την αϊδιότητα, την αθανασία, την αιωνιότητα. Οι Θεοί τους είναι μορφές του υπάρχοντος κόσμου, εκφράσεις και προσωποποιήσεις του. Δεν δημιούργησαν οι θεοί τον κόσμο, του έδωσαν μόνο εξωτερική μορφή. Δεν είναι ελεύθεροι. Υπόκεινται στην Ανάγκη, που είναι ο ανώτατος τυφλός νόμος του Σύμπαντος. Εμείς οι Χριστιανοί ξέρουμε ότι τα όντα αυτά, που δεσπόζουν στον κόσμο της πλάνης, δεν είναι ανύπαρκτα. Είναι ενεργά και, πολύ συχνά, «θαυματουργά» δαιμόνια. Κτίσματα θαυμαστά, αλλά κακόβουλα και απατηλά. Η κατάρα του πλατωνισμού όξυνε την λανθάνουσα τάση του ειδωλολατρικού κόσμου προς τον δυϊσμό, την διάκριση δηλαδή του σύμπαντος σε πνευματικό και υλικό, και την ταύτιση του πνευματικού με το καλό και του υλικού με το κακό. Έτσι η ύλη έγινε ταυτόσημη με το κακό, το κατώτερο, και το ανεπιθύμητο για τον ενάρετο άνθρωπο. Μέσα σ’ αυτήν την πλάνη ο αγώνας για την αρετή έχει σαν σκοπό την τελική απελευθέρωση από την ύλη, ύστερα από μια σειρά μετεμψυχώσεων. Ο πραγματικός άνθρωπος είναι το πνεύμα, η ψυχή. Το σώμα είναι κάτι το πρόσκαιρο, κακό και απόβλητο.
ΚΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΚΤΙΣΗ
Οι Χριστιανοί γνωρίζουμε τον Δημιουργό και Κτίστη του σύμπαντος, Αυτόν που έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη τα κτίσματα, όλα τα κτίσματα, εκ του μηδενός. «Οι Χριστιανοί ουκ ελάτρευσαν την Κτίση αλλά τον Κτίσαντα». Αγαπούν την Κτίση γνήσια και βαθιά, αλλά την αγαπούν σαν έργο του λατρευτού τους Κυρίου και όχι καθ’ εαυτή. Διακρίνουν το χάσμα ουσίας που υπάρχει ανάμεσα στον Κτίστη και τα κτίσματα, που δεν έχουν δική τους ζωή αλλά τα συντηρεί στην ύπαρξη η Χάρη του Δημιουργού και Προνοητή τους. Ανάμεσα όμως στα κτίσματα δεν διακρίνουν κανένα χάσμα. Γνωρίζουν την ενότητα της Κτίσεως εξ αιτίας της οποίας «τη ματαιότητι η κτίσις υπετάγη» και «συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» εξ αιτίας της δικής μας πτώσεως, «αποκαραδοκούσα» «την αποκάλυψιν των υιών του Θεού» «ότι και αυτή η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού» εξ αιτίας της δικής μας αναστάσεως. Αυτή η ενότητα κάνει ώστε «και άγγελοι επιθυμούσι παρακύψαι και γνωρίσαι το παρ’ ημείν μυστήριον» της εν Χριστώ σωτηρίας, γιατί τους αφορά άμεσα, όπως δείχνουν σε κάθε λειτουργία τα «εξαπτέρυγα», που σκύβουν πάνω από το Ευαγγέλιο για να διαβάσουν κι’ αυτά. Χάσμα ουσίας δεν υπάρχει ανάμεσα στα κτίσματα. Χώμα, φυτά, ζώα, άνθρωποι, αγγελικά τάγματα έχουν μυστικό και άρρηκτο σύνδέσμο μεταξύ τους. «Έκαστον γαρ κατά την ιδίαν φύσιν σώμα εστίν, ο Άγγελος, η ψυχή, ο δαίμων^ ότι καν λεπτά ώσιν, όμως εν υποστάσει και χαρακτήρι και εικόνι κατά την λεπτότητα της φύσεως αυτών, σώματα τυγχάνει λεπτά» (Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου: «Ομιλίαι πνευματικαί», 4). Χάσμα ουσίας υπάρχει μόνον ανάμεσα στον Θεό και την Δημιουργία Του.
ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΚΑΛΑ ΛΙΑΝ
Ο παγανιστικός πανθεϊσμός και, μέσα σ’ αυτόν, η διάκριση πνεύματος και ύλης σαν καλού και κακού είναι, για τους Χριστιανούς, αντιλήψεις όχι μόνο ξένες αλλά και βλάσφημες. «Και είδεν ο Θεός τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν» (Γεν. Α’ 31). Αυτά «τα πάντα» που «είδεν ο Θεός» ήσαν υλικά δημιουργήματα. Επομένως η ύλη είναι «καλή λίαν». Ποια όμως από τα δημιουργήματα του Θεού, δεν είναι υλικά; Τι είναι «ύλη»; Τι άλλο από την εκ του μηδενός δημιουργία του Θεού, όλη τη δημιουργία. Και τι είναι «πνεύμα» αν όχι αυτό ο ίδιος ο Θεός, ο ανερμήνευτος και απρόσιτος και απερίγραπτος; Το κακό δεν βρίσκεται στη φύση των πραγμάτων ούτε στον Θεό, ούτε στην Κτίση Του, βρίσκεται στην προαίρεση των λογικών του κτισμάτων, την ελεύθερη.
ΑΚΟΥΣΟΜΕΘΑ ΣΟΥ ΠΑΛΙΝ
Ο Άγγελος, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ασώματος λέγεται και άυλος, όσον προς ημάς^ πάν γαρ συγκρινόμενος προς Θεόν τον μόνο ασύγκριτον παχύ τε και υλικόν ευρίσκεται, μόνον γαρ όντως άυλον το θείον εστί και ασώματον» (Έκδοσις ακριβής… Β΄ 3). Επομένως οι λέξεις «πνεύμα», «ψυχή», «σώμα» δεν έχουν στην Αγία Γραφή και τους Πατέρες την ορθολογιστική έννοια που έχουν στην φιλοσοφία. Χρησιμοποιούνται με ελευθερία και προϋποθέτουν συνείδηση του μυστηρίου στο οποίο αναφέρονται. Όταν οι Χριστιανοί μιλούν για «σωτηρία ψυχής και σώματος» δεν αναφέρονται σε δύο διαφορετικής φύσεως όντα που συγκολλήθηκαν πρόσκαιρα σε τούτη τη ζωή. Τονίζουν ότι η σωτηρία είναι για ολόκληρο τον άνθρωπο. Επειδή οι ειδωλολάτρες άνθρωπο πραγματικό νόμιζαν μόνο την ψυχή, έρχεται η Εκκλησία να κάνει σαφές ότι η σωτηρία είναι για τον ορατό άνθρωπο όσο και για τον αόρατο. Έπρεπε οι άνθρωποι να καταλάβουν ότι σωτηρία δεν είναι νομικής φύσεως δικαίωση αλλά οντολογική απολύτρωση από την φθορά και τον θάνατο, δια της Αναστάσεως. Αυτή η Ανάσταση πόσο ακατανόητη είναι για την ελληνιστική νοοτροπία! Τι την χρειάζεται την ανάσταση η ψυχή αν, όπως λένε, είναι από τη φύση της αθάνατη και θεία; Για να ξαναμπεί πάλι στη φυλακή του σώματος, στα γρανάζια της ύλης και του κακού; Πόσο σκανδάλισε τους Αθηναίους το κήρυγμα της Αναστάσεως! «Ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου», είπαν ευγενικά στον Απόστολο. Οι ειδωλολάτρες πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής. Οι Χριστιανοί πιστεύουν στην Ανάσταση.
ΕΙΣ ΝΕΦΡΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΡΔΙΑΝ
Η φύση του ανθρώπου είναι ένα μυστήριο. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνον αυτό που φαίνεται. Ο εξωτερικός άνθρωπος είναι μόνο μια επιφάνεια. Ο εσωτερικός, ο κρυπτός άνθρωπος πάει πολύ βαθιά για τα ανθρώπινα μάτια. «Έστι γαρ, έστιν ως εμοί, η του ανθρώπου κατασκευή φοβερά τις και δυσερμήνευτος, και πολλά και απόκρυφα εν αυτή μυστήρια Θεού εξεικονίζουσα», λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης. Η θάλασσα όμως που έχει και αυτή επιφάνεια και βάθος είναι μία και ενιαία μάζα νερού. Έτσι ο άνθρωπος, «ψυχή» και «σώμα», δεν είναι δύο φύσεις αλλά μία. Για τον κρυπτό, τον εσωτερικό άνθρωπο δεν χρησιμοποιήθηκε μόνον η λέξη «ψυχή» αλλά και η λέξη «νους», «καρδία», «πνεύμα», χωρίς αυτά να σημαίνουν τρίτη, τέταρτη ή πέμπτη φύση, «δισύνθετα», «τρισύνθετα», «τετρασύνθετα» και άλλες τέτοιες εφευρέσεις του ορθολογισμού. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι η παράδοση της εσωτερικής πνευματικής ζωής της Ορθοδοξίας δεν θεωρεί σαν κέντρο της ανθρώπινης νόησης την «ψυχή» ή το «πνεύμα», αλλά την «καρδιά», που είναι όργανο καθαρά σωματικό και σαρκικό. Από εκεί ανεβαίνουν οι διαλογισμοί και εκεί κατεβαίνει το Πνεύμα το Άγιο. Ζητούμε να κατέλθει η Χάρις «εις νεφρούς και καρδίαν» και προσκυνούμε τα άγια λείψανα σαν θησαυρίσματα της θείας ενέργειας.
ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ
Όταν ο Ευαγγελιστής και Θεολόγος θέλησε να μας διδάξει ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, έγραψε ότι «ο Λόγος σαρξ εγένετο». Αυτή η λέξη: «σαρξ» περιέχει όλο το μυστήριο του τελείου ανθρώπου με τον οποίο ενώθηκε υποστατικά ο λόγος του Θεού. Αυτό είναι ο άνθρωπος: «σαρξ», και αυτό πήρε ο Θεός. Δεν υπάρχει εδώ χώρος για δυϊστικές ή τρισυνθετικές παρερμηνείες. Σαρξ είναι ο άνθρωπος, όλος και όλος.
ΟΙ ΒΡΩΤΟΙ ΟΥΝ ΕΚ ΓΗΣ ΔΙΕΠΛΑΣΘΗΜΕΝ
Ο Χριστιανός γνωρίζει και παραδέχεται την ταπεινή του προέλευση, την εκ του μηδενός δημιουργία, τη χωμάτινη φύση του, και δεν προσπαθεί να ξεφύγει από την αλήθεια αυτή επιστρέφοντας ρομαντικά στις ειδωλολατρικές περί θεότητος της ψυχής του πλάνες. Αυτό το παθαίνουν όσοι είναι άγευστοι της χριστιανικής ταπείνωσης. Ακούει, στις νεκρώσιμες ακολουθίες, χωρίς να σκανδαλίζεται, ότι «οι βροτοί ουν εκ γης διεπλάσθημεν και εις γην την αυτήν πορευσόμεθα», και «θρηνώ και οδύρομαι, όταν εννοήσω τον θάνατον και ίδω εν τοις τάφοις κειμένην την κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσαν ημίν ωραιότητα άμορφον άδοξον, μη έχουσαν είδος». Ξέρει καλά ότι όταν η Εκκλησία λέγει «βροτός» εννοεί όλον τον άνθρωπο. Καθόλου δεν ξενίζεται ακούγοντας, από το Μέγα Ευχολόγιο, «εξέλθωμεν και ίδωμεν εν τοις τάφοις, ότι γυμνά οστέα ο άνθρωπος, σκωλήκων βρώμα και δυσωδία». Γι’ αυτόν δεν υπάρχει οντολογική διάκριση ανάμεσα στο «πνεύμα» και την «ύλη», στην «ψυχή» και το «σώμα». Όλα αυτά είναι κτίση. Ο Κτίστης «ο εκ γης διαπλάσας των βροτών την ουσίαν», ο «ζωγραφίσας εν υλική μορφή της νοεράς ουσίας το ομοίωμα», «ο μέγας και ύψιστος ο μόνος έχων αθανασίαν» (βλέπε και Τιμ. Α΄ στ΄ 16) «αυτός μόνος υπάρχει αθάνατος», και είναι «ο μόνος φύσει ζωοποιός».
ΤΗ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΧΑΡΙΤΙ Ή ΤΗ ΙΔΙΑ ΦΥΣΕΙ;
«Ο Άγγελος εκείνος ο εκ του ουρανού πεσών δια την υπερηφανίαν»^ γράφει ο Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος, «ο υπό του Θεού κτισθείς και πάση αρετή και σοφία κατακοσμηθείς, ου τη του Δεσπότου χάριτι ηβουλήθη ταύτα επιγράφειν, αλλά τη ιδία φύσει. Όθεν και ίσον εαυτόν υπελάμβανε του Θεού είναι» (Φιλοκ. Α΄ 80). Αυτός λοιπόν ο Εωσφόρος, που απέδωσε στη φύση τη δική του και όχι στη χάρη του Δημιουργού του το μεγαλείο του, αυτός εδίδαξε την ίδια πλάνη στους ανθρώπους και τους έκανε να πιστέψουν ότι είναι από τη φύση τους ίσοι με τον Θεό. Αλλά αυτή τη διαβολική απάτη την διέψευσε στον άνθρωπο ο θάνατος. Για να κρατήσουν οι άνθρωποι την πίστη στην θεότητα και την φυσική αθανασία τους εφεύραν τον δυϊσμό πνεύματος και ύλης, ψυχής και σώματος. Ο θάνατος αφορούσε την ύλη και το σώμα. Η ψυχή έμεινε ανέπαφη. Έτσι έδωσαν μια φαινομενική εξήγηση στο μυστήριο του ανθρώπου και του θανάτου και ικανοποίησαν τον ορθολογισμό τους απ’ τη μια και την οίησή τους από την άλλη.
