Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Τεῦχος 69

    Θεολογικά θέματα

    ΤΟ ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙΟ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

    Κοινωνοῦντες ἀλλήλοις

    «Ἐγώ εἶμαι τό προζύμι, καί ἡ ψυχή ὅπου μέ πάρει καί μέ βάλει μέσα της ἀναζυμώνεται καί γίνεται ὁμοία μέ μένα. Διότι ὅ,τι λογῆς εἶναι τό προζύμι, τοιοῦτο λογῆς γίνεται καί τό ἀλεύρι πού ἀνακατώνεται μαζί μέ αὐτό, καθώς καί τό νερό καί τό ἅλας. Ὅτι μαζί μέ μένα, τόν Υἱόν, εἶναι καί ὁ ὁμοούσιός μου Πατήρ, καί ὁ τοιούτου παράκλητος τό Πανάγιον Πνεῦμα, καί αὐτοί γίνονται ἀντί γιά νερό καί ἅλας» (Ἁγ. Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου).

    Ὁ Χριστός δέν εἶναι ποτέ μόνος, ἀλλά πάντοτε μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Τό Πνεῦμα, πάλι, δέν εἶναι ποτέ μόνο, ἀλλά πάντοτε εἶναι μαζί ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός. Μαζί μέ τόν Πατέρα εἶναι πάντοτε καί ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι ἀδιαχώριστα. Ἀσύγχυτα, ἀλλά καί οὐδέποτε ἀπομονωμένα. Σ’ αὐτή τήν κατάσταση καλούμεθα κι ἐμεῖς. Νά πάψουμε νά εἴμαστε ἀπομονωμένοι ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον καί νά γίνουμε κοινωνοῦντες ἀλλήλοις, ὅπως κοινωνοῦν τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος μεταξύ τους. Αὐτή εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, αὐτή εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

        Τό Εὐαγγέλιο περιγράφει μιά προτύπωση, γιά τήν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἑρμηνεία. Εἶπε, «εἰσί τινες τῶν ᾦδε ἑστηκότων, οἴτινες οὐ μή γεύσωνται θανάτου ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθείαν ἐν δυνάμει». Στό ἑπόμενο κεφάλαιο διαβάζουμε ὅτι πῆρε τούς τρεῖς μαθητές του στό ὄρος Θαβώρ καί μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους. Ἐκεῖ, στό Θαβώρ, ἔχουμε τό γεγονός τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἰκόνα τῆς Μεταμόρφωσης, εἶναι εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας. Βέβαια, εἶναι πολλές οἱ εἰκόνες πού παριστάνουν τήν Ἐκκλησία, ὅμως καμμία δέν τήν παριστάνει τόσο ἐναργῶς, στήν οὐσία της, ὅσο ἡ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως. Διότι, εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅπου εἰσί δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν Ὄνομα, ἐκεῖ εἰμί καί ἐγώ ἐν μέσῳ αὐτῶν». Οἱ μαθητές ἦσαν τρεῖς. Ἦταν συνηγμένοι περί Αὐτόν. Πράγματι, ὅταν λέγει «συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν Ὄνομα», ἐννοεῖ τό Πρόσωπό του. Στή Μεταμόρφωση βλέπουμε τόν Χριστό νά φανερώνεται ὡς Θεός, ἀλλά δέν εἶναι μόνος. Παρόντες, ἀσχηματίστως, εἶναι καί ὁ Πατήρ καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Παρούσα εἶναι ὄχι μόνον ἡ Ἁγία Τριάς, ἀλλά καί ἡ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, στίς δύο της μορφές, τούς ζῶντες καί τούς κεκοιμημένους. Ἔτσι πραγματοποιεῖται ἡ Ἐκκλησία, ἡ τοπική Ἐκκλησία, ἡ Καθολική Ἐκκλησία: ὅπου δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Κάθε ἄνθρωπος, ὅμως, ἔχει καί τόν φύλακα Ἄγγελό του. ἔτσι, παρόντες εἶναι καί οἱ Ἄγγελοι. Ἐκεῖ, λοιπόν, συγκεντρώνονται οἱ Οὐρανοί καί ἡ Γῆ: ἡ φύση, ἄνθρωποι καί Ἄγγελοι, καθώς καί ἡ Ἁγία Τριάδα, γύρω ἀπό ἕνα πρόσωπο πού εἶναι καί τό ἐπίκεντρο τοῦ ὅλου γεγονότος, τόν Χριστό.

        Ὁ Χριστός εἶναι τό κοσμικό κέντρο: Ἑνώνει στό πρόσωπό Του τήν Θεότητα καί τήν ἀνθρωπότητα. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, εἶναι μία φύση πού ἐφάπτεται καί τῆς φύσεως τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἄλλων ὑλικῶν δημιουργημάτων. Ἔτσι, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἑνώνεται ἡ Θεότητα μέ ὁλόκληρη τήν κτίση.

        Αὐτά πρέπει νά μᾶς γίνουν συνείδηση, διότι ὀφείλουμε νά ξεπεράσουμε δύο βαριές κληρονομιές. Ἡ μία εἶναι ὁ ἀτομικισμός, πού εἶναι συνέπεια τῆς πτώσεως. Μέ τήν πτώση δέν χωριστήκαμε μόνον ἀπό τόν Θεό, ἀλλά καί μεταξύ μας. Νοιώθουμε ξένοι μεταξύ μας, ἄν καί ἡ φύση ὅλων μας εἶναι κοινή. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ἐλλιπής κατανόηση τοῦ μυστηρίου τῆς Τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ. Ἐξαιτίας τοῦ φόβου τῆς πολυθεΐας, τονίστηκε μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση ὅτι ὁ Θεός εἶναι Ἕνας. Εἶναι πράγματι Ἕνας ὁ Θεός, ἀλλά σέ τρία Πρόσωπα. Οἱ ἄνθρωποι, πεσμένοι στην ἀτομικότητα, δέν μποροῦν νά συνειδητοποιήσουν αὐτή τήν ἀλήθεια. Βλέπουν τά πρόσωπά τους νά εἶναι ἀποξενωμένα μεταξύ τους καί δέν καταλαβαίνουν πῶς μπορεῖ ὁ Θεός νά εἶναι Ἕνας καί συγχρόνως τρία πρόσωπα. Ὅμως, αὐτό εἶναι τό μυστήριο τοῦ Χριστιανισμοῦ. Διότι ὁ Θεός, ὅπως εἶπε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, «ἀγάπη ἐστί». Πῶς θά μποροῦσε νά εἶναι ἀγάπη ὁ Θεός ἄν ἦταν ἕνα ἄτομο;

        Εἴμαστε δημιουργημένοι κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό σημαίνει μεταξύ τῶν ἄλλων ὅτι κι ἐμεῖς, ὅπως ὁ Θεός, εἴμαστε μία φύση σέ πολλά πρόσωπα. Εἴμαστε καλεσμένοι νά ἀποκτήσουμε ἑνότητα μεταξύ μας, ὅπως αὐτή πού ἔχουν τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτό ἐξάλλου ἦταν καί τό θέμα τῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου λίγο πρίν τόν σταυρώσουν: «Ἵνα ὦσιν ἕν, καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν». Ἄν, λοιπόν, δέν βγοῦμε ἀπό τίς ἀντιλήψεις τῆς ἀτομικότητας, πού τίς προβάλλουμε καί στήν ἀνθρωπότητα καί στήν Θεότητα, δέν μποροῦμε νά εἴμαστε Χριστιανοί. Δέν θά μπορέσουμε νά πραγματοποιήσουμε τόν προορισμό μας, νά ἑνωθοῦμε δηλαδή μέ τήν Ἁγία Τριάδα. Ἡ Ἁγία Τριάς εἶναι κοινωνία προσώπων. Δέν μποροῦμε νά ἑνωθοῦμε μέ μιά κοινωνία προσώπων σάν ἄτομα.

    Αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Μέσα στήν Ἐκκλησία πραγματοποιεῖται ἡ κοινωνία τῶν προσώπων. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς, δέν ὑφίσταται Ἐκκλησία ἐκεῖ πού οἱ ἄνθρωποι δέν ἀγωνίζονται νά κοινωνήσουν ὡς πρόσωπα. Ἄς ὑπάρχουν μυστήρια καί λειτουργίες. Οἱ ἄνθρωποι δέν ἐπικοινωνοῦν ἀληθινά μέ τόν Θεό, ὅταν νιώθουν ξένοι ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον.

        Ἕνας ὑπαρκτός κίνδυνος εἶναι νά ξεγλιστρήσουμε ἀπό τήν κοινωνία τῶν προσώπων σέ μιά ἐξωστρεφή κοινωνική δραστηριότητα. Ὅμως, ἡ βαθύτερη ἐπικοινωνία μεταξύ τῶν ἀνθρώπων γίνεται μέσα στή σιωπή. Εἶναι ἕνα μυστήριο πού συμβαίνει στήν ψυχή μας, χωρίς κουβέντες καί λόγια. Ἄν ἡ κοινωνία τῶν προσώπων ἐπιτυγχάνονταν μέσα ἀπό μιά ἐξωτερική κοινωνική δραστηριότητα, τότε οἱ μοναχοί, ἄνθρωποι πού ἔφτασαν σέ ὕψη ἁγιότητας μέσα στήν ἔρημο, θά ἦταν ἀδικημένοι. Γιά νά κατανοήσουμε τό μυστήριο τῆς κοινωνίας τῶν προσώπων, πρέπει νά καταλάβουμε πῶς ἔνιωθαν τόν Χριστιανισμό αὐτοί οἱ ἐρημίτες. Ἀκόμη κι ἄν ζοῦσαν σέ μεγάλες μεταξύ τους ἀποστάσεις, ἀνάμεσα στίς ψυχές τους δέν ὑπῆρχε ἀπόσταση. Ζοῦσαν ἕνα μυστήριο. Εἰδικά στίς μέρες μας, μπορεῖ δύο ἄνθρωποι νά κουβεντιάζουν δίπλα-δίπλα, ἀλλά νά παραμένουν τελείως ξένοι. Τό δράμα αὐτό τῆς ἀνθρωπότητας φαίνεται πιό ἔντονα στίς μεγαλουπόλεις.

