Ι.Κ. απόσπασμα από το περιοδικό επίγνωση, Τεύχος 95
Ο λόγος ο του σταυρού, λέγει ο απόστολος Παύλος, για τους Ιουδαίους είναι σκάνδαλο ενώ για τους έλληνες είναι μωρία. Διότι, και Ιουδαίοι σημείον αιτούσι και έλληνες σοφίαν ζητούσιν. Ημείς δε κηρύσσομεν Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον. Ο απόστολος διακρίνει στη θρησκευτική αναζήτηση της εποχής του τα χαρακτηριστικά της αυτάρκειας, που εμποδίζουν τους ανθρώπους να δεχτούν τον λόγο του σταυρού. Τα ίδια προσκόμματα χαρακτηρίζουν τη μεταφυσική αναζήτηση και της σημερινής εποχής. Ο άνθρωπος έχει και σήμερα ανάγκη τις ίδιες ψευδαισθήσεις ισχύος, κύρους, εξουσιαστικής οχύρωσης. έχει ανάγκη την βεβαιότητα που προσπορίζει το «σημείον», το θαύμα που επιζητούσαν οι Εβραίοι για να πιστέψουν, ή τη βεβαιότητα που προσπορίζει η σοφία, η γνώση, η ψευδαίσθηση της κατοχής που ασκεί ο άνθρωπος πάνω στον φυσικό κόσμο. Υπάρχει μια βαθειά σύνδεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, στο θαύμα και στη γνώση, που έχει τη ρίζα της ακριβώς στο γεγονός ότι και τα δύο προσπορίζουν ψυχολογική βεβαιότητα, και συχνά λειτουργούν συμπληρωματικά, ώστε να απαλύνουν το άγος της ανασφάλειας και του ορμέμφυτου φόβου που καταλαμβάνει τον άνθρωπο, όταν αυτός αρνείται να κάνει το άλμα της ελευθερίας, που του ζητά ο Θεός. Ο άνθρωπος μένει έτσι μέσα στα όρια της φυσικής θρησκείας και της φυσικής γνώσης, που ακόμη κι όταν ντύνεται μια σοβαροφάνεια και επιστημονικότητα έχει περιορισμένη εμβέλεια και κρατά τον άνθρωπο δέσμιο στα μέτρα μιας υποβόσκουσας αλογίας.
Σ’ αυτό το πλαίσιο είναι χαρακτηριστική στις μέρες μας η επίδραση που ασκεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο η πρωτογενής αλογία των αλχημιστών. Οι άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι, μορφωμένοι και απαίδευτοι, μοιάζουν να αναζητούν την αλήθεια σε κάποια μορφή πεμπτουσίας. Δεν έχει σημασία αν αυτή είναι κρυμμένη πίσω από μυθικές ή μυθιστορηματικές συμβάσεις. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις η ουσία είναι ότι η ουσία είναι κρυμμένη. Η απόκρυψή της είναι συνώνυμη με την αλογία της. όλες οι ιστορίες συνομωσίας που υπαινίσσονται ότι η αλήθεια είναι καλά κρυμμένη είτε σε μεσαιωνικά μυστικά, είτε σε κρυπτογραφημένα βιβλία, σε απόκρυφους κώδικες και διδασκαλίες κάθε λογής, ή σε κάποια μορφή άγνωστης ύλης, σε δυνάμεις που η γνώση τους προϋποθέτει ειδικές απόκρυφες σπουδές, δεν είναι άλλο από μια ενστικτώδης επιστροφή στην πρωτογενή αλογία της φυσικής θρησκείας. Η υποτιθέμενη φυσική ισχύς που προσπορίζει η καλά κρυμμένη γνώση καθιστά εύλογη την απόκρυψή της και αποδεκτή την κατασπατάληση των ψυχικών δυνάμεων που απαιτεί η αναζήτησή της. Επίσης, καθιστά εύλογη την κατοχή της από ελάχιστους μύστες ή εν τέλει από τους χάκερς των κωδίκων, που όπως ο Προμηθέας, προσφέρουν με τη σειρά τους την κρυμμένη γνώση σε μας τους αμύητους. Μαγείες, μυστικές διδασκαλίες, φυλαγμένα μυστικά, αθέατοι κόσμοι, αστρικοί σχηματισμοί, εσωτερικές δυνάμεις, αποτελούν το «νέο» είδος ερμητισμού στο οποίο εισάγονται οι σημερινοί άνθρωποι εξ απαλών ονύχων. Κάθε φυσική θρησκεία αποτελεί μία μορφή ερμητισμού, και κάθε ερμητισμός είναι σκοταδισμός, καθώς ανακυκλώνει το ψευδεπίγραφο υλικό του, ώστε αυτό να μένει καλά κρυμμένο στο σκοτάδι, διότι δεν αντέχει να φανερωθεί στο φως. Η αλογία είναι τέτοια διότι δεν παραπέμπει πουθενά, στο βάθος δεν φανερώνει τίποτε, και αυτή η βαθύτερη ουσία της πρέπει να παραμένει κρυφή.