ΠΡΟΣΔΟΚΩ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΝΕΚΡΩΝ
Οι Ορθόδοξοι δεν επιχειρούν να εξηγήσουν το μυστήριο του Άδου. Λέγουν μόνον^ «ψυχαί δικαίων εν χειρί Θεού». Αυτό το χέρι του Θεού το ξέρουν παντοδύναμο. Δεν χρειάζονται καμιά άλλη εξήγηση για την επιβίωση της προσωπικότητας μετά τον τάφο. Όμως αυτή την επιβίωση την ξέρουν σαν κάτι το πρόσκαίρο και το ελλιπές, την ονομάζουν «κοίμηση», παρομοιάζοντάς την με τον ύπνο, μια κατάσταση αποκομμένη από τον κόσμο και τις αισθήσεις, όπου ο άνθρωπος στερημένος από όλα βρίσκεται με τον εαυτό του, με τον διάβολο ή με τον Θεό, αν τον Θεό τον έχει αφήσει να κατοικήσει μέσα του όσο ζούσε. Και επειδή ο Θεός είναι παντού και ακούει όλες τις προσευχές των ανθρώπων, δια του Θεού ακούνε και οι άγιοι και ανταποκρίνονται στις προσευχές μας. Δεν είναι η «κοίμηση» η αιώνια ζωή που προσδοκούμε αλλά μόνο κατάσταση αναμονής της ζωής αυτής, αναμονής της Αναστάσεως. Ο θάνατος δεν είναι απελευθέρωση αλλά καταστροφή. Σωτηρία είναι η λύτρωση από την καταστροφή αυτή, και η επιστροφή των ποθούντων στη «χώρα των ζώντων», η συμμετοχή τους στη θεία Ζωή. Η πρώτη και η δεύτερη Ανάσταση. Η Ανάσταση της προαίρεσης είναι όσων ελεύθερα ποθούν την Ζωή. Η ανάσταση της φύσης όμως, η αφθαρτοποίηση της σάρκας, είναι για όλους, για όλη την κτίση. Προϋπόθεση της αιώνιας Ζωής και Βασιλείας. «Καινήν γήν και καινούς ουρανούς προσδοκώμεν».
ΑΓΙΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ ΠΑΣΑ ΨΥΧΗ ΖΩΟΥΤΑΙ
«Τα κτίσματα», λέγει ο Άγιος Μάξιμος, «μεθέξει και χάριτι την ύπαρξιν έχοντα… το μεν υπάρχειν αεί ή μη υπάρχειν ταύτα εν τη εξουσία του πεποιηκότος εστί… Αμεταμέλητα δε τα χαρίσματα αυτού» (Φιλοκ. Β΄31 κζ-κη). Οι άγγελοι και οι άνθρωποι ζουν αιώνια μόνον επειδή έτσι θέλει ο Θεός. «Η ψυχή», λέγει ο Άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος, «ου ζωή ούσα ζη αλλά μεταλαμβάνουσα της ζωής… ζωής δε ψυχή μετέχει, επεί ζήν αυτήν ο Θεός βούλεται» (Διάλογος προς Τρύφωνα, 6). Η ψυχή δεν είναι ζωή η ίδια από τη φύση της, παίρνει ζωή από την Χάρη του Θεού. Με τη λέξη «ψυχή» μετέφρασαν οι εβδομήκοντα την εβραϊκή λέξη «νέφες», που σημαίνει «ζωή». Αυτό το νόημα έχει η λέξη και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη, και αναφέρεται στον άνθρωπο όπως και στα ζώα. Μετά την «πνοήν της ζωής» όμως ο άνθρωπος «εγένετο εις ψυχήν ζώσαν». «Ψυχή ζώσα» είναι ζωή που δεν την περιμένει θάνατος γιατί μετέχει της όντως Ζωής. «Πνοή ζωής» είναι ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Ο άνθρωπος όμως το χάρισμα αυτό το έχασε δια της παρακοής και «εις το κατά φύσιν επέστρεψεν». Επιστρέφοντας στο χώμα γνωρίσαμε «υπαρξιακά» ότι, όλα τα κτιστά, άγγελοι και άνθρωποι, δεν είμαστε τίποτε χωρίς τη ζωοποιό Χάρη του Δημιουργού μας. Η γνώση αυτή τροφοδοτεί με ευγνωμοσύνη την αγάπη μας στον αιώνα.