    Μπορεῖ νά μήν ἔχει κανείς πολλές ἐπαφές μέ ἕναν ἄνθρωπο, ὅμως νά νιώθουν καί οἱ δυό τόν δεσμό τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ἕνα μυστήριο. Τήν ἀγάπη μόνο ἀπό τήν Ἀγάπη μποροῦμε νά τήν πάρουμε. Πηγή τῆς Ἀγάπης εἶναι μόνον ὁ Θεός. Ὅσο περισσότερη κοινωνία ἔχουμε μέ τό Θεό, τόσο περισσότερη κοινωνία θά ἀποκτοῦμε μεταξύ μας. Ὅσο λιγότερη κοινωνία ἔχουμε μέ τό Θεό, τόσο λιγότερη θά εἶναι καί ἡ μεταξύ μας κοινωνία. Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος. Οἱ ἐξωτερικοί τρόποι εἶναι ἀπατηλοί καί ὁδηγοῦν συχνά σέ μεγαλύτερη ἀποξένωση. Ἄν καί ἡ κοινωνική ἐπαφή συχνά βοηθάει, χρειάζεται διάκριση καί προσοχή, ὥστε νά μήν ὁδηγήσει τή σχέση σέ κόπωση ἤ δημιουργήσει παρεξηγήσεις.

        Ἔτσι, λοιπόν, ὁ δρόμος εἶναι ἡ προσπάθεια ἐπαφῆς μέ τόν Θεό, μέσα ἀπό μιά γνώση τῶν παραπάνω προϋποθέσεων. Εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο νά σχηματίσει κανείς τήν αὐτάρκη ἐντύπωση «ἐγώ καί ὁ Θεός». Ὁ καθένας μας, βέβαια, μέ τόν Θεό, ἀλλά μέ τούς «σύν αὐτῷ», ὄχι μόνος του. Κατά τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, πού δέν εἶναι ἄτομο, ἀλλά ἡ Ἁγία Τριάς. Μέσα ἀπό τήν προσπάθεια αὐτή θά βγοῦμε ἀπό τήν πλάνη τῆς αὐτάρκειας, πού μᾶς κάνει νά νιώθουμε ἀποξενωμένα ἄτομα χωρίς καμμία κοινωνία καί συνάφεια μεταξύ μας.

     

    Ἡ σπορά τῆς Ἀθανασίας

    Ἀντιμέτωποι, καί πάλι, μέ τό ἐρώτημα τῆς καύσης τῶν νεκρῶν νιώθουμε τήν ἀνάγκη νά καταθέσουμε, ὡς χριστιανοί, μερικές σκέψεις.

        Κατ’ ἀρχήν θά πρέπει νά ἀποδεχτεῖ κανείς τήν πραγματικότητα ὅτι ἡ ἀντιδικία δέν εἶναι μέ τήν πολιτεία. Τό κράτος, ὡς ἁπλός διαχειριστικός μηχανισμός πού εἶναι πλέον στίς μέρες μας, δέν συζητάει μέ τούς χριστιανούς πάνω σέ μιά κοινή βάση ὀντολογικῶν προϋποθέσεων. Ἀντιμετωπίζει τό αἴτημα μή ὀρθοδόξων πού ζοῦν στήν πατρίδα μας καί ἐπιθυμεῖ, ὀρθά, νά τούς ἐξασφαλίσει ὅρους ἰσοπολιτείας καί δικαιώματα ἀνάλογα μέ αὐτά πού θά εἶχαν ἀλλοῦ. Στό βάθος, ὅλοι ἐπιθυμοῦμε ἡ πολιτεία νά ἐξασφαλίζει τούς ὅρους τῆς συμβίωσης πάνω στή βάση τῆς ἐλευθερίας τῆς συνείδησης καί μέ αὐτή τήν ἔννοια εἶναι μᾶλλον ἀντιφατικό νά ἀντιδικοῦμε μέ ρυθμίσεις πού ἀποβλέπουν στό νά ἐξασφαλίσουν αὐτή τήν ἐλευθερία σέ κάποιους συμπολίτες μας.

        Ἔχουμε δεῖ ὀξύνσεις, γιά παράδειγμα, πάνω στό θέμα τοῦ πολιτικοῦ γάμου, πού ὁδηγοῦν ὁρισμένους κληρικούς ἀκόμη καί στήν ἄρνηση τοῦ βαπτίσματος σέ τέκνα ζευγαριῶν πού παντρεύτηκαν μέ πολιτικό γάμο. Τέτοιες πρακτικές δίνουν μᾶλλον τήν ἐντύπωση τῆς προσπάθειας γιά τήν ἄσκηση ἑνός ἐξουσιαστικοῦ ἐλέγχου, διότι βεβαίως στεροῦνται ὁποιασδήποτε πνευματικῆς βάσης. Ἄν κάποιοι γονεῖς, γιά τούς δικούς τους λόγους, ἀρνοῦνται τόν χριστιανικό γάμο, αὐτό δέν μπορεῖ νά καταδικάζει τά παιδιά τους νά μή λαμβάνουν τό χριστιανικό βάπτισμα. Οὔτε ἡ ἀστοχία κάποιων χριστιανῶν στό ἕνα θέμα εἶναι δυνατό νά τούς καταδικάζει σέ ἕναν μόνιμο ἀφοριστικό ἀποκλεισμό καί ἀπό κάθε ἄλλη σχέση μέ τήν ἐκκλησία, ἀκόμη κι ὅταν τήν ἀποζητοῦν, ὅπως συμβαίνει ὅταν ὁρισμένοι τούς ἀρνοῦνται καί τήν χριστιανική ταφή.

        Ἀντίθετα πρός τίς παραπάνω ἀμφιλεγόμενες πρακτικές, στό θέμα τῆς καύσης τῶν νεκρῶν παρατηρήσαμε μιά ἥπια ἕως διαλλακτική στάση ἐκ μέρους ἐκπροσώπων τοῦ κλήρου. Ὑπῆρξε μάλιστα μιά ἐπιθετική δήλωση ἐκ μέρους Ἐπισκόπου τῆς ἐπίσημης Ἱεραρχίας, πού τάσσονταν ἀνοιχτά μέ τή θεσμοποίηση τῆς καύσης τῶν νεκρῶν. Ἄλλοι, ἀποφεύγοντας νά πάρουν θέση, ἄφηναν νά ἐννοηθεῖ ὅτι τό θέμα εἶναι ἀνοιχτό καί πρόκειται νά συζητηθεῖ σέ σχετική ἐκκλησιαστική ἡμερίδα.

        Τό ἐρώτημα εἶναι, τί πρόκειται νά συζητήσουν οἱ ἐκκλησιαστικοί κύκλοι, καί γιά ποιό ἄραγε ζήτημα νά συμφωνήσουν ἤ νά διαφωνήσουν; Μήπως, τούς ζητάει ἡ πολιτεία νά τῆς δώσουν τήν ἄδεια νά θεσμοθετήσει σχετικά; Ὅλοι ξέρουμε πώς ὄχι, καί καταλαβαίνουμε ὅτι ὁ σχετικός νόμος θά κατατεθεῖ καί θά ψηφισθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπό τίς ἀπόψεις τῶν πιστῶν χριστιανῶν ἐπ’ αὐτοῦ.

        Βγαίνει, λοιπόν, τό συμπέρασμα, ὅτι ἡ συζήτηση ἀφορᾶ στό ἄν οἱ χριστιανοί μποροῦν νά καῖνε τούς νεκρούς τους, καί ὄχι ἁπλῶς οἱ ἑτερόδοξοι καί οἱ ἀλλόθρησκοι πού ζοῦν στήν πατρίδα μας καί οἱ ὁποῖοι, ἔτσι κι ἀλλιῶς, δέν ἐμπίπτουν στήν πνευματική δικαιοδοσία τῆς Ὀρθοδοξίας. Αὐτό, πρέπει νά ποῦμε ὅτι εἶναι πρωτοφανές, καί δημιουργεῖ ἕναν μέγιστο προβληματισμό, διότι ἅπτεται στοιχειωδῶν ζητημάτων τῆς χριστιανικῆς πίστης. Ἡ ὀρθόδοξη ταφή εἶναι ἕνα ἐκκλησιαστικό μυστήριο μεγάλης πνευματικῆς σημασίας καί ἱερότητας καί δέν ἐπιτρέπεται ἡ ἀμφισβήτησή του μέ κανένα τρόπο ἐκ μέρους χριστιανῶν.

        Ἄς ξεκαθαρίσουμε κατ’ ἀρχήν ὅτι ἡ ἄποψη πού εἶχε διατυπωθεῖ παλαιότερα ἐκ μέρους ἐπισήμου ἐκπροσώπου, ὅτι ἡ ταφή τυγχάνει ἀναγκαιότητα ὥστε νά καταστεῖ δυνατή ἡ ὁλόσωμη ἀνάσταση κατά τόν μέλλοντα αἰῶνα, στερεῖται νοήματος καί εἶναι ἄσχετη πρός τή χριστιανική διδασκαλία. Δέν εἶναι οἱ ἀνθρώπινες πρακτικές πού διαφυλάττουν τήν ἀκεραιότητα τοῦ σώματος κατά τόν μέλλοντα αἰῶνα, παρά μόνον τό θέλημα τού Θεοῦ, δυνάμει τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.

        Τό μυστήριο τῆς ταφῆς, κατά τό ὀρθόδοξο τυπικό, ἀποτελεῖ ἔκφραση καί ἀνακεφαλαίωση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, τῆς περί ἀνθρώπου διδασκαλίας καί τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδας. Ἡ Ἐκκλησία συνέρχεται ἐπί τό αὐτό, ἔχοντας ἀνάμεσά της τό ἱερό λείψανο τοῦ κεκοιμημένου, σέ μιά ἔκφραση τῆς συνεχιζόμενης παρουσίας του στήν κοινωνία τῶν προσώπων. Τό λείψανο βλέπει πρός ἀνατολάς καί οἱ πιστοί τό ἀσπάζονται ξεπροβοδίζοντάς το πρός τήν αἰωνιότητα. Τιμοῦν τήν ἱερότητα τοῦ σώματος καί ἐπιθυμοῦν νά κρατήσουν τήν ἀνάμνηση καί τήν παρουσία τοῦ λειψάνου καί ὄχι νά τό ἀπομακρύνουν καί νά τό καταστρέψουν. Ἡ καταστροφή τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, πού εἶναι ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἰσοδυναμεῖ μέ βεβήλωση γιά τήν ὀρθόδοξη συνείδηση. Ποιός ἀληθινός χριστιανός θά ἔκαιγε τά ἱερά του;

        Ἀκόμη πιό σημαντικός γιά ἕναν χριστιανό εἶναι ὁ εἰκονισμός πού ἐμπεριέχεται στήν ἴδια τήν ταφή. Ἡ ταφή εἶναι σπορά. Εἶναι ἡ σπορά τοῦ σώματος πού συνθάφτηκε καί συναναστήθηκε μέ τόν Χριστό κατά τό ἅγιο Βάπτισμα, καί πού ἔγινε ἕνα μέ τή φύση τῆς ἀθανασίας, κοινωνώντας τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Θάπτεται στό σύμπαν ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὅπως ὁ σπόρος πού διαλύεται στό χῶμα πετάει καινούργια φύτρα, ἔτσι καί τό σῶμα τῆς φθορᾶς θά πετάξει βλαστάρι ἀθανασίας. Καί θά ὁδηγήσει ὄχι μόνον τό σῶμα, ἀλλά καί τό σύμπαν ὁλόκληρο στήν ἀφθαρσία. Τό μνῆμα εἶναι μπόλιασμα ἀθανασίας.

        Αὐτόν τόν εἰκονισμό καί αὐτή τή χριστιανική μαρτυρία μεταφέρει ἡ ἱερή παράδοση τῆς ταφῆς. Εἶναι μυστήριο ἀκριβῶς γιατί ἔχει πνευματικό περιεχόμενο, πού σχετίζεται μέ τά πρόσωπά μας καί μέ τόν κόσμο. Ἀντίθετα, ἡ καύση καταστρέφει τά παραπάνω νοήματα, ἀρνεῖται νά μεταφέρει τή μαρτυρία τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδας καί ἐμπεριέχει τήν τέλεια ἀπαξίωση τοῦ σώματος. Τό πνευματικό της περιεχόμενο εἶναι καθαρά παγανιστικό καί οὔτε στό ἐλάχιστο χριστιανικό. Εἶναι ἔκφραση τῆς παγανιστικῆς στάσης πού ζητάει τήν καταστροφή τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, κάθε ὑπολείμματος μοναδικότητας, ἑτερότητας καί ἐλευθερίας, καί θέλει νά σημάνει τήν ἕνωση τοῦ φυσικοῦ ὑπολείμματος μέ τήν ὁλότητα πού ἑνώνει τό σύμπαν σέ μιά ἀπρόσωπη εἰδωλολατρική θεότητα. Ἰδιαίτερα χαρακτηριστική εἶναι ἡ συνήθεια τοῦ διασκορπισμοῦ τῆς στάχτης, ὥστε τελικά χάνεται κάθε ἰδιαίτερο ἐνθύμημα τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου.

        Ἄς σκεφτοῦμε ἐδῶ καί κάτι ἄλλο. Ἡ προτίμηση τῆς καύσης, ἰδιαίτερα ἀνάμεσα σέ λεγόμενους χριστιανούς, εἶναι μιά ἄρνηση τοῦ ὑπερήφανου ἀνθρώπου νά δεχτεῖ τήν ταπεινότητα τῆς φύσης του, ὅπως αὐτή φανερώνεται ἀδυσώπητα μέσα ἀπό τήν προοπτική τῆς ἀποσύνθεσης τοῦ ἀνθρώπινου λειψάνου. Εἶναι ὅμως κι αὐτό ἀπό τά κεντρικά θέματα πού μᾶς διδάσκει ἡ χριστιανική παράδοση γιά τόν ἄνθρωπο, καί ὁ τάφος εἶναι μαζί μέ ὅλα τά ἄλλα κι ἕνα μέσο γι’ αὐτή τή διδασκαλία.

        Δέν μπορεῖ ἕνας πιστός χριστιανός, λοιπόν, νά ἐπιλέγει τήν καύση ἀντί τῆς ταφῆς. Δέν εἶναι δυνατό ἡ Ἐκκλησία νά ἐπευλογεῖ τήν ἄρνηση τοῦ εἰκονισμοῦ τῆς χριστιανικῆς ἐλπίδας καί τήν ὑποκατάστασή του ἀπό μιά καθαρά παγανιστική πρακτική. Λέχτηκε ὅτι τό ὅλο θέμα δέν ἅπτεται τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἄν ὁ εἰκονισμός τῆς βασικῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας δέν εἶναι δογματικό ζήτημα, τότε τί, ἄραγε, εἶναι τά δόγματα;

     

    Γιά τήν Ἀγάπη καί τόν Γάμο

    «…οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό κακόν, οὐ χαίρει ἐπί τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δέ τῇ ἀληθείᾳ . πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην . ὅτε δέ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τά τοῦ νηπίου…» (Α΄ Κορ. 13).

    Ἀπ’ ὅλα τά χαρίσματα, τίς λογικές αἰσθήσεις, τίς ἱκανότητες, τά χαρακτηριστικά καί τίς ἀρετές τῆς ἀνθρώπινης φύσης, μόνο ἡ ὑπόσχεση τῆς ἀγάπης εἶναι αὐτή πού μᾶς χαρίζει ἀνθρωπιά καί μᾶς ἑνώνει μέ τόν Θεό.

        Ὁ σύνδεσμος τῆς ἀγάπης προσδίδει βάθος, νόημα, μονιμότητα, σκοπό καί μιά θετική καί δημιουργική διάσταση σέ κάθε τι πού μοιραζόμαστε στή ζωή, καί τελικά στήν ἴδια τή ζωή. Αὐτό συμβαίνει στό γάμο, στήν ἐνορία, στήν εὐρύτερη οἰκογένεια. Ἀντανακλάει, τελικά, στή σχέση μας μέ τό Θεό. Εἶναι τραγικό τό γεγονός ὅτι ἡ λέξη «ἔρωτας», χρησιμοποιεῖται τόσο συχνά μέ μεταφορικό τρόπο, γιά νά ἐκφράσει τήν ἀτομική εὐχαρίστηση ἤ καί τήν περίπτωση ὅπου τό πρόσωπο τοῦ ἄλλου γίνεται ἁπλά ἀντικείμενο ἱκανοποίησης τῶν σεξουαλικῶν μας παθῶν.

        Ἔρωτας δίχως σταθερή δέσμευση δέν ὑπάρχει. Ἡ ἔλλειψη κατανόησης γιά τό νόημα τοῦ ἔρωτα εἶναι μία ἀπό τίς αἰτίες γιά τίς ὁποῖες οἱ νέοι ἐμπλέκονται ἀπερίσκεπτα σέ σεξουαλικές σχέσεις πρίν τόν γάμο, καθώς καί ἡ σπουδαιότερη αἰτία γιά τήν ἀποτυχία τόσων πολλῶν γάμων.

        Ἡ δέσμευση τῆς ἀγάπης ἐκφράζεται μέσα ἀπό μιά εἰλικρινή ἐπιθυμία, πού ἀναβλύζει ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας, νά παραμερίσουμε κάθε φροντίδα γιά τό ἐγώ καί νά ὑποτάξουμε τίς ἀνάγκες μας, γιά χάρη αὐτοῦ πού ἀγαπᾶμε. Στήν ἀληθινή ἀγάπη, ἡ ἐπιθυμία γιά τήν προσωπική προβολή καί ἀνάδειξη, μεταμορφώ­νεται σέ μιά ἐπιθυμία νά εὐχαριστήσουμε καί νά φροντίσουμε αὐτόν πού ἀγαπᾶμε. Τά ἀτομικά ἐνδιαφέροντα ἀντικαθίστανται ἀπό ὅσα εἶναι κοινά καί ἀμοιβαῖα, ἡ «δική μου» ζωή, γίνεται «δική μας». Αὐτή ἡ εἰκόνα τῆς αὐτοθυσίας, φέρνει μέσα μας τή χαρά τῆς ἐλπίδας καί τῆς προσμονῆς, τῆς σωτηρίας καί τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ὁ γάμος εἶναι ὁ τύπος καί ἡ ὁμοίωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἴδιας τῆς λύτρωσης.

        Πολλές φορές, οἱ ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι ἐρωτεύονται κεραυνοβόλα, ἀλλά, αὐτό, σπάνια εἶναι ἀλήθεια. Μπορεῖ οἱ δύο σύντροφοι νά ἀρέσουν ἔντονα ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά αἰσθάνονται ἰσχυρή σεξουαλική ἕλξη μεταξύ τους, ὁπότε αὐτά τά δυνατά συναισθήματα μεταφράζονται ὡς μεγάλος ἔρωτας. Συχνά, ὅμως, οἱ νέοι πού ἐμπλέκονται σέ μιά τέτοια κατάσταση ἀνακαλύπτουν ὅτι ἡ «ἀγάπη» τοῦ ἄλλου, εἶναι μόνο μία ἐπίδειξη δυναμισμοῦ καί κατάκτησης, ἐνῶ δέν ὑπάρχει βάση πραγματικῆς δέσμευσης. Εἶναι, λοιπόν, σημαντικό, τά παιδιά καί οἱ νέοι νά διδάσκονται τή σχέση πού ὑπάρχει ἀνάμεσα στήν ἀγάπη καί τή δέσμευση.

        Ἡ ἀγάπη εἶναι μιά δυναμική κατάσταση καί ἀναπτύσσεται μέ τήν μακρόχρονη ἐμπειρία. Ἡ ἀμοιβαία δέσμευση στό γάμο ἐκφράζει τήν ἀληθινή ἐπιθυμία νά ἐνδυναμωθεί ἡ σχέση, ὥστε νά βρεῖ τόν χρόνο νά καλλιεργηθεῖ καί νά ἀναπτυχθεῖ σέ πλήρη καί ὁλοκληρωμένη ἀγάπη. Χωρίς εἰλικρινή καί σταθερή δέσμευση, ἡ σεξουαλική σχέση εἶναι ἀδιέξοδη καί καταντάει ἁπλά ἐγωϊστική χρησιμοποίηση τοῦ ἄλλου προσώπου.

        Ἡ ἀγάπη δέν ἀγγίζει μόνο τά θετικά καί ἑλκυστικά στοιχεῖα ἑνός ἀνθρώπου, ἀλλά ἀφορᾶ ἐπίσης καί στίς ἀρνητικές πλευρές τῆς προσωπικότητάς του. Περιβάλλει καί κάθε τι πού ἀνακαλύπτουμε μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου καί τό βρίσκουμε μή ἑλκυστικό. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἡ πραγματική ἀγάπη δέν εἶναι ἀκαριαία, ἀλλά μιά διαδικασία καλλιέργειας καί ὡριμότητας.         

        Κανείς ἀπό μᾶς δέν εἶναι τέλειος, οὔτε ἀναλλοίωτος. Ὅλοι μεταβαλλόμαστε σταθερά, μέ τήν ἐλπίδα βέβαια ὅτι ἀναπτυσσόμαστε πρός τό καλύτερο καί βελτιώνουμε τόν ἑαυτό μας. Δύο ἄνθρωποι, ἀκόμη κι ὅταν ζοῦν μαζί, δέν καλλιεργοῦνται, οὔτε προοδεύουν μέ τόν ἴδιο ρυθμό καί στόν ἴδιο βαθμό. Δυστυχῶς, κάποιοι ἀπό μᾶς σταματοῦν νά ἀναπτύσ­σονται συναισθηματικά καί πνευματικά καί ἀρχίζουν νά λιμνάζουν. Πολύ συχνά ἡ ἀνεπαίσθητη, βαθμιαία κατάρρευση στό γάμο προέρχεται κυρίως ἀπό αὐτή τή διαφοροποίηση στήν ἀνάπτυξη καί καλλιέργεια τῶν δύο μερῶν, πού μπορεῖ νά προκαλέσει τή δημιουργία ἑνός ἀνεπαίσθητου χάσματος ἀνάμεσα στό ζευγάρι.

        Στήν πραγματικότητα, σέ μιά σχέση ἀληθινῆς ἀγάπης καί δέσμευσης, τό ζευγάρι θά πρέπει νά ἀναπτύσσεται ὄχι ἁπλά ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλον, ἀλλά ὁ καθένας ἐξαιτίας τοῦ ἄλλου. Ἡ διάθεση γιά κοινή πρόοδο καί προσωπική καλλιέργεια καί ὡριμότητα θά πρέπει νά ἀποτελεῖ ἀπό τήν ἀρχή τήν προοπτική ἑνός γάμου καί νά περιλαμβάνει ὄχι μόνο τό ἀνδρόγυνο, ἀλλά καί τά παιδιά.

        Ὁ γάμος μᾶς δίνει τά μέσα γιά νά καλλιεργηθοῦμε καί νά ἀναπτυχθοῦμε συναισθηματικά καί πνευματικά. Ὁ κύριος, λοιπόν, σκοπός τῆς ἀγάπης εἶναι νά γίνει αὐτή δρόμος σωτηρίας, τό μονοπάτι τῆς πνευματικῆς ἀνόδου. Ἡ δέσμευση τῆς ἀγάπης εἶναι μία ἀπό τίς σημαντικότερες πλευρές τοῦ γάμου, γιά τήν καταπολέμηση τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ καί τοῦ ναρκισσισμοῦ, πού εἶναι ἐμπόδια στή σωτηρία μας καί στή σχέση μας μέ τόν Θεό. Ταυτόχρονα, μᾶς δείχνει τά μέτρα καί τήν εἰκόνα τῆς ἑνότητας μέ τόν Θεό. Προορισμός τοῦ γάμου εἶναι νά μᾶς διδάξει, μέσα ἀπό μιά ζωντανή ἐμπειρία, γιά τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.

        Ὁ γάμος δέν εἶναι ἕνα νομικό ἤ μαγικό τελετουργικό πού «κάνει τή σεξουαλική σχέση ἠθική». Εἶναι ἀπόλυτα δυνατόν ἡ σεξουαλική σχέση νά εἶναι ἀνήθικη καί μέσα στό γάμο. Ἐφόσον ἕνα ἀπό τά μέρη ἔχει ἐμπλακεῖ στόν γάμο μέ λάθος προσχήματα καί ζεῖ τόν γάμο χωρίς γνήσια ἀγάπη, γιά τό πρόσωπο αὐτό ἡ σχέση δέν εἶναι ἠθική, ἀλλά ἁπλά μιά κατάσταση ὅπου χρησιμοποιεῖ τό ἄλλο πρόσωπο γιά τούς ἀτομικούς του σκοπούς. Ὁ παράγοντας πού κάνει τήν ἕνωση τῶν δύο ἠθική εἶναι ἡ ἀγάπη. Εἶναι λάθος νά νομίζει κανείς ὅτι ἡ τελετή τῆς ἀλλαγῆς τῶν στεφάνων εἶναι ὁ μαγικός ἐκεῖνος τρόπος πού ἀλλάζει μιά ἀνήθικη σχέση σέ ἠθική. Γιατί, ναί μέν ὁ γάμος ἐξαγιάζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά αὐτό πού ἀλλοιώνει καί σώζει εἶναι ἡ κατάσταση καί ἡ μεταμόρφωση τῆς καρδιᾶς.

    (Ἀρχιεπισκόπου Λάζαρ (Πουχάλο), “On love and marriage”, Synaxis Press 1997, σέ περίληψη). Στό ἑπόμενο: «Ἀγάπη, ἕνας διαρκῶς ἐπεκτεινόμενος κύκλος».



    Πνευματικές ἐρωταποκρίσεις

    Γιά Τήν Πνευματική Καθοδήγηση

    Ἕνα ἀπό τά κρισιμότερα προβλήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς στίς μέρες μας εἶναι αὐτό τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης. Συχνά οἱ χριστιανοί ἐναποθέτουν τήν πνευματική τους ζωή στά χέρια κάποιου «γέροντα». Στίς μέρες μας, δυστυχῶς, ὑπάρχουν γέροντες πού μοιάζουν μέ «γκουρού». Γύρω τους δημιουργεῖται ἕνας κύκλος πιστῶν πού καλλιεργοῦν ἕνα εἶδος ἀφοσίωσης καί ἐξάρτησης, κάτι πού δέν θυμίζει χριστιανική ἐλευθερία. Χωρίς ἀμφιβολία, πρόκειται γιά μεγάλο κίνδυνο. Συναντοῦμε ἀνθρώπους, πού μᾶς λένε ὅτι ἡ σωτηρία τους ἐξαρτᾶται ἀπό τόν γέροντά τους. Παραμερίζουν τόν Ἰησοῦ Χριστό καί ἐναποθέτουν ὅλες τίς ἐλπίδες τους σέ ἕναν ἄνθρωπο, μέ κάποια ξεχωριστά χαρίσματα.

        Εἶναι καλό νά ἔχουμε τήν δυνατότητα νά μιλήσουμε μέ κάποιον πού ἔχει ἰδιαίτερη πείρα καί γνώση. Μερικές φορές ὀνομάζουμε τό πρόσωπο αὐτό «Γέροντα». Ἕνας πραγματικός γέροντας θά μᾶς μεταδώσει γνώση, ἀλλά θά περιμένει κι ἀπό ἐμᾶς νά ἀποκτήσουμε γνώση. Ὅταν οἱ γονεῖς ἀνατρέφουν ἕνα παιδί, προσπαθοῦν νά τοῦ δώσουν μόρφωση, ἐλπίζοντας ὅτι στό τέλος θά γίνει καλύτερο κι ἀπό τούς ἴδιους. Αὐτό συμβαίνει καί μέ τόν ἀληθινό «γέροντα»: περιμένει ἀπό μᾶς νά γνωρίσουμε ὅσο τό δυνατό περισσότερα, ἄν εἶναι δυνατό περισσότερα κι ἀπό τόν ἴδιο. Ὁ ρόλος τοῦ πνευματικοῦ πατέρα εἶναι νά ἐξασφαλίζει τήν πρόοδο τοῦ ποιμνίου στή γνώση καί στήν ἀληθινή κατανόηση, καί ὄχι νά ἀσκεῖ ἕνα εἶδος πνευματικῆς σαγήνης. Ἡ σωτηρία μας ἐξαρτᾶται μόνον ἀπό τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό.

        Ποιμένες καί ποίμνιο ὀφείλουν νά προοδεύουν στήν πίστη, ὅλοι μαζί. Ὅλοι μας γνωρίζουμε λιγότερα ἀπό ὅσα νομίζουμε. Γι’ αὐτό, καλό εἶναι νά ἀναζητοῦμε καθοδήγηση στή γνώση. Ἀκόμη κι ἄν κάποιος ἔχει ἀποστηθίσει τούς Ἁγίους Πατέρες, ὅσο ἡ γνώση μένει σέ διανοητικό ἐπίπεδο, εἶναι σάν νά μή γνωρίζει τίποτε. Ἡ κατανόηση πρέπει νά περάσει στήν καρδιά. Οἱ ἄνθρωποι γίνονται σκληροί καί ὑπερόπτες, γιατί γνωρίζουν τήν ὀρθοδοξία διανοητικά καί ὄχι στήν καρδιά τους. Ἄν βιώνουμε τήν ὀρθοδοξία στήν καρδιά μας, κρατοῦμε καί τήν πίστη μέ εἰρήνη καί ἀγάπη καί δέν φτάνουμε σέ φανατισμούς, σκληρότητα καί ὑπερηφάνεια.

        Ἄς κρατοῦμε, λοιπόν, μιά ἰσορροπία. Ἄς μήν εἴμαστε ὑπερήφανοι νομίζοντας ὅτι ξέρουμε τά πάντα, ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη, ἄς προσέχουμε νά μήν ὑποκύπτουμε σέ μιά ἐξάρτηση πού ἐμποδίζει τήν ὡριμότητα καί τήν πνευματική μας ἀνάπτυξη. Γιατί, ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι ὁ ποιμένας εἶναι ἐκεῖνος πού ὁδηγεῖ μερικές φορές τά πρόβατα στή σφαγή.