Ο λόγος του σταυρού πηγάζει από τις ακριβώς αντίθετες πνευματικές προοπτικές, διότι υποδηλώνει την αυτοπαραίτηση του ανθρώπου από κάθε κατοχή ισχύος, φυσικής και πνευματικής. Υποδηλώνει, ακόμη παραπέρα την αυτοπαραίτηση του ίδιου του Θεού από αυτή την κατοχή. Ο λόγος του σταυρού δεν συνδέεται με κανένα μυστικό. Είναι η άρνηση του θαύματος. «Ει υιός εί του Θεού καταβάτω νυν από του σταυρού». «άλλους έσωσε, εαυτόν ου δύναται σώσαι». Είναι λοιπόν σκάνδαλο για όσους αναζητούν το θαύμα. Για όσους αναζητούν δε τη «σοφία», είναι μωρία. Τι γνώση μας φανερώνει αυτός που αρνήθηκε να πέσει από το πτερύγιο του ναού, στα χέρια των αγγέλων, ώστε να αποστομώσει τους υβριστές του και τώρα κρέμεται περίγελως, έρμαιος του φθόνου και της ανθρώπινης μικρότητας; Ποιο είναι το νόημα εν τέλει αυτής της άφατης κένωσης του Θεού από κάθε εξουσιαστική δύναμη απέναντι στη δημιουργία Του;
Σε εποχές άλλης ποιότητας και καλλιέργειας, ποιήτρια άγνωστης στις μέρες μας ευαισθησίας στοιχίζονταν με τον λόγο της απέναντι στο αποκαλυμμένο μυστήριο του σταυρού: «ήπλωσας τας παλάμας και ήνωσας τα το πρίν διεστώτα. Καταστολή δε Σώτερ τη εν σινδόνι και μνήματι πεπεδημένους έλυσας». «Κύματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον, υπό γης έκρυψαν των σεσωσμένων οι παίδες». Με μια μονοκονδυλιά ποιητικής μαεστρίας, με λόγο πνιγμένο στον πόθο που προσδίδει στους στίχους της απαρομοίαστη δυναμική, η Κασσιανή η ποιήτρια χάραξε την ιλλιγγιώδη φιλοσοφική τομή που ερμηνεύει τον κόσμο. «Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, ών εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη». Δεν ξέρω αν κάποιος πρίν από αυτήν διανοήθηκε να πεί αυτά που αυτή τόλμησε, ούτε νομίζω πώς υπάρχουν ακόμη και σήμερα πολλοί που καταλαβαίνουν τι ξεστόμισε με τους ύμνους της αυτή τότε. αν εμείς σήμερα αρκουδίζουμε προς τη χειρότερη μορφή αλογίας, η Κασσιανή πρίν από δώδεκα αιώνες ερμήνευε τη λογικότητα.
Αυτός ο ίδιος, λέγει η ποιήτρια, δείχνοντας σαν διψασμένο ελάφι το κέντρο της δημιουργίας να κρέμεται πάνω στον σταυρό^ Αυτός που τον θάβουνε σήμερα κάτω από το χώμα, αυτός έκρυψε τον διώκτη Φαραώ κάτω από τα νερά της Ερυθράς. Αυτός που σήμερα η αμαρτωλή γυναίκα του φιλά τα πόδια, αυτός ο ίδιος μιλούσε με την Εύα στον παράδεισο. Αυτός που κρέμεται στον σταυρό, αυτός ο ίδιος δημιούργησε τον κόσμο. Αυτός, απλώνοντας τα χέρια, ένωσε το κτιστό με το άκτιστο, τον Θεό με τον κόσμο, ασύγχυτα και αδιαίρετα, σε μια μοναδική ενότητα, όπου κατοικεί το νόημα. όπου το κτιστό παραπέμπει στο άκτιστο και έχει τη δύναμη να ζήσει με τις προδιαγραφές της ζωής του ακτίστου. Αυτός ενώνει στο πρόσωπό του τις δυνάμεις του κτιστού κόσμου με τις δυνάμεις του ακτίστου Θεού. Βάζει μέσα στη ζωή του κτιστού τις δυνατότητες και τις ενέργειες της Θείας ζωής.
Αυτός, λέγει η Κασσιανή, που ήταν στην αρχή, γεννιέται στο τέλος. Δεν έρχεται υπερβατικά, με ισχύ, ως Θεός, αλλά γεννιέται ταπεινά ως άνθρωπος, κατά νόμον, με σεβασμό απόλυτο στη ζωή του κτιστού, αδειάζοντας από τη Θεότητά Του και αναλαμβάνοντας την κτιστότητα κατά πάντα. Αυτός ο ίδιος που γεννιέται ως άνθρωπος, που σταυρώνεται ως άνθρωπος, που πεθαίνει ως άνθρωπος, αυτός ο ίδιος είναι η αρχή του παντός. έτσι συνέρραψε τα άκρα σε μια άρραφη ενότητα και έδωσε στο σύμπαν νόημα, κίνηση και προορισμό. Γι’ αυτό ο κόσμος είναι λογικός, γι’ αυτό αποτελεί εικόνα, γι’ αυτό παραπέμπει κάπου, γι’ αυτό υπάρχει στον κόσμο το νόημα, γι’ αυτό οι ενέργειες του κόσμου εικονίζουν αυτό που ο άνθρωπος επιθυμεί, γι’ αυτό ο άνθρωπος επιθυμεί, γι’ αυτό ερωτεύεται, γι’ αυτό είναι ικανός να νοσταλγεί και να κάνει τη νοσταλγία του τέχνη. έτσι και η Κασσιανή γράφει ποιήματα, για να μιλήσει για το νόημα που νοσταλγεί. Χωρίς ανάγκη, χωρίς φόβο, αλλά με την ελευθερία της αγάπης, που διαλέγεται με τον Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο.
Έτσι έγινε η κτίση δοχείο του αγίου πνεύματος, δοχείο γεμάτο με την δύναμη και την ενέργεια της θείας ζωής. έτσι έγινε «κόσμος», λογική αρμονία σχέσεων που παραπέμπουν σε σκοπό, σε υπαρκτικό λόγο. Λόγο ελεύθερο από κάθε καταναγκασμό, που ζητά την ελεύθερη απάντηση του ανθρώπου στην αγάπη και στο κάλεσμα του Θεού. Που ζητά από τον άνθρωπο την κένωσή του από την αλογία της ισχύος, της κρυμμένης γνώσης, και την ανταπόκρισή του στο κάλεσμα της ταπεινότητας, τη δική του συνδρομή στη λογικότητα που παράγει την ύπαρξη ως σχέση ζωής φωτεινής και όχι σαν επιβολή του ισχυρού επάνω στον αδύνατο.
«Την εν σταυρώ σου Θείαν κένωσιν προορών Αββακούμ εξεστηκώς εβόα^ Σύ δυναστών διέκοψας κράτος, αγαθέ, ομιλών τοις εν ΄Αδη ως παντοδύναμος». Στα βάθη της νοσταλγίας του ο προφήτης εξέστη. Στάθηκε έξω από τον κύκλο της αδήρητης φυσικής ανάγκης που χαρακτηρίζει κάθε κτιστό, έξω από τον κύκλο της αναγκαστικής επιστροφής στο πρωταρχικό μηδέν. Βγήκε από τα όρια του κτιστού σε εκείνο το παράδοξο σημείο, όπου στέκεται κάθε άνθρωπος για να κοιτάξει απέναντι τον εαυτό του και όλη τη δημιουργία. Και τι είδε; Είδε αυτό που ενώ ήρθε στο τέλος ήταν στην αρχή. Ο Αββακούμ είδε το μυστήριο της μετοχής του ανθρώπου στην αιωνιότητα. Είδε το τέλος του δυνάστη θανάτου. Είδε τη δυνατότητα της μετοχής στη ζωή χωρίς όρια, να αγκαλιάζει τους ζωντανούς και τους πεθαμένους.
Ποιο είναι όμως αυτό το «Σημείο», που μπορεί να κάνει απτή την άφατη δυνατότητα μιας τέτοιας μετοχής; Σε ποιά πραγματικότητα μετέχει ο άνθρωπος μέσα στα βάθη της νοσταλγίας του; Ποιο είναι αυτό το «μέρος» του κόσμου απ’ όπου ο άνθρωπος κοιτά τους αιώνες; Ποιο άλλο άραγε από τον ίδιο τον θρόνο του Δημιουργού, όπου κάθησε ο άνθρωπος, εκ δεξιών του Πατρός; Αυτό το ίδιο το σώμα της Αναστάσεως, του δεσπότου Χριστού, ο άρτος ο μελιζόμενος και μηδέποτε δαπανόμενος, ο «τους εσθίοντας αγιάζων», αυτός που κοινωνούμε εις «ζωήν την αιώνιον», αυτός που συγκεφαλαιώνει όλη την κτίση, που αφθαρτίζει την σάρκα του καθενός από μας, που την μεταφέρει εις μαρτύριον, σε ατέλειωτο διάλογο ερωτικής αγάπης, στους αιώνες των αιώνων.
Ι.Κ