Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος

    Εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγείγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν». Τά λόγια τοῦ Ἀποστόλου Παύλου παραμένουν καίρια γιά κάθε Χριστιανό μέχρι τίς μέρες μας. Πίστη στόν Χριστό, πρίν ἀπό κάθε τι ἄλλο, σημαίνει ἐμπιστοσύνη στό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος δέν παρέμεινε στό μνῆμα· ὅτι ἡ ζωή ἀνέτειλε ἀπό τόν θάνατο· ὅτι στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἐκ νεκρῶν ὁ τυραννικός, ἀναγκαστικός νόμος τῆς θνητότητας πού δέν ἀνέχεται καμία ἐξαίρεση, κατέρρευσε καί νικήθηκε ἔσωθεν.

    Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ συγκροτεῖ τήν καρδιά τῆς Χριστιανικῆς πίστης καί τοῦ Χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου. Καί, ὅσο παράδοξο κι ἄν ἀκούγεται, στήν καθημερινή ζωή τῶν Χριστιανῶν τῶν ἡμερῶν μας ὑπάρχει ἐλάχιστος χῶρος γι’ αὐτήν τήν πίστη. Παραμένει ἕνα γεγονός θολό, συσκοτισμένο. Κι ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν ἐπίγνωση τῆς σημασίας τοῦ γεγονότος, συγχρόνως δέν τό ἀπορρίπτουν ἀλλά μέ κάποιο τρόπο τό ἀποφεύγουν καί πάντως δέν τό βιώνουν ὅπως οἱ πρῶτοι Χριστιανοί. Ἐάν συμμετέχουν στίς ἀκολουθίες ἀκοῦνε βεβαίως τήν ἐπαναλαμβανόμενη χαρμόσυνη εἴδηση: «Θανάτῳ θάνατον πατήσας», «κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος» καί «νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι». Ἀλλά ἀν ἐρωτηθοῦν τί σκέφτονται γιά τόν θάνατο, συχνά (ἀλίμονο, πολύ συχνά) θά ἀπαντήσουν —στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων— μέ κάποιες ἀσυνάρτητες βεβαιότητες γιά τήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί γιά τήν ἐπιβίωσή της σέ κάποιον κόσμο πέρα ἀπό τόν τάφο, μιά πίστη πολύ διαδεδομένη ἤδη πρίν τόν Χριστιανισμό. Κι ὅμως συμβαίνει νά εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο νά σκεφτοῦμε πάνω σ’ αὐτό τό γεγονός, γιατί δέν πρόκειται ἁπλά γιά τήν «ἀθανασία τῆς ψυχῆς», ἀλλά γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τήν δική μας ἐξανάσταση στό τέλος τῶν καιρῶν. Ἐάν ὁ Χριστός δέν ἀναστήθηκε, τότε τό Εὐαγγέλιο εἶναι ἀπάτη. Ἀλλά ἐάν ὁ Χριστός ἀναστήθηκε, τότε ὅλες οἱ προ-χριστιανικές ἐκδοχές καί ἑρμηνεῖες περί «ἀθανασίας τῆς ψυχῆς» παραμερίζονται. Τότε ὁλόκληρο τό ζήτημα τοῦ θανάτου ἐμφανίζεται κάτω ἀπό μιά ἐντελῶς διαφορετική ὁπτική. Ἡ Ἀνάσταση ζητᾶ ἀπό μᾶς μία στάση καί ἀντίληψη ἀπέναντι στόν θάνατο ριζικά διαφορετική ἀπό τίς συνήθεις θρησκευτικές ἐξηγήσεις. Μία ἀντίληψη πού στήν πραγματικότητα ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ ὅλες αὐτές τίς ἑρμηνεῖες. Πρέπει μέ εἰλικρίνεια νά παραδεχθοῦμε ὅτι ἡ κλασσική πίστη στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καταργεῖ τήν πίστη στήν ἀνάσταση, γιατί ἡ ἀνάσταση ἀφορᾶ στήν οὐσία της ὄχι μόνο τήν ψυχή, ἀλλά καί τό σῶμα. Ἡ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου δέν ἀφήνει καμιά ἀμφιβολία γι’ αὐτό. Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι εἶδαν τόν ἀναστημένο Χριστό νόμισαν πώς βλέπουν ἕνα φάντασμα ἤ ἕνα ὅραμα. Τό πρῶτο μέλημα τοῦ Χριστοῦ ἦταν νά τούς δώσει μία αἴσθηση τῆς πραγματικότητας τοῦ σώματός Του. Παίρνει τροφή καί τήν τρώγει ἐνώπιόν τους. Καλεῖ τόν ἐπιφυλαχτικό Θωμᾶ νά ψηλαφίσει τό σώμα Του, νά βεβαιώσει τήν Ἀνάσταση μέ τό ἄγγιγμα τῶν δακτύλων του. Καί ὅταν οἱ Ἀπόστολοι πιστεύουν, κέντρο τοῦ κηρύγματός τους γίνεται ἀκριβῶς τό εὐαγγέλιο τῆς Ἀνάστασης —ἡ σάρκινη πραγματικότητά της. Καί πρωταρχικό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας γίνεται ἡ Μετάληψη τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ. Μέ αὐτή τήν πράξη, γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «κηρύσσοντας τόν θάνατο τοῦ Κυρίου, ὁμολογοῦμε τήν Ἀνάστασή Του». Ἄς μήν μιλήσουμε ἐδῶ γιά ὅσους ἀπορρίπτουν τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γιατί ἀρνοῦνται τήν ἴδια τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Μεγαλύτερη σημασία ἔχει ἐκεῖνο τό εἶδος τοῦ συσκοτισμοῦ ἀνάμεσα στούς πιστούς πού, κατά ἕναν περίεργο τρόπο, συνδέουν τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα μέ μία, λανθάνουσα ἴσως, πάντως οὐσιαστική ἄρνηση τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Στή διάρκεια τῆς ἱστορικῆς πορείας τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔχει προκύψει ἕνα εἶδος ἐπιστροφῆς στήν προ-Χριστιανική κατανόηση τοῦ θανάτου: αὐτή βασίζεται καταρχάς στήν ἀποδοχή ὅτι ὁ θάνατος εἶναι «νόμος τῆς φύσης», δηλαδή ἕνα φαινόμενο μέ τό ὁποῖο κανείς πρέπει νά συμβιβαστεῖ ἀνεξαρτήτως τῆς ἀπανθρωπίας καί τῆς ἀλογίας του. Καί ἀφοῦ τό ἀποδεχτεῖ, νά μετατοπίσει τήν πηγή τῆς ἀθάνατης ζωῆς σέ κάποιον ἐξωγήινο κόσμο πέρα ἀπό τόν τάφο. Ὁ Πλάτωνας, γιά παράδειγμα, καί οἱ ἀναρίθμητοι μαθητές του δίδαξαν ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα. Ὑπό αὐτή τήν ἔννοια ἡ πίστη στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος ὄχι μόνο καταντάει ἀνώφελη, ἀλλά ἐπίσης ἀκατανόητη, κι ἀκόμα ψευδής καί πλανεμένη. Προκειμένου νά ἀντιληφθοῦμε ὁλόκληρη τήν οὐσία τῆς χριστιανικῆς πίστης στήν Ἀνάσταση, θά πρέπει νά ξεκινήσουμε ἀπό τήν σύλληψη καί κατανόηση τοῦ σώματος καί τοῦ θανάτου, γιατί ἐδῶ βρίσκεται ἡ ρίζα τῆς παρεξήγησης ἀκόμα καί ἀνάμεσα στούς χριστιανούς. Στίς μέρες μας ἔχουμε σταδιακά σταματήσει νά ἑρμηνεύουμε τήν κατάσταση τῶν νεκρῶν ὑπό τό φῶς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Βεβαιώνουμε ὅτι ὁ Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, ἀλλά γιά τούς ἑαυτούς μας ἀρκούμαστε νά μιλήσουμε γιά πίστη στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, στήν ὁποία Ἕλληνες καί Ἰουδαῖοι πίστευαν αἰῶνες πρίν τόν Χριστό ὅπως κάνουν καί οἱ πιστοί κάθε θρησκείας χωρίς ἐξαίρεση σήμερα. Γιά μία τέτοια ἀθανασία ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ (ὅσο παράδοξο κι ἄν ἀκούγεται) δέν εἶναι παρά περιττή καί ἐπουσιώδης. Ἡ θρησκευτική συνείδηση ὑποθέτει ὅτι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα ἕνα θαῦμα, πράγμα γιά τό ὁποῖο βέβαια δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλά γιά τόν μέσο θρησκευτικό ἄνθρωπο εἶναι θαῦμα μέγα: τό ὑπέρτατο θαῦμα πού παραμένει «μοναδικό» καί χαρακτηρίζει τόν Χριστό. Ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ἀναγνωρίζουμε τόν Χριστό ὡς Θεό, τό θαῦμα παύει νά εἶναι τέτοιο κατά μία ἔννοια: Ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος, ὁ Θεός εἶναι Θεός καί μπορεῖ νά πράξει τά πάντα! Ὁτιδήποτε κι ἄν σημαίνει ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεϊκή του δύναμη δέν θά τοῦ ἐπέτρεπε νά παραμείνει στό μνῆμα. Κι ὅμως αὐτή ἡ κατανόηση τοῦ γεγονότος δέν εἶναι παρά μία ἀποσπασματική ἑρμηνεία τοῦ γεγονότος τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ χαρά τῶν πρώτων Χριστιανῶν, πού βιώνεται καί σήμερα μέσα στις ἐκκλησιές, στή δραματουργία καί τήν ὑμνογραφία καί ἰδιαίτερα στήν ἀσύγκριτη γιορτή τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα, δέν ἀποσυνδέει τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ἀνάσταση ὁλόκληρης τῆς κτίσης ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἑορτάζοντας μιά ἑβδομάδα πρίν τό Πάσχα τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ἡ Ἐκκλησία μέ δέος ἀλλά καί χαρά ἐπιβεβαιώνει ὅτι πρόκειται γιά ἕνα θαῦμα πού ἀφορᾶ σέ ὅλη τήν κτίση. Ὡστόσο στό νοῦ τῶν πιστῶν αὐτά τά ἀδιαχώριστα γεγονότα —τῆς πίστης στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί τῆς πίστης στήν άνάσταση τῆς κτίσης πού ἐγκαινίασε ὁ Κύριος— ἔχουν μέ κάποιον τρόπο χωριστεῖ μεταξύ τους. Ἡ αἰτία αὐτοῦ τοῦ παράδοξου διχασμοῦ βρίσκεται σέ μιά κατανόηση τοῦ θανάτου πού θέλει τήν ψυχή νά χωρίζεται ἀπό τό σῶμα. Ὁ «θρησκευτικός» κόσμος ὅλων τῶν ἐποχῶν διδάσκει ὅτι ὁ χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα θά πρέπει νά λογίζεται ὄχι ἁπλά «φυσικός» ἀλλά καί θετικός καί ἐπικοδομητικός· ὅτι σ’ αὐτόν πρέπει νά βλέπουμε τήν ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα τό ὁποῖο τήν ἐμποδίζει νά ἐξαγνισθεῖ, νά γίνει πνευματική, οὐράνια καί εὐλογημένη. Καθώς γιά τήν ἀνθρώπινη ἐμπειρία τό κακό, ἡ ἀσθένεια, ὁ πόνος καί τά πάθη ἐφορμοῦν ἀπό τό σῶμα, ὁ σκοπός καί τό νόημα τῆς θρησκείας καί τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς ἀναπόφευκτα γίνεται ἡ ἀπολύτρωση τῆς ψυχῆς ἀπό τή «φυλακή» τοῦ σώματος —μία ἀπελευθέρωση πού στόν θάνατο βρίσκει τό πλῆρες νόημά της. Πρέπει ὡστόσο νἀ τονιστεῖ ὅτι αὐτή ἡ κατανόηση τοῦ θανάτου δέν εἶναι χριστιανική καί δέν συμβιβάζεται μέ τήν πίστη στόν Χριστό. Ἡ Ἐκκλησία κηρύσσει ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κακό. Δέν εἶναι μέρος τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Εἰσῆλθε ὁ θάνατος στόν κόσμο καί τόν ὑπέταξε στόν ἑαυτό του ἀντίθετα στό σχέδιο καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, σέ σύγκρουση μέ τό θέλημά Του γιά τήν ἀνθρωπότητα, τήν κτίση καί τήν ζωή. Ὁ θάνατος εἶναι αὐτό πού ὁ Χριστός ἦρθε νά καταργήσει. Ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπο μέ σῶμα καί ψυχή, δηλαδή ταυτόχρονα ὕπαρξη πνευματική καί ὑλική· καί εἶναι ἀκριβῶς αὐτή ἡ ἄρρηκτη ἕνωση ψυχῆς καί σώματος πού καλεῖται σῶμα στίς Γραφές καί στό Εὐαγγέλιο. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἕνα ἔμψυχο σῶμα καί ἕνα σαρκωμένο πνεῦμα καί γιά τόν λόγο αὐτό κάθε μεταξύ τους διαχωρισμός εἶναι κάτι κακό. Ὄχι μόνο ἡ διάσπαση πού ἐπιφέρει ὁ θάνατος, μέ τήν καταστροφή τοῦ σώματος, ἀλλά καί κάθε παραβίαση αὐτῆς τῆς ἕνωσης πρίν ἀπό τόν θάνατο εἶναι πνευματική καταστροφή. Δηλώνουμε πίστη στή σωτηρία τοῦ κόσμου μέσω τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ, πού σημαίνει καταρχήν τήν ἀποδοχή τῆς σαρκός καί τοῦ σώματός του, ὄχι μίας «ἀπομίμησης σώματος», ἀλλά ἑνός σώματος μέ τήν πλήρη ἔννοια τῆς λέξεως. Ἔτσι, ἡ φυσική ζωή —αὐτή πού συνίσταται στό ἀνθρώπινο σῶμα ζωοποιημένο ἀπό τό πνεῦμα— φθάνει στό τέλος τῆς μέ τόν θάνατο, ἐκεῖ πού σαββατίζει ἡ ψυχή καί τό σῶμα. Ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν ἐξαφανίζεται μέ τόν θάνατο, γιατί ἡ φθορά δέν εἶναι δυνατόν νά καταστρέψει αὐτό πού ὁ Θεός κάλεσε στήν ὕπαρξη ἐκ τοῦ μηδενός. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος βυθίζεται στήν φυσική ἀδυναμία καί τήν ἀπώλεια. «Ἔσχατος ἐχθρός καταργεῖται ὁ θάνατος» κηρύσσει τό Χριστιανικό Εὐαγγέλιο. Αὐτή ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου ξεκίνησε ὅταν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἀπό ἄπειρο ἔρωτα γιά μᾶς κατέβη οἰκειοθελῶς στόν Ἄδη, γεμίζοντας τό σκότος μέ τό φῶς καί τήν ἀγάπη Του. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι ἡ ἀναγέννηση τοῦ κόσμου στήν ἀρχική του ὡραιότητα καί ἀκεραιότητα. Εἶναι ὁ πλήρης πνευματικός ἁγιασμός τῆς ὕλης καί ἡ καινή σάρκωση τοῦ πνεύματος τῆς ἐν Χριστῷ δημιουργίας. Ὁ κόσμος χαρίστηκε στόν ἄνθρωπο ὡς ζωή καί γι’ αὐτό, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ὁ Θεός δέν θά τόν ἐκμηδενίσει ἀλλά θά τόν μεταμορφώσει σέ «καινή γῆ καί καινούς οὐρανούς», σέ ἔμψυχο ἀνθρώπινο σῶμα, σέ ναό τῆς παρουσίας καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

    πρωτ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

    Μτφρ. Ἀ.Μ.

    π. ΑΛ. ΣΜΕΜΑΝ – Μετάφραση Ἀν. Μπύρου – Ἀπόσπασμα ἀπό τό τεῦχος 95 τῆς Ἐπίγνωσης
    Ετικέτες: